Στρατόπεδο συγκέντρωσης Παύλου Μελά - Εγκληματικές Φυλακές Επταπυργίου: «Βίοι παράλληλοι» κατά τη διάρκεια της γερμανικής κατοχής
Στράτος Ν. Δορδανάς
Το 1958 ο πενηντατριάχρονος Paul Härtel ζούσε σε μια πόλη της Βαυαρίας, ήταν παντρεμένος και είχε ένα παιδί έξι ετών. Μέχρι τότε οι μνήμες του πολέμου ήταν γι’ αυτόν μια καθαρά ιδιωτική υπόθεση, που δεν ήταν διατεθειμένος να μοιραστεί με κανέναν. Θυμόταν καλά τα χρόνια του Μεσοπολέμου, όταν το 1925 ξεκινούσε την καριέρα του ως αστυνομικός και, λίγο πριν από την εισβολή στην Πολωνία, είχε μετατεθεί στη Μυστική Αστυνομία Στρατού (Geheime Feldpolizei, GFP) με τον βαθμό του επιθεωρητή.[1] Η βαλκανική περιπέτεια τον βρήκε στη GFP 621, φτάνοντας μέχρι την Αθήνα, για να επιστρέψει στη Θεσσαλονίκη και να παραμείνει έως το καλοκαίρι-φθινόπωρο του 1943 και στη συνέχεια να μετακινηθεί στην Ήπειρο, για να συνδράμει την 1η Μεραρχία Ορεινών Καταδρομών. Μετά το τέλος του πολέμου δεν μπόρεσε να επιστρέψει στη γενέτειρά του, στην περιφέρεια του Bunzlau της Σιλεσίας, γιατί είχε περάσει πλέον σε πολωνικά χέρια. Ωστόσο, δεν παραπονιόταν για τη νέα του ζωή στη Βαυαρία, καθώς μετά την απελευθέρωσή του, τον Απρίλιο του 1948, από το στρατόπεδο του Moosburg-Dachau, η αποναζιστικοποίησή του στο Augsburg τον έριξε στα μαλακά ως συνεργάτη του καθεστώτος, όχι γιατί ανήκε στη GFP αλλά γιατί ήταν μέλος του ναζιστικού κόμματος. Όλα αυτά μέχρι τη στιγμή που τον κάλεσαν οι εισαγγελικές αρχές της πόλης του Mellrichstadt, στο πλαίσιο της εναντίον του προανάκρισης, με την κατηγορία της διάπραξης εγκλημάτων πολέμου κατά τη διάρκεια της θητείας του στην Ελλάδα. Από το ίδιο ανακριτικό γραφείο πέρασαν έκτοτε και μέχρι το 1968 δεκάδες πρώην άντρες του ίδιου σώματος, αρκετοί από τους οποίους βαρύνονταν με τις ίδιες κατηγορίες· φυσικά, είχαν πάντα να πουν έναν καλό λόγο, να θυμηθούν ότι ο εγκαλούμενος ήταν ένας τυπικός και έμπιστος «σύντροφος» στον πόλεμο, που δεν υπερέβαινε ποτέ τα όρια στις ανακρίσεις, σε μια επιλεκτική ανάκληση των γεγονότων του πρόσφατου παρελθόντος.[2]
Από την πλευρά του, ο Härtel εμφάνισε στις καταθέσεις του παρόμοια επιλεκτικά κενά μνήμης, γιατί, εκτός των άλλων, είχε το προνόμιο να μην καταθέτει κατ’ αντιπαράσταση με κανέναν από τους Έλληνες που είχαν δεινοπαθήσει στα χέρια του. Ο αντίλογος των τελευταίων ακουγόταν μόνο μέσα από μεταφρασμένες μαρτυρικές καταθέσεις που είχε αποστείλει στις γερμανικές αρχές το Ελληνικό Εθνικό Γραφείο Εγκλημάτων Πολέμου. Σε μια, λοιπόν, από τις δύο σύντομες καταθέσεις του, ο Härtel θυμήθηκε ότι στη γερμανοκρατούμενη Θεσσαλονίκη λειτουργούσαν δύο μεγάλες φυλακές. Σύμφωνα με τα λεγόμενά του:
«Η φυλακή του Παύλου Μελά είχε ιδρυθεί μάλλον από τον Γερμανό Στρατιωτικό Διοικητή, τη φρούρηση και τη διοίκησή του όμως είχαν αναλάβει Έλληνες. Οι φυλακές του Επταπυργίου ήταν παλιές ελληνικές φυλακές (πρώην κάστρο), των οποίων η φρούρηση και διοίκηση ανήκε αποκλειστικά στη δικαιοδοσία των Ελλήνων. Η μονάδα μας φυλάκιζε τους κρατούμενούς της στου Παύλου Μελά και σε μια φυλακή της GFP στη Θεσσαλονίκη, επρόκειτο για μια βίλα, που χρησιμοποιήθηκε ως φυλακή. Οι βαριές περιπτώσεις, οι οποίες εκδικάστηκαν από το στρατιωτικό δικαστήριο, ιδίως οι θανατοποινίτες, μεταφέρονταν στο Επταπύργιο [...]. Το σύστημα εκτέλεσης ποινών στου Παύλου Μελά ήταν κατά τη γνώμη μου αρκετά επιεικές, για παράδειγμα αμνηστεύονταν όλοι οι κρατούμενοι, οι οποίοι είχαν να εκτίσουν ποινή μικρότερη των δύο ετών, κάθε φορά στα γενέθλια του Χίτλερ. Στις φυλακές του Επταπυργίου υπήρχαν Έλληνες, οι οποίοι είχαν καταδικαστεί από ελληνικά δικαστήρια, όπως και άτομα που είχαν καταδικαστεί σε θάνατο από το στρατοδικείο και ανέμεναν την εκτέλεσή τους. Οι υπόλοιπες φυλακές δεν ήταν τελείως ασφαλείς και πάντοτε υπήρχε ο κίνδυνος των δραπετεύσεων».[3]
Αφήνοντας τον Härtel στη μεταπολεμική ασφάλειά του, καθώς μετά το 1965 και την παρέλευση εικοσαετίας από τη λήξη του πολέμου τα αδικήματα παραγράφονταν στη Δυτική Γερμανία, και επιστρέφοντας στην κατεχόμενη Θεσσαλονίκη, οι Εγκληματικές Φυλακές Επταπυργίου βρέθηκαν για πρώτη φορά εντός γερμανικού βεληνεκούς, καθώς πλήθος στρατιωτών και αξιωματικών έκανε τον κόπο να ανέβει μέσα σε εκείνον τον ανοιξιάτικο Απρίλιο του 1941 στην Άνω Πόλη και να απαθανατίσει τα περιβόητα κάστρα, τη φυλακή και τους ανθρώπους στις φτωχικές τους κατοικίες. Ήταν αυτή η περιέργεια που έκανε μικρούς και μεγάλους να πλησιάζουν τους στρατιώτες, με τους τελευταίους να ξεχνούν παροδικά ότι ήταν οι εισβολείς στην Ελλάδα και να αναλαμβάνουν με τη φωτογραφική τους μηχανή τον ρόλο του τουρίστα και του περιηγητή που διψούσε για καθετί διαφορετικό, και κυρίως αρχαιοελληνικό, στη νέα κατάκτηση του Γ' Ράιχ, εξωραΐζοντας ταυτόχρονα την Κατοχή.[4]
Πέρασε γρήγορα ο ελληνογερμανικός «μήνας του μέλιτος», εξαιτίας των τεκταινομένων στην Κρήτη και της παρακινδυνευμένης ενέργειας των Σάντα και Γλέζου, και τότε ανέλαβε –μεταξύ άλλων– να συνετίσει τους απείθαρχους Έλληνες η GFP του Härtel· το συγκεκριμένο σώμα θεωρούνταν (δικαίως) η Γκεστάπο της Βέρμαχτ, αρμόδιο για θέματα πειθαρχίας εντός του στρατεύματος, και στην Ελλάδα για τη συλλογή πληροφοριών από κάθε πηγή, τις συλλήψεις και τις ανακρίσεις στο πλαίσιο διεξαγωγής του αντιανταρτικού πολέμου.[5] Έτσι, σε συνεργασία με την Αστυνομία Ασφαλείας - Υπηρεσία Ασφαλείας (Sicherheitspolizei-Sicherheitsdienst, Sipo-SD), στις 5 Ιουλίου 1941 συνελήφθησαν σε μια μεγάλη επιχείρηση στην πόλη της Θεσσαλονίκης 278 άτομα με τις κατηγορίες της κομμουνιστικής δράσης, της απόκρυψης Άγγλων, της μασονίας ή ως ύποπτοι διενέργειας δολιοφθορών. Όλοι οι συλληφθέντες φυλακίστηκαν στο στρατόπεδο συγκέντρωσης «Παύλος Μελάς».[6] Το συγκεκριμένο στρατόπεδο, πρώην οθωμανικό και μετά το 1912 στρατώνες του ελληνικού στρατού, ιδρύθηκε λίγο μετά την έναρξη της Κατοχής, κατόπιν διαταγής του Στρατιωτικού Διοικητή Θεσσαλονίκης-Αιγαίου, για να αντιμετωπιστεί η αυξανόμενη κομμουνιστική δραστηριότητα. Θα τελούσε υπό γερμανική εποπτεία, αλλά η ελληνική αστυνομία θα ήταν αρμόδια για τη διοίκηση και τη φύλαξη.
Η γερμανική εντολή για την ίδρυση του στρατοπέδου συγκέντρωσης στη Θεσσαλονίκη επιβεβαιώθηκε άμεσα με τη δημοσίευση του σχετικού νόμου. Στο Φύλλο Εφημερίδας Κυβερνήσεως (ΦΕΚ) A'/396 της 17ης Νοεμβρίου 1941 υπήρχε διάταξη, η οποία προέβλεπε τη δημιουργία «δευτέρας Εγκληματικής Φυλακής εν Θεσσαλονίκη και ορισμού του προσωπικού αυτής». Βάσει του άρθρου 1 του νόμου 2231 «Περί φυλακών» και των άρθρων 2, 51 και 91 του διατάγματος «περί οργανώσεως Σωφρονιστικού προσωπικού και διαχειρίσεως φυλακών» της 28ης Σεπτεμβρίου 1935, συγκροτήθηκε αστυνομικό στρατόπεδο κράτησης «εις τους παλαιούς στρατώνας του Πυροβολικού “Παύλος Μελάς” υπό την επωνυμίαν Δευτέρα Εγκληματική Φυλακή Θεσσαλονίκης». Στο προσωπικό ανήκαν ένας διευθυντής, ένας υποδιευθυντής, δύο γραμματείς, ένας λογιστής, ένας ελεγκτής, δύο ανώτεροι αξιωματικοί της αστυνομίας, δέκα αρχιφύλακες και εξήντα φύλακες.[7]
Για το στρατόπεδο συγκέντρωσης η έρευνα βρίσκεται σε εξέλιξη,[8] μέσα δε από τις σελίδες του ημερολογίου του Λεωνίδα Γιασημακόπουλου αναβιώνουν έως σήμερα μπροστά στον αναγνώστη οι συνθήκες κράτησης και η αγωνία του εγκλεισμού. Με βάση τα παραπάνω, το στρατόπεδο μέσα στον Ιούλιο υποδέχτηκε τους πρώτους 300 περίπου κρατούμενους και μέχρι το τέλος της Κατοχής πέρασαν την πύλη του περίπου 15.000 άτομα, σύμφωνα με τον Θεμιστοκλή Αρνόπουλο, που είχε υπηρετήσει ως υπαξιωματικός της αστυνομίας στη δύναμη φύλαξης του στρατοπέδου.[9]
Όταν, στις 2 Σεπτεμβρίου 1944, οι φυλακές του Επταπυργίου ανέστειλαν τη λειτουργία τους κατόπιν γερμανικής διαταγής και οι 26 Έλληνες φύλακες απαλλάχθηκαν των καθηκόντων τους, οι περίπου 210 εναπομείναντες κρατούμενοι μεταφέρθηκαν στου Παύλου Μελά. Έναν περίπου μήνα νωρίτερα, το στρατόπεδο συγκέντρωσης «φιλοξενούσε» 620 χαρακτηριζόμενους ως «πολιτικούς κρατούμενους» και 58 του κοινού ποινικού δικαίου (με δύναμη 25 φυλάκων του υπουργείου Δικαιοσύνης), κάτι που σημαίνει είτε ότι και οι δύο φυλακές δέχονταν ποινικούς είτε ότι αυτό οφειλόταν αποκλειστικά στο ότι το Επταπύργιο από ένα χρονικό σημείο είχε ξεπεράσει τα όρια των αντοχών του.[10]
Με την έναρξη της Κατοχής, η Α' Εγκληματική Φυλακή Επταπυργίου υποδέχτηκε κρατούμενους και φύλακες από τις Επανορθωτικές Φυλακές, μετά από τη γερμανική διαταγή, την ίδια ημέρα της εισόδου της Βέρμαχτ στη Θεσσαλονίκη, για την αναστολή της λειτουργίας τους. Ο πρώτος κρατούμενος του Επταπυργίου που εκτελέστηκε, στις 19 Αυγούστου 1941, ήταν ο (καταδικασθείς από το γερμανικό στρατοδικείο) έμπορος Γεώργιος Πολυχρονάκης, που μαζί με τον Ηλία Κουφόπουλο είχαν βοηθήσει στη διαφυγή δύο Άγγλων από νοσοκομείο.[11] Από το χρονικό εκείνο σημείο, ο κατάλογος των θανατοποινιτών εμπλουτιζόταν συνεχώς με νέα ονόματα. Επομένως, εκτός από το στρατόπεδο του Παύλου Μελά, που τελούσε υπό την επίβλεψη της SD, στις προπολεμικές φυλακές του Επταπυργίου συνεχίστηκε και μετά την έναρξη της γερμανικής κατοχής ο εγκλεισμός Ελλήνων πολιτών, οι οποίοι είχαν κατά βάση διαπράξει αδικήματα του κοινού ποινικού δικαίου και εικάζεται ότι δεν συμμετείχαν σε εχθρικές πράξεις κατά των γερμανικών στρατευμάτων, ή τουλάχιστον δεν είχαν στοιχειοθετηθεί αντίστοιχες κατηγορίες εις βάρος τους. Ο διευθυντής των φυλακών, Δημήτρης Παπαδημητρόπουλος (τον Μάρτιο του 1944 αναφέρεται κάποιος Αλεξανδρόπουλος), ανακάλεσε στη μνήμη του, μετά την Κατοχή, πολλές περιπτώσεις κρατουμένων, οι οποίοι παραλαμβάνονταν από άνδρες της GFP του Härtel, όταν έπρεπε να συμπληρωθεί ο αριθμός των κρατουμένων από το στρατόπεδο του Παύλου Μελά που προορίζονταν για εκτέλεση.[12]
Οι Εγκληματικές Φυλακές Επταπυργίου τροφοδότησαν τα γερμανικά εκτελεστικά αποσπάσματα, καθώς και αυτά παραστρατιωτικών ελληνικών τμημάτων, συνεργαζόμενων με την SD, με βάση την παρακάτω ακολουθία: στις 24 Δεκεμβρίου 1942 εκτελέστηκαν στο Κόκκινο Σπίτι (στον συνοικισμό της Δόξας) 20 κρατούμενοι σε αντίποινα, στις 2 Ιανουαρίου 1943 άλλοι 14, στις 12 Αυγούστου 10 από τη Λέσβο και τη Λήμνο που είχαν επιχειρήσει να διαφύγουν στην Τουρκία. Μεταξύ των εκτελεσμένων βρίσκονταν οι πιλότοι Χρήστος Παπαδήμας και Παναγιώτης Παπανικολάου, που είχαν συλληφθεί για την κατοχή ασυρμάτου. Άλλοι κρατούμενοι εκτοπίστηκαν στη Γερμανία, ενώ μεταξύ όσων κρατήθηκαν στο Επταπύργιο συγκαταλέγονταν και τρεις Αμερικανοί (χωρίς άλλα στοιχεία για την ταυτότητά τους).[13]
Σε κάθε περίπτωση, πρόκειται για σποραδικά στοιχεία, με συνέπεια τα αναπάντητα ερωτήματα να κατέχουν δεσπόζουσα θέση στην περίπτωση των φυλακών Επταπυργίου. Στο πλαίσιο αυτό: ποιες ήταν οι αυξομειώσεις στον αριθμό των κρατουμένων στην Κατοχή και κατά πάσα πιθανότητα η καμπύλη των αυξητικών τάσεων μεταξύ 1943-1944, με δεδομένο ότι η γερμανική είσοδος στη Θεσσαλονίκη βρήκε τη φυλακή γεμάτη; Ποια ήταν η ανθρωπογεωγραφία τους και οι συνθήκες διαβίωσής τους, ιδιαίτερα τον πρώτο δύσκολο χειμώνα του 1941-1942; Ποια μέριμνα επιδείχθηκε για τη διατήρησή τους εν ζωή, τόσο από τις ελληνικές αρχές όσο και από τον Διεθνή Ερυθρό Σταυρό (είναι γνωστό ότι τις φυλακές επισκεπτόταν ο εκπρόσωπος της Επιτροπής Διαχειρίσεως Βοηθημάτων του ΔΕΣ Ramm); Ποια στοιχεία είναι γνωστά για το προσωπικό φύλαξης και για τη διοίκηση των φυλακών εκτός από τους ελάχιστους εκείνους που κατέθεσαν κατά τη συγκέντρωση στοιχείων για λογαριασμό του Εθνικού Γραφείου Εγκλημάτων Πολέμου; Αυτά είναι μερικά από τα ερωτήματα που η έρευνα χρειάζεται να προτάξει για να φωτίσει τις αθέατες πτυχές της «ζωής» της φυλακής υπό γερμανική κατοχή. Ενδιαφέρουσα ασφαλώς πληροφορία, που χρήζει περαιτέρω διερεύνησης, είναι η σχετική με τη χρησιμοποίηση κρατουμένων σε καταναγκαστικά έργα πέριξ της φυλακής με σκοπό τη διενέργεια ανασκαφών.[14]
Σε σχέση με το τελευταίο, για πολύ συγκεκριμένες κατηγορίες καταδίκων-εργατών (όπως οι απασχολούμενοι με την αποκομιδή σκουπιδιών και τη συντήρηση κήπων, με οικοδομικές εργασίες, στα πλυντήρια και στην απολύμανση), η Επιτροπή Διαχειρίσεως Βοηθημάτων εν Ελλάδι, υπό την αιγίδα του Διεθνούς Κομιτάτου του Ερυθρού Στρατού, προέβλεπε την παροχή αυξημένης μερίδας άρτου, που αναλογούσε στους ελεύθερους εργάτες, εξαιρουμένων, φυσικά, 26 εξ αυτών που χαρακτηρίστηκαν ως εύποροι μαυραγορίτες (παραβάτες αγορανομικών διατάξεων και οι οποίοι υποχρεώθηκαν να καταθέσουν τα δελτία άρτου).[15]
Από έκθεση του διευθυντή των φυλακών, σε απάντηση της παραπάνω πρόβλεψης, προκύπτει ότι στο Επταπύργιο η διάκριση στην εργασία για 69 συνολικά άτομα αφορούσε τους βαρυποινίτες, που απασχολούνταν εντός του χώρου των φυλακών, και σε εκείνους με καταδίκες μέχρι δύο ετών, που μπορούσαν να εξέλθουν των τειχών. Το είδος των εργασιών και ο αριθμός των απασχολούμενων ποικίλλε: στα πλυντήρια (3), στον λαχανόκηπο (20), σε εκχωματώσεις και ανακατασκευές των κτιριακών εγκαταστάσεων, στα σκουπίδια.[16] Στις 17 Μαρτίου 1944 κατάδικοι και υπόδικοι ανέρχονταν σε 385, οι 205 ήταν κάτοικοι Θεσσαλονίκης, πολλοί εκ των οποίων στερούνταν δελτίων άρτου γιατί ήταν ισοβίτες. Οι πάντες αρτοδοτούνταν με 60 δράμια, μεταξύ τους καταγράφονταν 94 ασθενείς, ενώ η διατροφή όλων χαρακτηριζόταν άθλια, σύμφωνα με τα λόγια του διευθυντή Αλεξανδρόπουλου.[17]
Αναφορές για το Επταπύργιο, χρησιμοποιώντας εδώ ως επί το πλείστον την ονομασία Γεντί Κουλέ (αν και μεταπολεμικά, σε καταστάσεις του Ελληνικού Ερυθρού Σταυρού, στην κατηγορία «φυλακές» στη Θεσσαλονίκη διακρίνεται το Επταπύργιο από το Γεντί Κουλέ),[18] περιλαμβάνονται και στις εκθέσεις άλλων εκπροσώπων του Διεθνούς Ερυθρού Σταυρού, με την έμφαση να δίνεται στο στρατόπεδο του Παύλου Μελά, αλλά να εικάζεται ότι όσα ίσχυαν για την κατάσταση της υγείας των κρατουμένων, που έπασχαν από διάφορες ασθένειες (μαλάρια, δυσεντερία κ.λπ.), αφορούσαν –μάλλον στο πολλαπλάσιο– και αυτούς στο Επταπύργιο, γιατί εκεί δεν λειτουργούσαν νοσηλευτήρια. Σε γενικές γραμμές, ο René Burkhardt και ο Emil Wenger μετέφεραν στη διεθνή κοινή γνώμη, μέσω της ουδέτερης Ελβετίας, την εικόνα μιας Ελλάδας που είχε μετατραπεί σε ένα απέραντο κρατητήριο για τους πολίτες της και ταυτόχρονα σε ένα σφαγείο εξαιτίας των βάρβαρων μεθόδων των κατακτητών.[19]
Η τρέχουσα έρευνα έχει φέρει στο φως πολύ ενδιαφέροντα στοιχεία για τη «ζωή» του Επταπυργίου κατά τη διάρκεια της γερμανικής κατοχής, επιτρέποντας να απαντηθούν αρκετά από τα ερωτήματα που είχαν τεθεί παραπάνω, χάρη στις τακτικές εκθέσεις των επιθεωρητών του υπουργείου Δικαιοσύνης. Ενδεικτικά και μόνο θα παρατεθεί εδώ η έκθεση που συνέταξε κατά την επιθεώρηση της φυλακής ο αντιεισαγγελέας Εφετών Χαρίλαος Τσαμπάσης και υπέβαλε στις αρχές Σεπτεμβρίου 1942 στην αρμόδια διεύθυνση σωφρονιστικής διοίκησης του υπουργείου. Με βάση αυτή, οι κρατούμενοι ανέρχονταν σε 578, εκ των οποίων 1 ήταν θανατοποινίτης, 12 ισοβίτες, 25 κατάδικοι σε πρόσκαιρα δεσμά, 12 σε ειρκτή, 201 σε ποινές φυλάκισης, 187 υπόδικοι, 2 οφειλέτες και 140 κρατούμενοι από τις γερμανικές αρχές κατοχής. Η κατάσταση υγιεινής των παραπάνω περιγραφόταν με τα μελανότερα χρώματα, εξαιτίας της εγκατάλειψής τους από την κατοχική πολιτεία, αλλά και της υπερπλήρωσης της φυλακής, γεγονός που προοικονομούσε υψηλά ποσοστά θνησιμότητας, κυρίως μεταξύ των κρατούμενων, αλλά και του διοικητικού και φυλακτικού προσωπικού:
«Η υγιεινή κατάστασις σοβαρωτάτου αριθμού καταδίκων είναι τόσο απεριγράπτως αθλία ώστε ταχέως τις δοκιμάζει την ασφαλή εντύπωσιν ότι δια αυτούς όχι μόνον δεν υπάρχει σκιά κρατικής αντιλήψεως, ίχνος κοινωνικής, επισήμου ή όχι, προνοίας και μερίμνης, αλλ’ ότι και το λεγόμενον κομπαστικώς ο τρέχων αιών κινείται από πολλού εις μιαν τροχιάν πολιτισμού και προόδου είναι θρύλος, φενάκη, κυριαρχούσα εις τας κοινωνίας ή τας σοβαράς έτι διανοίας. Εκτός των ελονοσούντων δια τους οποίους επιτυγχάνεται με πολύν κόπον υπό της Διευθύνσεως ή προμήθεια και παροχή ελαχίστων δισκίων κινίνης, εκτός άλλων πολλών πασχόντων εκ ψωριάσεως εις ους έχει διακοπή η θεραπεία ελλείψει φαρμάκων και εκτός των εις το έλεος του Θεού ευρισκομένων φυματικών, ίδομεν καταδίκους εν πλήρη αποβιταμινώσει και εξαντλήσει παλαίοντας εις τα προαύλια ή εις το δάπεδον του θαλάμου των κυριολεκτικώς με τον Χάρον, οι οποίοι μετά κόπου διηύθυνον το επιθανάτιον βλέμμα των ή ηδύναντο να κινήσωσι την αποστεωμένην χείραν των ζητούντες μιαν οιανδήποτε βοήθειαν προς συγκράτησίν των εις την ζωήν».[20]
Το Επταπύργιο άρχισε να «αδειάζει» από την άνοιξη του 1944 και στις αρχές Σεπτεμβρίου –όπως ήδη αναφέρθηκε– ανέστειλε τη λειτουργία του. Μετά την απελευθέρωση (αφού οι Γερμανοί ανατίναξαν μια πτέρυγα, την β' ακτίνα) το αρχείο των Εγκληματικών Φυλακών Επταπυργίου πέρασε στα χέρια του ΕΑΜ, επανήλθε από τον Ιανουάριο του 1945 στην κατοχή της κεντρικής διοίκησης και έκτοτε εμπλουτίστηκε σημαντικά, γιατί εκτός από τους ποινικούς εκεί βρέθηκαν πολιτικοί κρατούμενοι,[21] που για μεγάλο χρονικό διάστημα συνυπήρχαν με τους κατηγορηθέντες για δωσιλογισμό (για παράδειγμα, τον Ιούνιο του 1945 βρίσκονταν 243 κρατούμενοι).[22] Επρόκειτο για μια –αν μη τι άλλο– ιδιαίτερα επώδυνη συνύπαρξη για τους πολιτικούς κρατούμενους της μεταβαρκιζιανής περιόδου αλλά, όπως προκύπτει –για τελείως διαφορετικούς λόγους, φυσικά– και για τους «δωσίλογους αγωνιστάς», 27 από τους οποίους, ως κρατούμενοι στις «Εγκληματικάς Φυλακάς Θεσσαλονίκης», διαμαρτύρονταν γιατί μοναδικό έγκλημά τους ήταν «ότι αντετάχθημεν εναντίον των Εαμοκομμουνιστών και τους εκτυπήσαμεν με το όπλον εις την χείρα».[23]
Στις 27 Ιουλίου του 1939 δύο γιατροί, αφού έδωσαν ενώπιον του τριμελούς δικαστηρίου των πλημμελειοδικών τον «νενομισμένον όρκον», επισκέφθηκαν τις Εγκληματικές Φυλακές Επταπυργίου για να εξετάσουν έναν κατάδικο και να αποφανθούν περί της υγείας του σε δημόσια συνεδρίαση, με άλλα λόγια αν συνέτρεχαν οι προβλέψεις του νόμου 3861 «περί απονομής χάριτος εις καταδίκους». Κατά την εξέταση διέγνωσαν ότι ο κατάδικος έπασχε από χρόνιους ρευματισμούς, αναιμία και καρδιακά προβλήματα και γνωμάτευσαν ότι η περαιτέρω παραμονή στη φυλακή θα επέφερε «ανήκεστον βλάβην εις την υγείαν του».[24]
Δεν είναι γνωστό αν ο Ευάγγελος Α. μετά από την ιατρική γνωμάτευση αποφυλακίστηκε. Είναι βέβαιο, όμως, ότι έχει έρθει η στιγμή να ακουστούν αυτές οι ιστορίες των ανώνυμων αλλά «ξεχωριστών ανθρώπων» κατά τον Hobsbawm, που έζησαν, αν μη τι άλλο, σε δύσκολους (κατ’ άλλους σε συναρπαστικούς) καιρούς. «Ανθρώπων που τα ονόματά τους συνήθως δεν τα γνωρίζουν παρά μόνο οι συγγενείς ή οι γείτονες ή, στα σύγχρονα κράτη, οι υπηρεσίες που καταγράφουν γεννήσεις, γάμους και θανάτους [...] [που] αν σβήναμε αυτά τα άτομα από την ιστορία, δε θα άλλαζαν πολλά πράγματα από την μακροϊστορική αφήγηση [...] άνθρωποι [που] θα πρέπει να διασωθούν από τη λήθη ή απ’ την “πελώρια συγκατάβαση των μεταγενεστέρων”».[25]
- Antonio J. Muñoz, The German Secret Field Police in Greece, 1941-1944, McFarland & Co., Jefferson, North Carolina 2018. ↑
- Zentrale Stelle der Landesjustizverwaltungen, Ludwigsburg [στο εξής Zst], StA Schweinfurt, 1aJs 22/68, Ia: Landeskriminalamt/NW -53- 1133/68-Be., „Zeugenvernehmungsniederschrift“ Benjamin L., Düsseldorf, 28 Νοεμβρίου 1968. ↑
- Zst, V 508, AR 1698/67: Amtsgericht Mellrichstadt, „Beschuldigten-Vernehmung Paul H.‟, Gs. 37/58, Mellrichstadt, 6 Ιουνίου 1958. ↑
- Για παράδειγμα, βλ. Bundesarchiv-Militärarchiv Freiburg [BArch], RH 53-18/255, όπου σειρά φωτογραφιών της πρώτης αυτής περιόδου από την Κατοχή στη Θεσσαλονίκη. Επίσης βλ. την πλούσια συλλογή Μήτου, ψηφιοποιημένα αντίγραφα της οποίας απόκεινται στο Μουσείο Βυζαντινού Πολιτισμού Θεσσαλονίκης. Ειδικότερα, για το ζήτημα των φωτογράφων-στρατιωτών και την προπαγάνδα μέσα από τον φωτογραφικό φακό, βλ. Ρολφ Ζάξε, «Εικόνες πολέμου και πόλεμοι των εικόνων. Αποτίμηση των μορφών και των λειτουργιών της επίσημης και της ιδιωτικής φωτογραφίας κατά τη διάρκεια της γερμανικής κατοχής στην Ελλάδα», Ηρώ Κατσαρίδου, Άνη Κοντογιώργη, Ιωάννης Μότσιανος (επιμ.), Με το βλέμμα του κατακτητή. Η Αθήνα στις φωτογραφίες των Γερμανών στρατιωτών, 1941-1944, Διεύθυνση Νεότερης Πολιτιστικής Κληρονομιάς, Αθήνα 2020, σσ. 23-39, καθώς και άλλα κείμενα στον ίδιο τόμο. ↑
- Vaios Kalogrias - Stratos N. Dordanas, „Deutsche Polizeibehörden im besetzten Griechenland, 1941-1944“, Wolfgang Schulte (Hrsg.), Die Polizei im NS-Staat, Verlag für Polizeiwissenschaft, Frankfurt (am Main) 2009, σσ. 428-434. ↑
- Στράτος Ν. Δορδανάς, Το αίμα των αθώων. Αντίποινα των γερμανικών αρχών κατοχής στη Μακεδονία, 1941-1944, Εστία, Αθήνα 2007, σ. 59. ↑
- Βλ. Σχετικά και Regierungsblatt, Heft A, „Über die Errichtung eines zweiten Kriminalgefängnisses in Thessaloniki und die Bestellung des Personals für dasselbe“, Bogen Nr. 396, Αθήνα, 17 Νοεμβρίου 1941, σσ. 2115, 2119. Η συγκεκριμένη διάταξη φέρει τις υπογραφές του πρωθυπουργού της κατοχικής κυβέρνησης Γεώργιου Τσολάκογλου, του υπουργού Δικαιοσύνης Αντώνη Λιβιεράτου και του υπουργού Οικονομικών Σωτήριου Γκοτζαμάνη. ↑
- Βλ. τα παραδοτέα του τελευταίου ερευνητικού προγράμματος “Pavlos Melas internment camp. Research, education and commemoration”, που χρηματοδοτήθηκε από το γερμανικό υπουργείο Εξωτερικών (Γερμανικό Προξενείο Θεσσαλονίκης/Ελληνογερμανικό Ταμείο για το Μέλλον), με τη διοικητική υποστήριξη του Δήμου Παύλου Μελά, στην ιστοσελίδα https://kzpavlosmelas.hist.auth.gr ↑
- Zst, V 508 AR 1411/67: „Beeidigte Vernehmung Themistoklis A.‟, Παρανέστι Δράμας, 24 Μαΐου 1946. Επίσης, Γιώργος Καφταντζής (επιμ.), Το ναζιστικό στρατόπεδο Παύλου Μελά Θεσσαλονίκης, 1941-1944. Όπως το έζησε και το περιγράφει στο ημερολόγιό του ένας όμηρος, ο Λεωνίδας Γιασημακόπουλος, τόμ. 2, Εκδόσεις Παρατηρητής, Θεσσαλονίκη 2001, σσ. 294, 304, 306. ↑
- Γενικά Αρχεία του Κράτους-Ιστορικό Αρχείο Μακεδονίας [στο εξής ΓΑΚ-ΙΑΜ], Αρτοδότηση Χωροφυλακής, Φυλακών, φάκ. 137, υποφάκ. 1: Επιτροπή Διαχειρίσεως Βοηθημάτων εν Ελλάδι, Διεύθυνσις Άρτου, προς τον κ. Νικόλαο Μαχαιρόπουλο, Αριθ. 03/6089, Θεσσαλονίκη, 10 Αυγούστου 1944. Για την αναστολή λειτουργίας του Επταπυργίου, βλ. στο ίδιο, Ελληνική Πολιτεία, Αυτόνομος Υπηρεσία Επισιτισμού Μακεδονίας, Υπηρεσία Άρτου, «Απόφασις», Αριθ. 31496/1024, Θεσσαλονίκη, 15 Οκτωβρίου 1944. ↑
- Δορδανάς, ό.π., σ. 45. Επίσης, Βάιος Καλογρηάς, Το αντίπαλο δέος. Οι εθνικιστικές οργανώσεις αντίστασης στην κατεχόμενη Μακεδονία (1941-1944), Εκδόσεις University Studio Press, Θεσσαλονίκη 2012, σ. 47. ↑
- Zst, V 508 AR 1411/67: „Beeidigte Vernehmung Dimitrios P.‟, Παρανέστι Δράμας, 24 Μαΐου 1946. ↑
- Στο ίδιο. ↑
- Φώτιος Κατέβας, «Η επίδραση του πολέμου στα αρχαία μνημεία κατά τη διάρκεια της δεκαετίας του 1940 στην Ελλάδα», διδακτορική διατριβή, Τμήμα Ιστορίας και Αρχαιολογίας, Φιλοσοφική Σχολή, Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης, Θεσσαλονίκη 2024, σσ. 349-350. ↑
- ΓΑΚ-ΙΑΜ, Αρτοδότηση Χωροφυλακής, Φυλακών, φάκ. 137, υποφάκ. 1: Επιτροπή Διαχειρίσεως Βοηθημάτων εν Ελλάδι, Διεύθυνσις Άρτου, προς τας Εγκληματικάς Φυλακάς Επταπυργίου Θεσ/νίκης, Αριθ. 03/5357, Θεσσαλονίκη, 10 Μαΐου 1944. ↑
- Στο ίδιο: Ε.Δ.Β.Ε/Δ.Ε.Κ.Ε.Σ, «Υπηρεσιακό σημείωμα προς το ημέτερο Κεντρικόν Γραφείον», Αριθ. 03/4685. ↑
- Στο ίδιο: Α' Φυλακαί, Προς την Διεύθυνσιν της Υπηρεσίας Άρτου, Θεσσαλονίκη, 17 Μαρτίου 1944. ↑
- International Tracing Service, Archives [ITS Archives], Bad Arolsen: Groix Rouge Hellenique, “Lieux de détention établis en Grèce, par les forces armées allemandes, durant l’occupation”, 10 September 1967. ↑
- Ενδεικτικά και μόνο, Υπηρεσία Διπλωματικού Ιστορικού Αρχείου του Υπουργείου Εξωτερικών [ΥΔΙΑ], Κατοχική κυβέρνηση 1944, φάκ. 1, υποφάκ. 1: Dr. R. Burkhardt, “Internés civil Grecs en Grèce”, Genève, 21 Juillet 1943 και “Rapport sur la situation dans la Macédoine du Nord au 1er October 1942”, 22 Octobre 1942. ↑
- Γενικά Αρχεία του Κράτους, Κεντρική Υπηρεσία (ΓΑΚ ν. Αττικής), Αρχείο Υπουργείου Δικαιοσύνης (ΑΒΕ 2261), φάκ. 146: Ελληνική Πολιτεία, Εισαγγελία Εφετών Θεσ/νίκης (αντιεισαγγελέας Εφετών Χαρίλαος Τσαμπάσης) προς Υπουργείο Δικαιοσύνης, «Έκθεσις επιθεωρήσεως των ενταύθα εγκληματικών φυλακών Επταπυργίου», Αριθ. 6629, Θεσσαλονίκη, 5 Σεπτεμβρίου 1942. ↑
- Ενδεικτικά, Κώστας Τσανικλίδης, «Κρουαζιέρα...» στις ελληνικές φυλακές, 1945-1960, Εκδοτική Ομάδα, Θεσσαλονίκη 1994, σσ. 100-102. ↑
- ΓΑΚ-ΙΑΜ, Υπηρεσία Γενικών Διανομών, Διεύθυνσις Άρτου, 1945, φάκ. 139, υποφάκ. 2: Διεύθυνσις Άρτου Ε' Διαμερίσματος προς την Αυτόνομον Υπηρεσίαν Επισιτισμού Μακεδονίας, Αριθ. 03/9123/245, Θεσσαλονίκη, 7 Ιουνίου 1945. ↑
- Στράτος Ν. Δορδανάς, Η γερμανική στολή στη ναφθαλίνη. Επιβιώσεις του δοσιλογισμού στη Μακεδονία, 1945-1974, γ' έκδ., Εστία, Αθήνα 2024, σσ. 81, 198-199. ↑
- ΓΑΚ-ΙΑΜ, Αρχείο Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης [Α.Ε.Ε. Δικ. 1.5/α.α. 613], τόμ. 401-2600 (1939): Πρακτικό του Τριμελούς της συνεδρίασης της 27ης Ιουλίου 1939, Αριθ. 2590. ↑
- Eric Hobsbawm, Ξεχωριστοί άνθρωποι. Αντίσταση, εξέγερση και τζαζ, μτφρ. Παρασκευάς Μάταλας, Εκδόσεις Θεμέλιο, Αθήνα 2001, σ. 9. ↑
