Το Επταπύργιο σήμερα

Ελισάβετ Τσιγαρίδα

Το Επταπύργιο, γνωστό κατά την οθωμανική περίοδο ως Γεντί Κουλέ, αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα σωζόμενα οχυρωματικά συγκροτήματα της Θεσσαλονίκης και συγχρόνως συνιστά ένα μνημείο με πολυεπίπεδη ιστορική και συμβολική σημασία. Από οχυρωματικό έργο και τόπος εγκλεισμού, σήμερα έχει μετατραπεί σε μουσείο του εαυτού του, έδρα της Εφορείας Αρχαιοτήτων Πόλης Θεσσαλονίκης και χώρο πολιτιστικών εκδηλώσεων. Η τριπλή αυτή χρήση του μνημείου είναι ιδιαίτερα σημαντική, καθώς συμβάλλει στη δημιουργική επανανοηματοδότησή του.

Το Επταπύργιο βρίσκεται στο βορειοανατολικό άκρο των βυζαντινών τειχών της Άνω Πόλης και συνδέεται άμεσα με την αμυντική οργάνωση της Θεσσαλονίκης κατά τους βυζαντινούς χρόνους. Είναι ένα κλειστό πολυγωνικό φρουριακό συγκρότημα με δέκα πύργους, τριγωνικούς και τετράγωνους, και μεσοπύργια διαστήματα που τους συνδέουν. Η κύρια είσοδός του βρίσκεται στη νότια πλευρά του, προς την πόλη, ενώ μια δεύτερη στη βόρεια πλευρά άνοιγε προς την ύπαιθρο.

Με τη σημερινή του μορφή κτίστηκε στα χρόνια των Παλαιολόγων και οι διαδοχικές οικοδομικές φάσεις του μνημείου, έως τον 15ο αιώνα, αντανακλούν τη στρατηγική του σημασία ως κάστρου-ακρόπολης, για τον έλεγχο τόσο του αστικού ιστού όσο και της ευρύτερης περιαστικής ζώνης.[1] Από το 1431 λειτούργησε ως έδρα του Τούρκου διοικητή της πόλης. Την ονομασία «Επταπύργιο» έλαβε κατά την οθωμανική περίοδο, πιθανότατα σε ανάμνηση του Επταπυργίου της Κωνσταντινούπολης (Yedi Kule), οχυρωματικού έργου του 15ου αι.

Κατά την οθωμανική περίοδο, το Επταπύργιο εντάχθηκε στο νέο διοικητικό και στρατιωτικό σύστημα της πόλης, ενώ από τα τέλη του 19ου αιώνα χρησιμοποιήθηκε ως φυλακή, χρήση η οποία διατηρήθηκε έως το 1989.[2] Η μακρόχρονη αυτή λειτουργία προσέδωσε στο μνημείο έντονο φορτίο συλλογικής μνήμης, συνδεδεμένο με τον εγκλεισμό, την πειθάρχηση και τις πολιτικές διώξεις, καθιστώντας το χαρακτηριστικό παράδειγμα μνημείου με «δύσκολο» ή τραυματικό παρελθόν.[3]

Το κάστρο δέχτηκε πολλές μετασκευές για τη μετατροπή του σε φυλακή. Προστέθηκε δεύτερος οχυρωματικός περίβολος στα νότια, ένα είδος προτειχίσματος, και στον ενδιάμεσο χώρο που δημιουργήθηκε κατασκευάστηκαν βοηθητικά κτίρια, οι στρατιωτικές και οι γυναικείες φυλακές, κελιά απομόνωσης, καθώς και κτίριο διοίκησης. Στο εσωτερικό του φρουρίου οικοδομήθηκαν τα κτίρια που εξυπηρετούσαν τις ανδρικές φυλακές. Κτίστηκαν τέσσερα διώροφα κτίρια κοιτώνων των κρατουμένων, μαγειρεία, λουτρά, ξυλουργείο, διαμορφώθηκαν πέντε αυλές που αντιστοιχούν στους κοιτώνες, παρατηρητήριο και, το 1918, κτίστηκε εκκλησία αφιερωμένη στον Άγιο Ελευθέριο. Παράλληλα, σημειώθηκαν μικροεπισκευές και προσθήκες στα υφιστάμενα τμήματα του κάστρου, που υπαγόρευσε η λογική των εκάστοτε σωφρονιστικών ιδρυμάτων.

Ως φυλακή, ο χώρος έμεινε γνωστός με την ονομασία Γεντί Κουλέ, και δέχτηκε χιλιάδες κρατούμενους, ποινικούς και πολιτικούς, άνδρες και γυναίκες, επώνυμους και ανώνυμους. Η ιστορία της φυλακής είναι γνωστή, αναφέρεται στη λογοτεχνία, στην ποίηση και στη μουσική. Υπήρξε μια από τις σκληρότερες φυλακές για ποινικούς καταδίκους και για πολιτικούς κρατούμενους και συνδέθηκε με μαύρες σελίδες της ιστορίας μας, τη δικτατορία του Μεταξά, τη γερμανική κατοχή, τον Εμφύλιο και, τέλος, με τη χούντα των συνταγματαρχών.

Το 1989 το Επταπύργιο αποχαρακτηρίζεται από σωφρονιστικό ίδρυμα και αποδίδεται στο Δημόσιο. Η τότε 9η Εφορεία Βυζαντινών Αρχαιοτήτων, η οποία είχε την ευθύνη των βυζαντινών μνημείων της Θεσσαλονίκης, άρα και του κάστρου, αναλαμβάνει την καταγραφή της κατάστασης του μνημείου. Από το 1990 έως το 1995 εκπονεί μελέτες συντήρησης και αποκατάστασης του Επταπυργίου, τις οποίες στη συνέχεια υλοποίησε σταδιακά, από το 1996 έως το 2006. Έλαβαν χώρα μεγάλης κλίμακας εργασίες, που ήταν αδύνατο να υλοποιηθούν κατά το διάστημα που λειτουργούσε η φυλακή. Βέβαια, στη δεκαετία του 1970 είχαν πραγματοποιηθεί στερεώσεις ικανής κλίμακας στο εξωτερικό μέρος των τειχών, το 1973 στερεώθηκε η ΒΔ πλευρά, μετά τον σεισμό του 1978 αντιμετωπίστηκαν άμεσα τα προβλήματα και, ακόμη, το 1983, με ειδική χρηματοδότηση του ΥΠΠΟ, ξεκίνησε ευρύτερο πρόγραμμα στερέωσης του κτιρίου, βάσει μελέτης που είχε εκπονηθεί από μηχανικούς της Εφορείας Αρχαιοτήτων.

Αμέσως μετά τη μεταφορά της φυλακής, ήδη από το 1990, η ταυτότητα και αξιοποίηση του φρουρίου έγινε αιτία προστριβών, λόγω της ιδιαίτερης κληρονομιάς του Επταπυργίου, ενός μνημείου στο οποίο εμπλέκονται διαφορετικές κοινωνικές ομάδες με διαφορετικές αντιλήψεις και επιθυμίες η κάθε μια. Η ανάδειξη της ταυτότητάς του ως βυζαντινού κάστρου προσκρούει σε απόψεις που προβάλλουν κυρίως τη χρήση του ως φυλακή, όμως η ταυτότητα του Επταπυργίου ως βυζαντινού μνημείου, προστατευόμενου μάλιστα από την UNESCO, είναι αδιαπραγμάτευτη. Συγχρόνως, η χρήση του ως φυλακή, το περίφημο Γεντί Κουλέ, έχει χαραχτεί στη συλλογική μνήμη και ανταγωνίζεται την ταυτότητα του μνημείου, χωρίς όμως να την ξεπερνά.

Τελικά, το 1999 το Επταπύργιο γίνεται έδρα της 9ης Εφορείας Βυζαντινών Αρχαιοτήτων, αργότερα Εφορείας Αρχαιοτήτων Πόλης Θεσσαλονίκης. Συγχρόνως λειτουργεί ως μνημείο του εαυτού του και χώρος φιλοξενίας πολιτιστικών εκδηλώσεων. Το μεγαλύτερο τμήμα των φυλακών και του φρουρίου είναι επισκέψιμα. Η ιστορία του μνημείου ως βυζαντινού κάστρου και ως χώρου εγκλεισμού, καθώς και η προνομιακή θέση του με πανοραμική θέα της πόλης, του λιμένα και της γύρω περιοχής, προσελκύουν καθημερινά όλο και περισσότερους επισκέπτες και σχολεία. Επίσης, σημαντικότατη είναι η χρήση του μνημείου ως τόπου φιλοξενίας πολιτιστικών εκδηλώσεων και του Φεστιβάλ Επταπυργίου, από το 2019, που συμβάλλει καθοριστικά στην επανανοηματοδότηση του χώρου, καθώς επιτρέπει τη συνύπαρξη της υλικής υπόστασης του μνημείου με άυλες πολιτιστικές πρακτικές.

Στο πλαίσιο των σύγχρονων θεωρητικών προσεγγίσεων για την προστασία και διαχείριση της πολιτιστικής κληρονομιάς, η επανάχρηση του Επταπυργίου ως έδρας της Εφορείας Αρχαιοτήτων Πόλης Θεσσαλονίκης και ως μουσείου και χώρου φιλοξενίας πολιτιστικών εκδηλώσεων εντάσσεται σε ένα μοντέλο ενεργής και βιώσιμης διαχείρισης μνημείων.[4] Η προσέγγιση αυτή εναρμονίζεται με τις διεθνείς αρχές διαχείρισης ιστορικών τόπων, σύμφωνα με τις οποίες τα μνημεία οφείλουν να παραμένουν λειτουργικά και κοινωνικά ενταγμένα, χωρίς να αλλοιώνεται η αυθεντικότητα και ο ιστορικός τους χαρακτήρας.[5]

Η σύγχρονη καλλιτεχνική δημιουργία ενεργοποιεί τον χώρο ως τόπο μνήμης (lieu de mémoire), όπου το παρελθόν δεν αποσιωπάται, αλλά επαναδιαπραγματεύεται μέσα από τον δημόσιο διάλογο και τη συλλογική εμπειρία.[6] Η φιλοξενία πολιτιστικών δράσεων δίνει στο Επταπύργιο τη δυνατότητα να αποκοπεί από το τραυματικό παρελθόν του και να μετατραπεί σε χώρο ζωής, διαλόγου και συλλογικής μνήμης. Μέσα από συναυλίες, θεατρικές παραστάσεις, εκθέσεις και άλλες εκδηλώσεις, το μνημείο επανασυνδέεται με την κοινωνία και καθίσταται προσβάσιμο στο ευρύ κοινό, όχι μόνο ως ιστορικό κατάλοιπο, αλλά ως ενεργός πολιτιστικός πυρήνας.

Παράλληλα, η πολιτιστική χρήση του μνημείου ενισχύει τον παιδευτικό και κοινωνικό του ρόλο, προάγοντας την κριτική πρόσληψη της ιστορίας και τη σύνδεση του κοινού με το παρελθόν της πόλης. Το Επταπύργιο μετασχηματίζεται έτσι από χώρος εγκλεισμού σε ανοιχτό πολιτιστικό τοπόσημο, επιβεβαιώνοντας τον ρόλο των οχυρωματικών μνημείων ως ζωντανών φορέων πολιτιστικής μνήμης και σύγχρονης πολιτιστικής παραγωγής.[7]

Με αυτόν τον τρόπο, σήμερα το Επταπύργιο δεν παραμένει ένα «σιωπηλό» μνημείο του παρελθόντος, αλλά μετατρέπεται σε ζωντανό φορέα πολιτισμού, που γεφυρώνει την ιστορία με το παρόν και προσφέρει νέες σημασίες στον αστικό και πολιτιστικό ιστό της Θεσσαλονίκης. Το μνημείο δεν ζει μόνο στη μνήμη μας, αλλά ζει και στην καθημερινότητά μας, καταγράφοντας στο ιστορικό μας DNA τη διπλή του ταυτότητα.

  1. Α. Αγγελοπούλου, Τα βυζαντινά τείχη της Θεσσαλονίκης, Θεσσαλονίκη 2008, σσ. 45-60.
  2. Α. Καραθανάσης, Η Θεσσαλονίκη στην Τουρκοκρατία, Θεσσαλονίκη 1997, σσ. 233-240.
  3. Μ. Μαρκαρίου, «Μνημεία με δύσκολο παρελθόν», Αρχαιολογία και Τέχνες 96 (2015), 46-49.
  4. Rodney Harrison, Heritage: Critical Approaches, Routledge, London-New York 2013, σσ. 72-80· Laurajane Smith, Uses of Heritage, Routledge, London 2006, σσ. 44-52.
  5. ICOMOS, The Valletta Principles, Paris 2011.
  6. Pierre Nora, “Between Memory and History: Les Lieux de Mémoire”, Representations 26 (1989), 7-24.
  7. B. Plevoets - K. Van Cleempoel, “Adaptive Reuse as a Strategy”, JCHMSD Journal of Cultural Heritage, Management and Sustainable Development, 1 (2011), 156-169.