Υποκειμενικότητα, σιωπή και κοινωνική καταπίεση: Ιστορικοποιώντας τις ανδρικές ομοερωτικές σχέσεις στη μεταπολεμική Ελλάδα

Κωνσταντίνος Λαμπράκης

Κώστας Γιαννακόπουλος, Ανδρικές ομοερωτικές σχέσεις στη μεταπολεμική Ελλάδα, Εκδόσεις Ψηφίδες, Θεσσαλονίκη 2024, σελ. 264

Μια πολύ σημαντική συμβολή στη βιβλιογραφία για τη μεταπολεμική Ελλάδα αποτελεί το βιβλίο του Κώστα Γιαννακόπουλου, Ανδρικές ομοερωτικές σχέσεις στη μεταπολεμική Ελλάδα, που κυκλοφόρησε από τις εκδόσεις Ψηφίδες. Πρόκειται για μια διεπιστημονική μελέτη που αξιοποιεί εργαλεία και προσεγγίσεις της κοινωνικής ανθρωπολογίας, των σπουδών φύλου, της κοινωνικής ιστορίας και της ψυχανάλυσης και στηρίζεται σε μακροχρόνια εθνογραφική και αρχειακή έρευνα του συγγραφέα. Με αυτόν τον τρόπο κατορθώνει να συγκροτήσει μια βαθιά ιστορικοποιημένη όσο και ενδελεχή ανάγνωση και ερμηνεία των ανδρικών ομοερωτικών σχέσεων, από τη δεκαετία του 1950 έως και τη δεκαετία του 1990. Οι αρετές αυτές καθρεφτίζονται και στη δομή του βιβλίου.

Ειδικότερα, παρότι ο συγγραφέας, σε μεγάλο βαθμό, αξιοποιεί ή επανα-επεξεργάζεται προηγούμενες μελέτες του (σ. 241), η έκδοση δεν αποτελεί ένα απλό «ανθολόγιο» ερευνών αλλά ένα συγκροτημένο εγχείρημα, όπου κάθε ένα από τα επτά κεφάλαια προσφέρει και ένα διαφορετικό πρίσμα στην αναγνώστρια και τον αναγνώστη για το υπό διερεύνηση ζήτημα.

Έτσι, το πρώτο κεφάλαιο λειτουργεί εισαγωγικά, τοποθετώντας το βιβλίο στο συγκείμενο του τρέχοντος ακαδημαϊκού αλλά και ακτιβιστικού διαλόγου. Ο Γιαννακόπουλος, μέσα από μια κριτική επισκόπηση τόσο σχετικών εγχειρημάτων του ΛΟΑΤΚΙ+ κινήματος όσο και των αποσιωπήσεων της ιστορικής έρευνας, συνθέτει τους στόχους του ερευνητικού του εγχειρήματος: την ανάδειξη της ρευστότητας των ομοερωτικών σχέσεων σύμφωνα με το ιστορικό πλαίσιο στο οποίο αναπτύσσονται, την «απο-αποικιοποίηση», όπως την περιγράφει, της μελέτης της ομοφυλοφιλίας, εξαιτίας της «οικουμενικής διάδοσης των μοντέρνων δυτικών εννοιολογήσεων, έναν γκέι ιμπεριαλισμό της δυτικής, λευκής, γκέι απελευθέρωσης» (σ. 46), και, τέλος, την εστίαση στα «αρνητικά συναισθήματα» και στις «σιωπές» που προσδιόριζαν τις ομοερωτικές σχέσεις του μεταπολεμικού παρελθόντος και έχουν απωθηθεί από την κυρίαρχη ΛΟΑΤΚΙ+ θεώρηση (σ. 59). Αντίστοιχα, το καθένα από τα κυρίως κεφάλαια πραγματεύεται διαφορετικές διαστάσεις των ανδρικών ομοερωτικών σχέσεων.

Στο δεύτερο κεφάλαιο, με εργαλεία τη συμμετοχική παρατήρηση και την εθνογραφική έρευνα, εξετάζονται οι διαδικασίες εννοιολόγησης αλλά και οι τεχνικές διαχείρισης της ανδρικής σεξουαλικότητας, με τέτοιο τρόπο ώστε να επιτρέπεται η εμπλοκή «ετερόφυλων» ανδρών σε ομόφυλες σεξουαλικές σχέσεις δίχως τον κοινωνικό στιγματισμό (σ. 61-76).

Στο τρίτο κεφάλαιο ο συγγραφέας, αξιοποιώντας το εννοιολογικό οπλοστάσιο της ψυχανάλυσης και της μεταδομιστικής θεωρίας, επιχειρεί να ανασυνθέσει τις υποκειμενικότητες της ανδρικής ομοερωτικής επικοινωνίας και επιτέλεσης, διερευνώντας πώς μεταβολίζουν, ασυνείδητα, τις σχέσεις εξουσίας.

Στο τέταρτο κεφάλαιο, το οποίο βασίζεται στην ιστορική έρευνα τόσο στον λόγο του Τύπου, των δικαστηρίων και των ιατροδικαστικών αρχών όσο και σε προφορικές μαρτυρίες για τις ανδρικές ομόφυλες ερωτικές σχέσεις κατά τις πρώτες μεταπολεμικές δεκαετίες, εξετάζεται η διττή διάσταση των πρακτικών «μυστικότητας» που επικρατούσαν για το ζήτημα· πρακτικές οι οποίες, ενώ μπορεί να επιβάλλονταν από την εξουσία, ταυτόχρονα παρείχαν ανοχή στις σχέσεις αυτές στον βαθμό που παρέμεναν αθέατες.

Το πέμπτο κεφάλαιο προσεγγίζει και αναλύει την κατηγορία της «αρσενικής θηλυπρέπειας/θηλυκότητας» (σ. 141) των δεκαετιών του 1950 και του 1960, επιχειρώντας να καταδείξει πως, παρότι αποτελεί μια ιδιαίτερη ιστορική και πολιτισμική κατηγορία, την ίδια στιγμή υπάρχουν σημεία επαφής και δεσμών με τις σύγχρονες κατηγορίες των τρανς ατόμων, επιχειρώντας να συγκροτήσει αυτό που ο συγγραφέας ονομάζει «τρανς/διεμφυλική κατηγορία».

Το επόμενο κεφάλαιο υπεισέρχεται στο ζήτημα των εννοιολογήσεων της ανδρικής ομοφυλοφιλίας και του ανδρισμού, και του μετασχηματισμού τους, σε συνάρτηση με τις αλλαγές τόσο του κοινωνικού, οικονομικού και πολιτισμικού περιβάλλοντος όσο και των κοινωνικών αντιλήψεων για το φύλο και τη σεξουαλικότητα, όπως προσδιορίζονται μέσω της μετάβασης από το μετεμφυλιακό καθεστώς στη Μεταπολίτευση.

Στο έβδομο, και τελευταίο, κεφάλαιο του βιβλίου επιχειρείται μια κριτική επισκόπηση των σύγχρονων προσεγγίσεων για την ανδρική ομοφυλοφιλία, που τείνουν, όπως υποστηρίζει ο Γιαννακόπουλος, να κατισχύουν στην ανάγνωση των ανδρικών ομοερωτικών σχέσεων του παρελθόντος· συνθήκη η οποία, εκτός των άλλων, οδηγεί στην «απάρνηση» και «αποποίηση» (σ. 220), κατά τον συγγραφέα, του παρελθόντος αυτού από την πολιτική προσέγγιση του σύγχρονου ΛΟΑΤΚΙ+ κινήματος.

Από τη σκοπιά του μελετητή του ελληνικού μεταπολεμικού σχηματισμού, κατά την άποψή μου, το βιβλίο έχει τρεις καθοριστικές συνεισφορές:

Πρώτον, μετατοπίζει το βλέμμα σε μια κρίσιμη αλλά ελάχιστα μελετημένη διάσταση της κοινωνικής καταπίεσης στο πλαίσιο της μετεμφυλιακής «τύποις» δημοκρατίας. Ακριβώς επειδή δεν έφερε ρητά «πολιτική» διάσταση, η καταπίεση γύρω από τη σεξουαλικότητα και το φύλο έμεινε για καιρό εκτός ιστοριογραφικού και πολιτικού ενδιαφέροντος. Και αυτό συνέβη και αντίστροφα: η διεκδίκηση του εκδημοκρατισμού στη μετεμφυλιακή Ελλάδα, παρότι διαπλέχθηκε οργανικά με υλικές και ταξικές διεκδικήσεις, δεν ενσωμάτωσε ζητήματα φύλου και σεξουαλικότητας – ζητήματα που, άλλωστε, αναδείχθηκαν και διεθνώς σε μεταγενέστερες φάσεις των μεγάλων διεκδικητικών κύκλων της δεκαετίας του 1960.

Δεύτερον, το βιβλίο αποτελεί υπόδειγμα διεπιστημονικής προσέγγισης. Αν και εθνογραφική μελέτη, η ισχυρή ιστορική της γείωση επιτρέπει στον συγγραφέα να ιστορικοποιήσει τα υποκείμενα στον χώρο, τον χρόνο και το κοινωνικό τους περιβάλλον. Έτσι, η αφήγηση δεν περιορίζεται σε αποσπασματικές ατομικές μαρτυρίες, αλλά κατορθώνει να ανασυνθέσει τόσο τις ίδιες τις υποκειμενικότητες των σχέσεων όσο και τους τρόπους με τους οποίους αυτές προσδιορίζονται από το ευρύτερο κοινωνικό και πολιτισμικό πλαίσιο. Η διαχείριση των μαρτυριών και της συμμετοχικής παρατήρησης φέρνει στο προσκήνιο τη φωνή των δρώντων υποκειμένων, όχι ως πολλαπλές απομονωμένες πραγματικότητες αλλά ως στοιχεία μιας συλλογικής ιστορικής εμπειρίας.

Τρίτον, η μελέτη δεν περιορίζεται στην ανάδειξη της καταπίεσης ή στην αποκατάσταση ενός «αόρατου» παρελθόντος. Προχωρά και σε μια κριτική ανάγνωση της σύγχρονης ορατότητας που διεκδικείται από το ΛΟΑΤΚΙ+ κίνημα. Ο Γιαννακόπουλος δείχνει ότι η νέα αυτή ορατότητα συγκροτείται συχνά με όρους κοινωνικής αποδοχής, οι οποίοι αποκλείουν τα υποκείμενα που στερούνται των πολιτικών, πολιτισμικών και οικονομικών πόρων για να ενταχθούν σε ένα κανονιστικό πρότυπο αναγνώρισης. Με αυτόν τον τρόπο, η μελέτη αναδεικνύει όχι μόνο τις διαδικασίες ορατότητας του σύγχρονου ΛΟΑΤΚΙ+ κινήματος αλλά και τους νέους αποκλεισμούς που αυτές ενδέχεται να παράγουν.

Στο ίδιο πλαίσιο, παρότι δεν τίθεται ρητά από τον συγγραφέα, προκύπτει και ένας κρίσιμος προβληματισμός: οι κοινωνικές διεκδικήσεις, ανεξάρτητα από την τελική τους έκβαση, τείνουν να αποδίδουν «ορατότητα» στα ίδια τα καταπιεζόμενα υποκείμενα. Τα ανώνυμα και αυτολογοκριμένα πρόσωπα αρχίζουν να «υπάρχουν» μέσα από την άνοδο των συλλογικών διαδικασιών, να καθίστανται ορατά και να συγκροτούνται ως ιστορικοί δρώντες, ακόμη και όταν οι διεκδικήσεις τους δεν οδηγούν σε άμεσες θεσμικές κατακτήσεις. Από αυτή τη σκοπιά, το γεγονός ότι ο Γιαννακόπουλος κατορθώνει να ανασυνθέσει τεκμηριωμένα την υποκειμενικότητα των ανδρικών ομοερωτικών σχέσεων της «σιωπηλής» περιόδου 1950-1970 είναι σημαντικό επίτευγμα της έρευνάς του.

Το βιβλίο συγκροτεί έτσι ένα αφήγημα που, αφενός, διαχειρίζεται με σεβασμό τις διαφορετικές μορφές ομόφυλων σχέσεων ως προϊόν διαφορετικών ιστορικών διαδικασιών και υποκειμενικοτήτων και, αφετέρου, λειτουργεί ως μια περιεκτική εισαγωγή για αναγνώστες και αναγνώστριες που δεν είναι εξοικειωμένοι με τον σχετικό επιστημονικό και πολιτικό διάλογο. Ταυτόχρονα, παρουσιάζει με νηφαλιότητα, αλλά και σαφήνεια, τη δική του πολιτική οπτική στα ζητήματα φύλου και ΛΟΑΤΚΙ+ δικαιωμάτων, με τρόπο που διατηρεί μια ιδιαίτερη προσοχή προς τις πιο καταπιεσμένες και περιθωριοποιημένες υποκειμενικότητες.

Πρόκειται, τελικά, για ένα κείμενο αναφοράς στη βιβλιογραφία για τη μεταπολεμική Ελλάδα. Ταυτόχρονα, μπορεί να συμβάλει στον θεωρητικό προσανατολισμό όσων μελετούν τον μετεμφυλιακό σχηματισμό, υπενθυμίζοντας την ανάγκη να ενταχθεί και αυτή η διάσταση της πολιτικο-κοινωνικής καταπίεσης στην ανάγνωση του καθεστώτος, μια πτυχή που και η ίδια η ιστοριογραφία φαίνεται πως άφησε, σε κάποιες περιπτώσεις, στο περιθώριο της έρευνας.