Το ανά χείρας έκτο τεύχος του περιοδικού Εικοστός Αιώνας είναι αφιερωμένο ως επί το πλείστον σε πτυχές της ιστορίας της φυλακής Επταπυργίου (Γεντί Κουλέ) Θεσσαλονίκης. Πιο συγκεκριμένα, οι οκτώ από τις δέκα συμβολές του τεύχους φωτίζουν διαδρομές της μακραίωνης ιστορίας του Επταπυργίου από την οθωμανική περίοδο έως τον «εθνικό βίο» του και την οριστική παύση λειτουργίας του ως φυλακής για ποινικούς και πολιτικούς κρατούμενους. Αποτελούν δε επεξεργασμένη μορφή των εισηγήσεων που παρουσιάστηκαν στο πλαίσιο της ημερίδας που διοργανώθηκε στη Θεσσαλονίκη (19 Μαρτίου 2025) με τίτλο Επταπύργιο 1912-1989: Η ιστορία της φυλακής και η εμπειρία του εγκλεισμού. Ο λόγος της επιλογής για το συγκεκριμένο αφιέρωμα απαντάται σχετικά εύκολα. Μετά τον εντοπισμό του ομαδικού τάφου κατά την εκτέλεση προγραμματισμένων δημοτικών εργασιών, το Επταπύργιο ως χώρος εγκλεισμού πολιτικών κρατουμένων κατά τη διάρκεια και μετά το τέλος του εμφυλίου πολέμου απασχόλησε δεόντως την επιστημονική κοινότητα και τη δημόσια ιστορία και επανέφερε με ένταση το αίτημα για την ανακήρυξη του περιβάλλοντος χώρου σε τόπο ιστορικής μνήμης. Επιπλέον, η τελετουργία των εκτελέσεων στον «συνήθη τόπο» καθιστά επιτακτική σήμερα τη διαδικασία της ταυτοποίησης των νεκρών και της απόδοσης των επώνυμων σωμάτων τους (οστών) στους οικείους τους, καθώς οι νεκροί δεν διαθέτουν πολιτική ταυτότητα και δικαιούνται τιμής και άρα ταφής.
Όπως προαναφέρθηκε, τα οκτώ κείμενα καλύπτουν χρονικά και θεματικά στιγμές της φυλακής και των αλλαγών που επήλθαν στο κτιριακό συγκρότημα που τη στέγασε. Ο Πολυμέρης Βόγλης, στο εισαγωγικό κείμενό του, επισημαίνει την επιστημονική αξία της διάρκειας και της συνέχειας για να κατανοηθούν οι πολιτικές διώξεις ως φαινόμενο των ανωμάλων αλλά και των ομαλών περιόδων και, από την άποψη αυτή, για να γραφεί μια ερμηνευτικά πληρέστερη ιστορία των τόπων κράτησης και εξορίας κατά τη διάρκεια του ελληνικού εικοστού αιώνα. Η Αικατερίνη Γιαννουκάκου εξετάζει το Γεντί Κουλέ στο πλαίσιο της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας και παρακολουθεί τη μετατροπή του σε φυλακή, για να συνδέσει αυτή τη μεταβολή με τη μετάβαση της ίδιας της αυτοκρατορίας στην εποχή της νεωτερικότητας, που περιλάμβανε την επιβολή της ποινής για τιμωρητικούς λόγους και τη στέρηση της ελευθερίας ως την αναγκαία εκείνη συνθήκη για τον σωφρονισμό του εγκληματία.
Η δεύτερη ενότητα συγκροτείται από κείμενα των Στράτου Δορδανά και Παρθενόπης Βέργου. Ο πρώτος παρακολουθεί τις «παράλληλες διαδρομές» του στρατοπέδου συγκέντρωσης «Παύλος Μελάς» και των Α' Εγκληματικών Φυλακών Επταπυργίου κατά τη διάρκεια της γερμανικής κατοχής, εστιάζοντας στις συνθήκες κράτησης σε καιρούς χαλεπούς, ενώ η δεύτερη προσεγγίζει τον πυρήνα του αφιερώματος, με μια ποσοτική και ποιοτική ανάλυση σε σχέση με τις εκτελέσεις στο Επταπύργιο διαρκούντος του εμφυλίου πολέμου. Το κείμενο της Βέργου συνιστά την ερευνητική και τεκμηριωτική βάση για τις προσφάτως εντοπισμένες ομαδικές ταφές και οικοδομεί τις αναγκαίες επιστημονικές γέφυρες για τη συνεργασία μεταξύ της αρχαιολογικής σκαπάνης και της ιστορικής πένας. Αν και φαινομενικά δεν «ανήκει» πουθενά, το κείμενο της Ελένης Πασχαλούδη συνομιλεί με το σύνολο των συμβολών του αφιερώματος και ανασύρει από τα ιστορικά αζήτητα τη μουσική και το τραγούδι ως μια μορφή αντίστασης και ως μια στιγμιαία αλλά αναγεννητική στιγμή ελευθερίας και φαντασιακής απόδρασης από τα κελιά. Μπορεί η εστίασή της να περιορίζεται στην Επταετία (1967-1974), αλλά το αντικείμενο της έρευνάς της υπερβαίνει τη συγκεκριμένη χρονικότητα, γιατί διαχρονικές είναι οι στρατηγικές αντίστασης και επιβίωσης μέσω του τραγουδιού για τους κρατούμενους όλου του κόσμου.
Η τελευταία ενότητα περιλαμβάνει τα κείμενα των Ιωάννας Αντωνιάδου, Ελένης Στεφάνου και της Ομάδας Προφορικής Ιστορίας Επταπυργίου, των Φλώρας Καραγιάννη και Μαρίας Σαραντίδου και, τέλος, της Ελισάβετ Τσιγαρίδα. Ξεκινώντας από την τελευταία, την απασχολεί το Επταπύργιο σήμερα για να αναδείξει μέσα από την πολλαπλότητα στη χρήση του χώρου την επανανοηματοδότηση του μνημείου· από οχυρωματικό έργο και τόπος εγκλεισμού, έχει μετατραπεί μετά το 1989 σε μουσείο του εαυτού του, έδρα της Εφορείας Αρχαιοτήτων Πόλης Θεσσαλονίκης και σε χώρο πολιτιστικών εκδηλώσεων, όπως σημειώνει η συγγραφέας. Στο δικό τους κείμενο, οι Καραγιάννη και Σαραντίδου αναφέρονται με λεπτομέρειες στη διαδικασία μετατροπής του φρουρίου σε φυλακή, εξετάζοντας την εξέλιξη του κτιριακού προγράμματος που ακολούθησαν τόσο οι οθωμανικές όσο και οι ελληνικές αρχές. Από την πλευρά τους, στο κοινό κείμενό τους και υπό τη διττή ιδιότητα των αρχαιολόγων και ταυτόχρονα μελών της Ομάδας Προφορικής Ιστορίας Επταπυργίου (ΟΠΙ), οι Αντωνιάδου και Στεφάνου αντιμετωπίζουν την εικονική περιήγηση στον χώρο ως ένα ιστορικό παλίμψηστο, λόγω της συγκατοίκησης πολλαπλών χρονικοτήτων και υλικοτήτων στο Επταπύργιο και, ταυτόχρονα, ως μια πρόκληση για την αρχαιολογία, εξαιτίας της πρόδηλης αμηχανίας στη διαχείριση των υλικών και ανθρώπινων «καταλοίπων» που «παρήχθησαν» στον 20ό αιώνα. Καλύτερη απάντηση σε αυτή την επιεικώς χαρακτηριζόμενη ως θεσμική αμηχανία από τις φωνές από το παρελθόν δεν υπάρχει.
Το τεύχος συμπληρώνει η σχολαστική καταγραφή των μνημείων του εμφυλίου πολέμου σε ιδιωτικούς χώρους και σε οργανωμένα κοιμητήρια στην Κεφαλονιά, από τον Διονύση Γαρμπή, καθώς και το πολύ ενδιαφέρον κείμενο του Ναζίρ-Παύλου Ναζάρ για την ιστορία του θρησκευτικού εντύπου στην Ελλάδα του 20ού αιώνα, όπου ο συγγραφέας επιχειρεί να διαβάσει μέσα και πίσω από τις γραμμές του θρησκευτικού εντύπου Ζωή τους άδηλους στόχους, να εντοπίσει τα μέσα και να ανιχνεύσει τις πρακτικές στοχεύσεις των προσώπων που πρωταγωνίστησαν στην εκστρατεία της ευσέβειας από τον Μεσοπόλεμο έως τη χούντα των συνταγματαρχών.
Τέλος, η ύλη του τεύχους συμπληρώνεται με ενδιαφέρουσες βιβλιοκρισίες, σχετικά με μελέτες που κυκλοφόρησαν πρόσφατα, στα ελληνικά και τα αγγλικά, και κινούνται τόσο στο πεδίο της ιστορίας όσο και σε εκείνο της κοινωνικής ανθρωπολογίας.
Στράτος Ν. Δορδανάς
