Χαρτογράφηση των κατοχικών απωλειών, ογδόντα χρόνια μετά

Ελένη Πασχαλούδη

Στράτος Ν. Δορδανάς - Μενέλαος Χαραλαμπίδης (επιμ.), Η μακρά νύχτα της Κατοχής. Ανθρώπινες απώλειες και υλικές καταστροφές στην Ελλάδα, 1941-1944, Εκδόσεις Αλεξάνδρεια, Αθήνα 2025, σελ. 470

Ο ανά χείρας τόμος αποτελεί μια πρώτη συστηματική και τεκμηριωμένη μελέτη των απωλειών που υπέστη η Ελλάδα κατά τον Β' Παγκόσμιο Πόλεμο. Ο Στράτος Δορδανάς και ο Μενέλαος Χαραλαμπίδης, οι οποίοι ανέλαβαν να συντονίσουν το εγχείρημα, έχουν διακριθεί ο καθένας με διαφορετικό τρόπο και μεθοδολογικά εργαλεία επί σειρά ετών, αφενός, για τη συστηματική επιστημονική έρευνα θεμάτων που σχετίζονται με τη δεκαετία του 1940 και, αφετέρου, για τη συνέπεια και την επιμονή με την οποία προσεγγίζουν δύσκολα ζητήματα, όπως τα Δεκεμβριανά, ο δωσιλογισμός και τα αντίποινα των αρχών Κατοχής. Μέσα από τις επιμέρους συμβολές δεκαοκτώ ιστορικών, στον συγκεκριμένο τόμο επιχειρείται μια πρώτη, τόσο θεματική όσο και γεωγραφική, χαρτογράφηση των απωλειών, ενώ παράλληλα προτείνονται μέθοδοι προσέγγισης του ζητήματος και ανάδειξης των σχετικών διαθέσιμων πηγών.

Στην πρώτη ενότητα παρουσιάζονται στοιχεία για τις ανθρώπινες απώλειες στην Αττική και στη Θεσσαλονίκη. Στη δεύτερη, τα κείμενα επικεντρώνονται στην οικονομία και στα πλήγματα που επέφερε η περίοδος της Κατοχής σε μια ήδη προβληματική ελληνική οικονομία. Ο λιμός των ετών 1941-1942, η καταναγκαστική εργασία και η καταστροφή του εμπορικού στόλου αναδεικνύονται ως ορισμένες από τις βασικές αιτίες που κατέστησαν δυσχερή την επιβίωση του πληθυσμού και επέφεραν σοβαρότατα πλήγματα στην οικονομία της χώρας. Η τρίτη ενότητα καταπιάνεται με τις ανθρώπινες απώλειες στην Ήπειρο, την Κεντρική Μακεδονία και την Πελοπόννησο, καθώς και σε ορισμένες περιοχές της νησιωτικής Ελλάδας για τις οποίες υπάρχει ερευνητική διαθεσιμότητα (Λέσβος, Σάμος, Ικαρία και Δωδεκάνησα). Η τελευταία ενότητα αφιερώνεται στις απώλειες που προκλήθηκαν από τη βουλγαρική κατοχή στην Ανατολική Μακεδονία και Θράκη. Ιδιαίτερη έμφαση δίνεται στον λιμό, στις εκτελέσεις αμάχων, στα αντίποινα των κατοχικών δυνάμεων και στις καταστροφές ολόκληρων οικισμών. Παράλληλα, αναλύονται οι επιπτώσεις της Κατοχής στη γεωργία, τη βιομηχανία, το οδικό και σιδηροδρομικό δίκτυο, καθώς και στη γενικότερη κοινωνική συνοχή.

Οι συγγραφείς στηρίζονται σε εκτενή αρχειακή έρευνα και αξιοποιούν πληθώρα πηγών, όπως επίσημα κρατικά έγγραφα, στατιστικά δεδομένα, εκθέσεις διεθνών οργανισμών και μεταπολεμικές αποτιμήσεις. Η μεθοδολογική τους προσέγγιση χαρακτηρίζεται από συστηματικότητα και επιστημονική αυστηρότητα, ενώ καταβάλλεται προσπάθεια διασταύρωσης των δεδομένων, με αποφυγή αυθαίρετων εκτιμήσεων ή υπερβολών. Η χρήση αριθμητικών στοιχείων και συγκριτικών πινάκων ενισχύει την αξιοπιστία των συμπερασμάτων και καθιστά το βιβλίο πολύτιμο εργαλείο για την ιστορική έρευνα.

Μέχρι σήμερα, ογδόντα δύο χρόνια μετά την αποχώρηση των κατοχικών στρατευμάτων, δεν είχε πραγματοποιηθεί μια αντίστοιχα συστηματική προσπάθεια έρευνας και καταγραφής των απωλειών που υπέστη η χώρα κατά την περίοδο της Κατοχής. Παρότι, όπως αναφέρουν και οι επιμελητές στην εισαγωγή τους, στη διεθνή βιβλιογραφία η Ελλάδα κατατάσσεται πολύ υψηλά μεταξύ των χωρών που υπέστησαν τις μεγαλύτερες απώλειες σε σχέση με τον πληθυσμό τους μετά την Πολωνία, τη Γιουγκοσλαβία και τη Σοβιετική Ένωση μέχρι σήμερα η μοναδική σχετικά ολοκληρωμένη και αξιόπιστη αποτίμηση παραμένει η έκθεση της ομάδας του αρχιτέκτονα Κωνσταντίνου Δοξιάδη, που εκπονήθηκε το 1945 στο Γραφείο Χωροταξικών και Πολεοδομικών Μελετών και Ερευνών του Υπουργείου Δημοσίων Έργων. Η έκθεση αυτή βασίστηκε σε στοιχεία που είχαν αρχίσει να συλλέγονται ήδη από τα πρώτα χρόνια του πολέμου και παρέχει μια πρώτη συνολική εικόνα των καταστροφών που υπέστη η χώρα, καλύπτοντας ένα ευρύ φάσμα απωλειών από τη μείωση της γεωργικής παραγωγής και του ζωικού κεφαλαίου έως τις ανθρώπινες απώλειες και τη δημογραφική συρρίκνωση. Ωστόσο, η έρευνα αυτή πραγματοποιήθηκε κυρίως για να αξιοποιηθεί από την ελληνική αποστολή στη Συνδιάσκεψη Ειρήνης στο Παρίσι, το 1946, και για να ενισχύσει την ελληνική παρουσία στις επακόλουθες δίκες της Νυρεμβέργης. Απόρροια αυτών των πρώτων εκτιμήσεων υπήρξε και η έκθεση του Ελληνικού Εθνικού Γραφείου Εγκλημάτων Πολέμου για τα γερμανικά εγκλήματα κατά την περίοδο της Κατοχής.

Παρά τη σημασία τους, οι πρώτες αυτές καταγραφές παρουσιάζουν σημαντικά μεθοδολογικά προβλήματα: αφενός, δεν τεκμηριώνουν επαρκώς τη μεθοδολογία συλλογής των στοιχείων και, αφετέρου, δεν συνοδεύονται από επαρκές τεκμηριωτικό υλικό. Το γεγονός ότι η έρευνα εξακολουθεί να βασίζεται στις ίδιες πηγές καταδεικνύει ότι, κατά τις δεκαετίες που ακολούθησαν, δεν αναπτύχθηκαν νέες συστηματικές επιστημονικές μελέτες. Έτσι, το ζήτημα για μεγάλο χρονικό διάστημα είτε εγκαταλείφθηκε είτε συσκοτίστηκε, με αποτέλεσμα η εικόνα που διαθέτουμε μέχρι σήμερα να παραμένει εν μέρει ασαφής και αποσπασματική.

Η ελληνική πολιτεία απέφυγε επί μακρόν τον ακριβή υπολογισμό των απωλειών που προκάλεσαν ο πόλεμος και οι δυνάμεις κατοχής. Η έκδοση του παρόντος τόμου υπογραμμίζει με εμφατικό τρόπο αυτή την απουσία. Τίθεται, συνεπώς, το ερώτημα: τι είναι εκείνο που απέτρεψε επί τόσα χρόνια τις επίσημες αρχές και την ακαδημαϊκή κοινότητα από το να στραφούν σε ένα από τα τελευταία ζητήματα της δεκαετίας του 1940 που παραμένουν στο περιθώριο της έρευνας; Και, περαιτέρω, γιατί οι ανθρώπινες και υλικές απώλειες εντάσσονται στην κατηγορία των «δύσκολων» θεμάτων;

Τα τελευταία είκοσι χρόνια, ή και περισσότερο, η ακαδημαϊκή έρευνα για τη δεκαετία του 1940 έχει σημειώσει σημαντική πρόοδο. Ζητήματα που στο παρελθόν θεωρούνταν μη προσπελάσιμα έχουν πλέον ενταχθεί στον πυρήνα τόσο της ακαδημαϊκής όσο και της δημόσιας ιστορίας, αποτελώντας αντικείμενο συνεδρίων, ημερίδων, μονογραφιών και συλλογικών τόμων. Ωστόσο, εξακολουθεί να υπάρχει ένα τμήμα του παρελθόντος που, όταν ανασύρεται από τη λήθη, προκαλεί έντονες αντιπαραθέσεις και ισχυρά συναισθήματα: άλλοτε εξοργίζει, άλλοτε συγκινεί και συχνά μας φέρνει αντιμέτωπους με όψεις της ιστορίας που επιχειρήσαμε, μάταια, να παραμερίσουμε.

Πρόκειται για τον δωσιλογισμό και την εμφύλια σύγκρουση, δηλαδή για πτυχές που επί δεκαετίες αποσιωπήθηκαν ή υποβαθμίστηκαν στις κυρίαρχες εκδοχές της επίσημης αφήγησης. Η διαδικασία αυτή ξεκίνησε ήδη από τα πρώτα μεταπολεμικά χρόνια: ο εμφύλιος πόλεμος και η ήττα της Αριστεράς διαμόρφωσαν το πλαίσιο της δημόσιας μνήμης, οδηγώντας στην απονομιμοποίηση της ΕΑΜικής αντίστασης, λόγω της σύνδεσής της με το ηττημένο ΚΚΕ. Παράλληλα, ο δωσιλογισμός δεν αντιμετωπίστηκε με την ίδια αυστηρότητα που παρατηρήθηκε σε άλλες ευρωπαϊκές χώρες, καθώς στο μεταπολεμικό πολιτικό περιβάλλον η αντικομμουνιστική δράση υπερίσχυσε της ανάγκης για απόδοση ευθυνών. Στο πλαίσιο αυτό, κάθε αναφορά σε δωσίλογες πρακτικές εντός της εθνικόφρονος παράταξης αντιμετωπιζόταν με την επαναφορά των διχαστικών αφηγήσεων του Εμφυλίου.

Ακόμη και μετά το 1974 και την επίσημη αναγνώριση της Εθνικής Αντίστασης το 1982, το διαιρετικό αυτό παρελθόν συνέχισε να προκαλεί αμηχανία. Το ζήτημα του δωσιλογισμού παρέμεινε σε μεγάλο βαθμό ταμπού, αυτή τη φορά στο όνομα της «εθνικής συμφιλίωσης». Παρά το γεγονός ότι ο Εμφύλιος συζητείται πλέον με μεγαλύτερη νηφαλιότητα, η ένοπλη και οικονομική συνεργασία με τις δυνάμεις Κατοχής εξακολουθεί να αποτελεί ένα δύσκολο και ευαίσθητο θέμα. Αυτό οφείλεται, μεταξύ άλλων, στο ότι αφορά μεγάλο αριθμό πολιτών και εμπλέκει σύνθετες και συχνά επώδυνες πτυχές της κοινωνικής ιστορίας. Οι δυσκολίες πρόσβασης σε αρχειακό υλικό –λόγω περιορισμών ή απωλειών– καταδεικνύουν επίσης τη μακρόχρονη αμφιθυμία του κράτους απέναντι στη συστηματική διερεύνηση του ζητήματος.

Στο πλαίσιο αυτό, δεν είναι τυχαίο ότι αποφεύχθηκε και η συστηματική καταγραφή των απωλειών: μια τέτοια προσπάθεια θα αναδείκνυε, αναπόφευκτα, και τις ευθύνες που δεν περιορίζονται αποκλειστικά στους κατακτητές, αλλά επεκτείνονται και στους Έλληνες οι οποίοι συνεργάστηκαν με τις δυνάμεις κατοχής.

Τις ημέρες που γράφονται αυτές οι γραμμές, η ελληνική κοινωνία ήρθε αντιμέτωπη με τις φωτογραφίες των 200 κομμουνιστών που εκτελέστηκαν την Πρωτομαγιά του 1944 στην Καισαριανή. Το γεγονός αυτό προκάλεσε ποικίλες αντιδράσεις, θετικές και αρνητικές. Ωστόσο, αυτή τη φορά το ελληνικό κράτος δεν δίστασε: έπειτα από γνωμοδότηση του Κεντρικού Συμβουλίου Νεότερων Μνημείων, το σύνολο της συγκεκριμένης φωτογραφικής συλλογής ανακηρύχθηκε μνημείο από το Υπουργείο Πολιτισμού, αναγνωρίζοντας την ιδιαίτερη ιστορική της αξία. Παράλληλα, κινήθηκαν οι διαδικασίες για την απόκτησή της και την περαιτέρω αξιοποίησή της. Οι εξελίξεις αυτές επιτρέπουν να υποθέσουμε ότι ίσως διαμορφώνονται πλέον οι προϋποθέσεις για μια πιο ώριμη και ουσιαστική προσέγγιση του παρελθόντος.

Βεβαίως, οι φωτογραφίες της Καισαριανής απεικονίζουν μια ηρωική στιγμή, και ένα ηρωικό παρελθόν είναι ευκολότερα αποδεκτό. Αντιθέτως, οι απώλειες, οι υλικές καταστροφές, οι δολοφονίες αμάχων, η πείνα και η μαύρη αγορά συνιστούν πολύ πιο δύσκολα θέματα, των οποίων η υπενθύμιση είναι συχνά δυσάρεστη. Ωστόσο, ο παρών τόμος και οι επιστημονικές προσεγγίσεις που περιλαμβάνει αποτελούν μια σημαντική ευκαιρία για την επανεκκίνηση μιας δύσκολης αλλά αναγκαίας συζήτησης σχετικά με ένα σκοτεινό και επώδυνο τμήμα του παρελθόντος, το οποίο εξακολουθεί να μας βαραίνει. Και, όπως έχει επισημάνει ο Henry Rousso[1] στο έργο του The Vichy Syndrome: History and Memory in France since 1944, το «παρελθόν που δεν παρέρχεται» δεν εξουδετερώνεται μέσω της αποσιώπησης· αντιθέτως, η αποφόρτισή του προϋποθέτει συστηματική ιστορική ανάλυση και δημόσια, κριτική επεξεργασία.

  1. Henry Rousso, The Vichy Syndrome: History and Memory in France since 1944, Harvard University Press, Κέιμπριτζ, Μασαχουσέτη 1991.