Περιήγηση στον χώρο των Φυλακών Επταπυργίου: Υλικές εκφάνσεις της ατομικής και συλλογικής μνήμης
Φλώρα Καραγιάννη - Μαρία Σαραντίδου
«Εφθάναμεν... Ήτο η ώρα 12 τουρκιστί. Εδώ, το φρούριον υψηλόν, τρομακτικόν, μυστηριώδες, εκεί κάτω εις την πόλιν, η ζωή, η φαιδρότης, η διασκέδασις... Ο τάφος των ζώντων, ανοίγετο δι’ εμέ. Ο ήλιος έδυε. Και η νεότης μου επρόκειτο να δύση εις το ερεβώδες σκότος των φυλακών του Γεντί Κουλέ».[1]
Με αυτά τα πολύ έντονα συναισθήματα, ο Γεώργιος Ιορδάνου το 1921, όπως και εκατοντάδες άλλοι κρατούμενοι, πριν και μετά από αυτόν, περνούσαν για σχεδόν έναν αιώνα την κεντρική πύλη του Επταπυργίου προκειμένου να εκτίσουν την ποινή τους, σε έναν χώρο που είχε μετατραπεί σε φυλακές από τα τέλη της δεκαετίας του 1880 έως το 1989, όταν οι φυλακές της πόλης μεταφέρθηκαν στα Διαβατά (Εικ. 1).

Εικ. 1. Η κεντρική είσοδος των φυλακών του Γεντί Κουλέ.
Όπως έχει ήδη αναφερθεί, οι φυλακές του Γεντί Κουλέ κτίστηκαν εντός του βυζαντινού φρουρίου του Επταπυργίου,[2] όπου σε επαφή με τα τείχη οικοδομήθηκαν διάφορα κτίσματα προκειμένου να εξυπηρετήσουν τις νέες ανάγκες χρήσης του χώρου (Εικ. 2). Βασικός πυρήνας του συγκροτήματος ήταν οι δέκα πύργοι με τα μεσοπύργια διαστήματά τους, που οριοθετούσαν το φρούριο στο υψηλότερο σημείο της βυζαντινής πόλης, όπου μετά την άλωση από τους Οθωμανούς εγκαταστάθηκε η οθωμανική διοίκηση.[3] Όταν, στα τέλη της δεκαετίας του 1880, αποφασίστηκε ο χώρος να μετατραπεί σε φυλακές για βαρυποινίτες υπηκόους της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, το Επταπύργιο άρχισε να αλλάζει μορφή, με την προσθήκη πολλών νέων κτισμάτων, κάποια από τα οποία προστέθηκαν στη διάρκεια του 20ού αιώνα, καθώς το Γεντί Κουλέ συνέχισε και μετά την απελευθέρωση της Θεσσαλονίκης, το 1912, να λειτουργεί ως φυλακή, έως το 1989, οπότε πέρασε από τη δικαιοδοσία του Υπουργείου Δικαιοσύνης σε εκείνη του Υπουργείου Πολιτισμού.[4]

Εικ. 2. Το Επταπύργιο. Αεροφωτογραφία.
Ιστορικό πλαίσιο
Όπως είναι γνωστό, μετά τη διακήρυξη του Τανζιμάτ (1839-1876) ξεκίνησε μια σειρά από μεταρρυθμίσεις με στόχο την αναδιοργάνωση της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, σε επίπεδο διοίκησης, οικονομίας και σχέσεών της με τους υπηκόους της. Στο πλαίσιο αυτών των διοικητικών ρυθμίσεων, υλοποιήθηκαν, αντίστοιχα, πολυάριθμες καινοτομίες στο σωφρονιστικό σύστημα, όπως ριζικές αλλαγές στους κανονισμούς, που καταρτίστηκαν σύμφωνα με τις αρχές του σύγχρονου δικαίου.[5] Αυτή η διαδικασία εκσυγχρονισμού, που επιταχύνθηκε με παρεμβάσεις και οδηγίες ευρωπαϊκών χωρών, συνεχίστηκε μέχρι την περίοδο της Δημοκρατίας. Η νέα κατάσταση έφερε στο προσκήνιο το πρόβλημα των δομών που απαιτούνταν για το νέο ποινικό σύστημα. Μέχρι τότε ελάχιστα κτίρια στην Οθωμανική Αυτοκρατορία κτίστηκαν αποκλειστικά ως φυλακές, ενώ συνήθως στεγάζονταν στα υπόγεια (bodrum) των παλατιών και των φρουρίων.[6]
Οι εκθέσεις για τις υπάρχουσες φυλακές μιλούσαν για κτίρια ανεπαρκή και παραμελημένα και κατέληγαν στην αναγκαιότητα νέων κτιρίων φυλακών. Ωστόσο, η επιδείνωση των οικονομικών συνθηκών και η πολιτική αναταραχή είχαν ως αποτέλεσμα τα μέτρα που έπρεπε να ληφθούν να παραμείνουν μόνο στα χαρτιά, με εξαίρεση το κτίριο των φυλακών στην περιοχή Σουλταναχμέτ της Κωνσταντινούπολης, που λειτούργησε το 1870, και σήμερα είναι πολυτελές ξενοδοχείο της αλυσίδας Four Seasons.
Η κατασκευή νέων κτιρίων φυλακών παρατηρείται τόσο στα αστικά κέντρα όσο και στην επαρχία κατά τη διάρκεια της βασιλείας του Αμπντούλ Χαμίτ Β'. Σε αυτή την περίοδο, κατά την οποία υπήρξε αύξηση στην κατασκευή δημόσιων έργων, τα κτίρια των φυλακών συγκαταλέγονταν στα κατασκευαστικά προγράμματα που υλοποιούνταν σε διάφορες πόλεις, όπως στην Κομοτηνή, στην Αλεξανδρούπολη, στο Διδυμότειχο, στην Καβάλα, στην Ξάνθη, στην Κοζάνη, στις Σέρρες, στη Δράμα και στη Θεσσαλονίκη. Στη Θεσσαλονίκη κατασκευάστηκε το 1907 κέντρο κράτησης, γνωστό ως Νέες Φυλακές, επί της οδού Κασσάνδρου, πίσω από το Διοικητήριο, το οποίο κατέχει σημαντική θέση στην ιστορία της οθωμανικής αρχιτεκτονικής των φυλακών.[7]
Παράλληλα, την ίδια περίοδο, αποφασίστηκε από τη διοίκηση της πόλης να κατασκευαστούν κτίρια φυλακών εντός του φρουρίου του Επταπυργίου. Ανάλογο παράδειγμα φρουρίου που την ίδια εποχή μετασκευάζεται σε φυλακές με την προσθήκη νέων κτισμάτων εντός του υφισταμένου βυζαντινού ήταν αυτό της Σινώπης.[8]
Περιγραφή
Στο πλαίσιο λειτουργίας των φυλακών, ο εσωτερικός χώρος του φρουρίου διαρθρώθηκε σε πέντε ανεξάρτητα τμήματα. Στα τρία νοτιότερα αναπτύσσονται τα κτίρια που αποτέλεσαν χώρους διαμονής των φυλακισμένων, ενώ τον βορειανατολικό άξονα καταλαμβάνουν οι βοηθητικοί χώροι (μαγειρείο, λουτρό, κουρείο, συνεργείο, εκκλησία κ.λπ. (Εικ. 3). Τα δύο άκρα του νότιου εξωτερικού συγκροτήματος των νεότερων κτισμάτων καταλαμβάνουν οι γυναικείες φυλακές, στα ανατολικά, και οι στρατιωτικές φυλακές, στα δυτικά, ενώ οι ανδρικές φυλακές βρίσκονται εντός του φρουρίου. Ανάμεσά τους, αναπτύσσονται πολλοί μικροί χώροι με διάφορες χρήσεις, όπως κοιτώνες υπαλλήλων, γραφείο διευθυντή, φαρμακείο, οδοντιατρείο, λογιστήριο, θάλαμοι απομόνωσης, αποθήκες τροφίμων κ.ά.

Εικ. 3. Το Επταπύργιο. Κάτοψη.
Αναλυτικότερα: Διασχίζοντας την κεντρική πύλη της εισόδου του Επταπυργίου (Π8) (Εικ. 4), διέρχεται κανείς από τον χώρο του επισκεπτηρίου και, περνώντας μέσα από ένα στενό διάδρομο, φτάνει στη μικρή αυλή στο εσωτερικό του συγκροτήματος των ανδρικών φυλακών. Το συγκρότημα αυτό οργανώνεται μέσα στον χώρο που ορίζεται από την εσωτερική περίμετρο των τειχών του βυζαντινού φρουρίου και έχει σχήμα μιας ακανόνιστης έλλειψης, στο κέντρο της οποίας βρίσκεται ένα κεντρικό φυλάκιο (Εικ. 5). Γύρω από αυτό το φυλάκιο, το οποίο αποτελούσε το βασικό παρατηρητήριο όλου του συγκροτήματος, αναπτύσσονται ακτινωτά 5 αυλές. Στις τρεις από αυτές ανήκει ο ένας διώροφος θάλαμος κοιτώνων, η μία πλευρά του οποίου ακουμπά στο εσωτερικό περιμετρικό τείχος του φρουρίου. Κάθε αυλή είχε και τη δική της φύλαξη, με ειδικό φυλάκιο.

Εικ. 4. Η κεντρική πύλη.

Εικ. 5. Άποψη του εσωτερικού του Επταπυργίου με το κεντρικό φυλάκιο.
Εντός της αυλής, το 1917-1918, ένας κρατούμενος, ονόματι Μελχισεδέκ Μακρής,[9] από τα Δουμπιά της Χαλκιδικής, ο οποίος είχε καταδικαστεί σε δεκαετή εγκλεισμό από το έκτακτο στρατοδικείο της Χαλκιδικής ως αντιφρονών, ανήγειρε μια μικρή μονόχωρη βασιλική αφιερωμένη στον Άγιο Ελευθέριο (Εικ. 6). Από μια επιστολή που έστειλε μέσα από το κελί του, στην Ιερά Μονή Βατοπεδίου του Αγίου Όρους, πληροφορούμαστε ότι λειτουργούσε ο ίδιος σε αυτό, για τους 600 χριστιανούς κατάδικους που υπήρχαν στις μέρες του φυλακισμένοι στο Γεντί Κουλέ:
«Και κατά τας αγίας ημέρας των Παθών του Κυρίου (1918) εκκλησιάσθησαν άπαντες οι κρατούμενοι [...] και τους μετάλαβα των θείων και αχράντων μυστηρίων. Φαντασθήτε 600 κατάδικοι αναζωογονηθέντες υπό του πυρός της θρησκείας αντλήσαντες εκ της μητρός εκκλησίας μεγίστην παραμυθίαν ήτις είναι η άγκυρα σωτηρίας διά τους κρατουμένους θεωρουμένους αποκλήρους της κοινωνίας».

Εικ. 6. Ο ναΐσκος του Αγίου Ελευθερίου.
Ο ναΐσκος ολοκληρώθηκε το 1918 και λειτούργησε το Πάσχα της ίδιας χρονιάς, με την έγκριση της τότε κυβέρνησης, ενώ το 2018, μετά από 100 χρόνια, και μετά από την ολοκλήρωση των εργασιών αποκατάστασης από την Εφορεία Αρχαιοτήτων Πόλης Θεσσαλονίκης, ο ναός εγκαινιάστηκε εκ νέου από την ΑΘΠ, τον Οικουμενικό Πατριάρχη κ.κ. Βαρθολομαίο.
Επανερχόμενοι στα υπόλοιπα κτίσματα του σωφρονιστικού συγκροτήματος, αξίζει να αναφερθεί ότι για τις ανάγκες των φυλακισμένων αξιοποιήθηκαν, όπου αυτό ήταν δυνατόν, και οι πύργοι του φρουρίου. Για παράδειγμα, στη βόρεια πλευρά των τειχών, και συγκεκριμένα στον όροφο του Π2, λειτουργούσε η βιβλιοθήκη, το αρχείο και το διδασκαλείο των φυλακών. Στα κτίρια που κατασκευάστηκαν για τις ανάγκες των φυλακών ανήκε και το στενόμακρο κτίριο μεταξύ της νότιας πλευράς του φρουρίου και του προτειχίσματος, που λειτουργούσε ως χώρος απομόνωσης. Μια βαριά μεταλλική πόρτα οδηγεί σε έναν στενό και επιμήκη διάδρομο, στα δεξιά του οποίου διαμορφώνονται οκτώ κελιά απομόνωσης (Εικ. 7). Μικρά, χωρίς ανοίγματα, τα κελιά επικοινωνούσαν μόνο με τον διάδρομο, όπου ανοίγονταν τρία μικρά ανοίγματα που επέτρεπαν στο λιγοστό φως να εισχωρεί στο εσωτερικό του, και κατ’ επέκταση στα κελιά, μέσω μιας μικρής χαραμάδας στις βαριές μεταλλικές πόρτες τους (Εικ. 8). Στην ίδια πλευρά της απομόνωσης, έξω από τον βυζαντινό περίβολο, βρίσκεται και το διώροφο, απλό και απέριττο κτίριο των στρατιωτικών φυλακών, στα δυτικά, καθώς και το αντίστοιχο διώροφο κτίριο των γυναικείων φυλακών, στα ανατολικά.

Εικ. 7. Η είσοδος στην απομόνωση.

Εικ. 8. Τα κελιά της απομόνωσης.
Η αρχιτεκτονική των κτιρίων
Σύμφωνα με τη βιβλιογραφία, σχέδια φυλακών και κέντρων κράτησης, του δεύτερου μισού του 19ου αιώνα, συναντώνται συχνά σε αρχειακά έγγραφα και σχετίζονται άμεσα με τη διαδικασία μεταρρύθμισης του ποινικού κώδικα. Σε εκθέσεις, που εκπονήθηκαν από ξένους διπλωμάτες και στρατιωτικούς, η ανάγκη τα νέα κτίρια των φυλακών να είναι σύμφωνα με τις σύγχρονες συνθήκες υγιεινής και ασφαλείας τονιζόταν συχνά. Τα σωζόμενα σχέδια επιτρέπουν την άντληση πληροφοριών για τη διάταξη και τις λειτουργίες των χώρων και τη μορφή των κτιρίων: προφανώς οι μέθοδοι φυλάκισης που ορίζονται από τους ποινικούς κώδικες επηρεάζουν άμεσα τη διαδικασία του αρχιτεκτονικού σχεδιασμού και οδηγούν σε κοινά χαρακτηριστικά, ενώ τα τοπικά αρχιτεκτονικά στοιχεία παίζουν σημαντικό ρόλο στην ανάπτυξη διαφορετικών τύπων σχεδίων. Επίσης, σημαντικό ρόλο στη χωροθέτηση παίζει ο αριθμός των κρατουμένων. Διαφορετικές χωρητικότητες οδηγούν σε διαφορετικά σχέδια και διάταξη των χώρων.[10]
Στην περίπτωση μας, με δεδομένα τα σαφή όρια του χώρου που επρόκειτο να καταλάβει η φυλακή του Γεντί Κουλέ εντός του φρουρίου, εφαρμόστηκε ιδιοφυώς ο τύπος της ακτινωτής αλλά και της σταυροειδούς κάτοψης, που είχε εξαπλωθεί ταχέως, ιδιαίτερα στην Ευρώπη, σύμφωνα με την ιδέα του panopticon, επηρεάζοντας, αναμφίβολα, την αρχιτεκτονική σκέψη ως προς την τυπολογία των φυλακών.[11]
Είναι σημαντικό να σημειωθεί εδώ ότι, σε αντίθεση με τις φυλακές στη Δύση, όπου επιλέγεται η παραμονή των φυλακισμένων σε ξεχωριστά κελιά, στην οθωμανική πρακτική εφαρμόζεται κοινή διαμονή τους σε θαλάμους, κάτι που συναντούμε ακριβώς και στις φυλακές του Γεντί Κουλέ. Σύμφωνα με μαρτυρίες, το 1918 συνυπήρχαν 4 θάλαμοι που φιλοξενούσαν περίπου 800 άτομα.[12] (Εικ. 9).

Εικ. 9. Ανδρικοί κοιτώνες.
Όσον αφορά τα κτίρια, παρά τις διαφορές που παρουσιάζει κάθε κτιριολογικό πρόγραμμα, η εσωτερική οργάνωση, το δομικό τους σύστημα, όπως και οι όψεις τους, παρουσιάζουν ομοιότητες, τόσο μεταξύ τους όσο και με άλλα δημόσια κτίρια διοίκησης της εποχής. Υπ’ αυτήν την έννοια, χαρακτηριστικά, όπως οι φέρουσες τοιχοποιίες από λιθοδομή, τα μεταλλικά φέροντα στοιχεία, οι ξύλινες φέρουσες δοκοί δαπέδων και ο ξύλινος φέρων οργανισμός των στεγών, η νεοκλασική πρόσοψη ή η απλή αρχιτεκτονική διάταξη είναι κοινά στα περισσότερα κτίρια της εποχής, αλλά και των κτιρίων των φυλακών του Επταπυργίου.
Ανακαινίσεις, επισκευές και τροποποιήσεις θα ακολουθήσουν, κατά τη φάση λειτουργίας των ελληνικών, πλέον, φυλακών. Οι κυριότερες από αυτές αφορούν την κατεδάφιση κύριων και βοηθητικών κτιρίων και προσθήκη νέων, τη χρήση νέων υλικών και τεχνογνωσίας, όπως το οπλισμένο σκυρόδεμα, και αλλαγές στα ανοίγματα των όψεων. Επισκευές θα γίνουν και μετά τον σεισμό του 1978, από την Υπηρεσία Αποκατάστασης Σεισμοπλήκτων Βορείου Ελλάδος (ΥΑΣΒΕ).
Οι εργασίες αποκατάστασης
Σε όλα τα κτίρια των φυλακών, από το 1989, όταν πέρασαν στην ιδιοκτησία του Υπουργείου Πολιτισμού, πραγματοποιήθηκαν εκτενείς αναστηλωτικές εργασίες, οι οποίες είχαν ως στόχο να διασώσουν τα υλικά κατάλοιπα ενός χώρου με τόσο μεγάλη ιστορία, όπως το Επταπύργιο[13] (Εικ.10). Σήμερα, η μνήμη αυτών των ανθρώπων, των χιλιάδων ανθρώπων που πέρασαν την πύλη του Γεντί Κουλέ, είναι, τουλάχιστον για μας που κινούμαστε μέσα σε αυτό, ολοζώντανη, μέσα από τα δεκάδες ονόματα που είναι χαραγμένα στα κεραμίδια των κοιτώνων ή στα ζωγραφικά έργα, απλοϊκά ως προς την τέχνη τους, που διατηρήθηκαν στους τοίχους των κτιρίων διοίκησης.

Εικ. 10. Εργασίες αποκατάστασης.
Οι φυλακές του Γεντί Κουλέ έμειναν στη μνήμη και τη συνείδηση των κατοίκων της πόλης ως ένα σύμβολο τρόμου για χιλιάδες ποινικούς και πολιτικούς κρατούμενους που φυλακίστηκαν στους υγρούς θαλάμους του, βασανίστηκαν και, τελικά, δολοφονήθηκαν. Ο τόπος των εκτελέσεων ήταν ακριβώς έξω από τα τείχη των φυλακών, στην πλαγιά προς τις Συκιές, όπου εντοπίστηκαν πρόσφατα 47 σκελετοί εκτελεσθέντων.[14] Εκεί εκτελέστηκαν δεκάδες αντιστασιακοί, κομμουνιστές και αντιφρονούντες, για τα πολιτικά τους φρονήματα, αλλά και βαρυποινίτες για τα εγκλήματα που διέπραξαν.[15]
Ακόμη όμως και μέσα από την αρνητική του διάσταση, ο χώρος των φυλακών του Γεντί Κουλέ, που συνδέθηκε άρρηκτα με πικρές σελίδες της νεότερης ιστορίας του, για τις οποίες γράφτηκαν δεκάδες βιβλία, ποιήματα και μερικά από τα πιο γνωστά ρεμπέτικα τραγούδια, παρέμεινε τοπόσημο για την πόλη. Ένα ισχυρό τοπόσημο, που κατάφερε το Υπουργείο Πολιτισμού, μέσα από τις εργασίες ανάδειξής του εδώ και τρεις δεκαετίες, να το μετατρέψει σε χώρο μνήμης, ο οποίος ελκύει καθημερινά ολοένα και μεγαλύτερο αριθμό επισκεπτών.
- Για τον συγγραφέα Γιώργο Ιορδάνου, βλ. Ντίνος Χριστιανόπουλος, «Ο συγγραφέας Γιώργος Ιορδάνου και το βιβλίο του για το Γεντί Κουλέ», Εντευκτήριο, 1 (1987), 3-6· Μαρία Χορταρούδη, «Από τον τάφον των ζωντανών. Ένα άγνωστο βιβλίο, πολύτιμη πηγή για το Επταπύργιο και την Θεσσαλονίκη», Κολοφών. Τόμος προς τιμήν του καθηγητή Ευθυμίου Κ. Λίτσα, Ελληνική Παλαιογραφική Εταιρεία, Θεσσαλονίκη 2024, σσ. 931-958. ↑
- Για το βυζαντινό Επταπύργιο, βλ. ενδεικτικά, Βασίλης Κονιόρδος, «Το φρούριο του Επταπυργίου», Μνημείο και Περιβάλλον, 1-3 (1995), 54-63· του ιδίου, «Επταπύργιο. Θεσσαλονίκη. Ελλάς», Slobodan Ćurčić - Ευαγγελία Χατζητρύφωνος (επιμ.), Κοσμική μεσαιωνική αρχιτεκτονική στα Βαλκάνια, 1300-1500 και η διατήρησή της, Θεσσαλονίκη 1999, σσ. 192-195· Νικόλας Μπακιρτζής - Φίλιππος Ωραιόπουλος, «Δοκίμιο για την οχυρωτική στο Βυζάντιο. Ο βορειοελλαδικός χώρος, 4ος-15ος αι.», κατάλογος έκθεσης Ώρες Βυζαντίου. Έργα και ημέρες στο Βυζάντιο, ΥΠΠΟ/9η ΕΒΑ, Αθήνα 2001· Φλώρα Καραγιάννη - Σταυρούλα Τζεβρένη, «Τα τείχη της Θεσσαλονίκης», Διακλαδική Επιθεώρηση, 52 (2022), 87-89. ↑
- Με τη φάση αυτή συνδέεται η επιγραφή στην πύλη εισόδου του φρουρίου που αναφέρει τον Çavuş Bey, ο οποίος έκτισε τον πύργο το έτος 834 [13 Μαΐου - 12 Ιουνίου 1431]· βλ. Heath W. Lowry, The Shaping of the Ottoman Balkans, 1350-1550. The Conquest, Settlement and Infrastructural Development of Northern Greece, Bahçeşehir University Publications, Κωνσταντινούπολη 2008, σσ. 107-138· Bασίλης Δημητριάδης, Τοπογραφία της Θεσσαλονίκης κατά την εποχή της Τουρκοκρατίας 1430-1912, Εκδοτικός Οίκος Αφών Κυριακίδη, Θεσσαλονίκη 2008, σσ. 422-423. ↑
- Για την ιστορία του Επταπυργίου ως φυλακών, βλ. Κωνσταντίνος Νίγδελης, Επταπύργιον - Γεντί Κουλέ. Πορεία στο χρόνο..., Δήμος Συκεών, Θεσσαλονίκη 2002· Χρυσούλα Γιαταγάνα, Γεντί Κουλέ. Η απολογία, Εκδόσεις Μολύβι, Αθήνα 2018. ↑
- Η βιβλιογραφία για το θέμα είναι τεράστια. Ενδεικτικά βλ. Kent F. Schull, Prisons in the Late Ottoman Empire: Microcosms of Modernity, Edinburgh University Press, Εδιμβούργο 2014· Αικατερίνη Γιαννουκάκου, «Οθωμανικές φυλακές: το Γεντί Κουλέ», ανέκδοτη διπλωματική εργασία, Τμήμα Βαλκανικών, Σλαβικών και Ανατολικών Σπουδών, Πανεπιστήμιο Μακεδονίας, Θεσσαλονίκη 2019, σ. 82 κ.ε., όπου και εκτενής γύρω από το θέμα βιβλιογραφία. ↑
- Arthur Griffiths, The History and Romance of Crime from the Earliest times to the Present Day, The Grolier Society, Λονδίνο 1900, σσ. 269-284· Emre Kolay, “Osmanlı Hapishane Mimarisinde Plan Tipleri Hakkında Bir Değerlendirme” (An Evaluation about Plan Typology of Ottoman Prison Architecture), 24. Uluslararası Ortaçağ ve Türk Dönemi Kazıları ve Sanat Tarihi Araştırmaları Kitabı, Nevşehir Hacı Bektaş Veli Üniversitesi, Νεβσεχίρ 2021. ↑
- Emre Kolay, “Ottoman Prison Projects in Greece in the Light of Archival Documents”, Paschalis Androudis, Aikaterini Markou, Dimitris Loupis (eds), The Ottoman Monuments in Greece Revisited: A Tribute in the Memory of Machiel Kiel, Hellenic Ministry of Culture - Hellenic Organization of Cultural Resources Development, Αθήνα 2025, σσ. 259-270. ↑
- Cevdet Yılmaz, “Tarih Sinop Kalesi Cevaevi”, Doğu Coğrafya Dergisi, 14/22 (2011), 1-15. ↑
- Χ. Παπαντωνίου, «Μελχισεδέκ Μακρής. Αρχιμανδρίτης και Ιερεύς του Στρατού», Φωνή της Χαλκιδικής, 31 Μαΐου 1936· Νίκος Παπαοικονόμου, «Μελχισεδέκ Μακρής, Ένας πράκτορας του Μακεδονικού αγώνα από τη Χαλκιδική», Παγχαλκιδικός Λόγος, 17 (2013), 14-15. ↑
- Kolay, “Ottoman Prison Projects”, σ. 263, σημ. 6. ↑
- Το panopticon είναι τύπος κτιρίου-φυλακής, που σχεδιάστηκε από τον Άγγλο φιλόσοφο και κοινωνιολόγο Jeremy Bentham, το 1785. Η ιδέα του σχεδιασμού επιτρέπει τη συνεχή επίβλεψη (-opticon) όλων (pan-) των κρατουμένων· Janet Semple, Bentham's Prison: a Study of the Panopticon Penitentiary, Clarendon Press, Οξφόρδη 1993. ↑
- Θανάσης Κοντοφάκας, «Γεντί Κουλέ: Τόπος μνήμης και θυσίας», e-prologos.gr, 21 Ιανουαρίου 2019, στην ιστοσελίδα https://www.e-prologos.gr/γεντί-κουλέ-τόπος-μνήμης-και-θυσίας-2/ [ανακτήθηκε στις 18 Μαΐου 2026]. ↑
- Bασίλης Κονιόρδος, Xρυσάνθη Χατζηαντωνίου, Φίλιππος Ωραιόπουλος, Ευπραξία Σαραφιάνου, «Φρούριο Επταπυργίου», Αρχαιολογικόν Δελτίον 47 (1992), Β2, 400-402· B. Κονιόρδος, Φ. Ωραιόπουλος, X. Χατζηαντωνίου, Φανή Ρεβυθιάδου, Ε. Σαραφιάνου, «Φρούριο Επταπυργίου», Αρχαιολογικόν Δελτίον, 49 (1994), Β2, 474· B. Κονιόρδος, Φ. Ρεβυθιάδου, Φ. Ωραιόπουλος, Ε. Σαραφιάνου, «Φρούριο Επταπυργίου», Αρχαιολογικόν Δελτίον, 51 (1996), Β2, 469-470· B. Κονιόρδος, Φ. Ρεβυθιάδου, Ε. Σαραφιάνου, «Φρούριο Επταπυργίου», Αρχαιολογικόν Δελτίον, 52 (1997), Β2, 680-681· οι ίδιοι, «Φρούριο Επταπυργίου», Αρχαιολογικόν Δελτίον, 53 (1998), Β2, 568-569· οι ίδιοι, «Φρούριο Επταπυργίου», Αρχαιολογικόν Δελτίον, 54 (1999), Β2, 600-602· B. Κονιόρδος, Ε. Σαραφιάνου, «Φρούριο Επταπυργίου», Αρχαιολογικόν Δελτίον, 55 (2000), Β2, 732· οι ίδιοι, «Φρούριο Επταπυργίου», Αρχαιολογικόν Δελτίον, 56-59 (2001-2004), Β2, 294-296· B. Κονιόρδος, «Φρούριο Επταπυργίου», Αρχαιολογικόν Δελτίον, 60 (2005), Β2, 660-661· Αθηνά Τοκμακίδου, Βασιλική Καλταπανίδου, Φανή Ρεβυθιάδου, Πέτρος Ράδης, Άγγελος Τασολάμπρος, «Τα τείχη της Θεσσαλονίκης: Συντήρηση, προστασία και βελτίωση της ανώτερης επιφάνειάς τους. Εργασίες 2010-2014», Το αρχαιολογικό έργο στη Μακεδονία και στη Θράκη, 28 (2014), 405-414· Α. Τοκμακίδου - Β. Καλταπανίδου, «Η αποκατάσταση του βόρειου κεντρικού πύργου του φρουρίου του Επταπυργίου», Πρακτικά διεθνούς επιστημονικού συμποσίου προς τιμήν του ομότιμου καθηγητή Γ. Βελένη (Θεσσαλονίκη, 4-7 Οκτωβρίου 2017), τόμ. ΙΙ, Αθήνα 2021, σσ. 1073-1085· Γιώργος Σκιαδαρέσης - Βασιλική Καλταπανίδου, «Το Επταπύργιο της Θεσσαλονίκης. Το φρούριο, τα χρόνια της σιωπής και η μετεξέλιξη σε χώρο πολιτισμού», Μ. Δούση, Ι. Σιναμίδης, Σ. Κωτσόπουλος (επιμ.), Προστασία, συντήρηση, αποκατάσταση μνημείων πολιτισμού, 20 χρόνια Δ.Π.Μ.Σ. Πρακτικά Συνεδρίου (Θεσσαλονίκη, 20-23 Σεπτεμβρίου 2019), Κάλλιππος, Αθήνα 2021, σσ. 767-776. ↑
- Δήμητρα Τσάτσου, «Στους 47 οι σκελετοί από τους ομαδικούς τάφους στις Συκιές», The opinion, 24 Φεβρουαρίου 2026, στην ιστοσελίδα https://www.theopinion.gr/reportaz/stoys-47-oi-skeletoi-apo-toys-omadikoys-tafoys-stis-sykies/ [ανακτήθηκε 18 Μαΐου 2026]. ↑
- Σπύρος Κουζινόπουλος, Γεντί Κουλέ. Η Βαστίλη της Θεσσαλονίκης, Εκδόσεις Ιανός, Θεσσαλονίκη 2025. ↑
