«Εις τον συνήθη τόπον...»: Οι εκτελέσεις πολιτικών κρατουμένων στο
Επταπύργιο την περίοδο του εμφυλίου πολέμου

Παρθενόπη Βέργου[1]

«Στο Επταπύργιο μπορείς να μυρίσεις μπόλικο αίμα. Σε μια χθαμαλή πλαγιά, πίσω από τη βορειοανατολική του πλευρά, τα πτώματα πάνε κι έρχονται, για άλλη μια φορά στην πτωματένια ιστορία του».[2]

Κατά τη διάρκεια του εμφυλίου πολέμου, το Γ' Ψήφισμα της 18ης Ιουνίου 1946 της Δ' Αναθεωρητικής Βουλής «Περί εκτάκτων μέτρων αφορώντων την δημοσίαν τάξιν και ασφάλειαν» αποτέλεσε ορόσημο της έκτακτης νομοθεσίας της περιόδου. Τα έκτακτα στρατοδικεία, που ιδρύθηκαν σε ολόκληρη τη χώρα τον Ιούλιο του 1946, ήταν αρμόδια για την εκδίκαση υποθέσεων που σχετίζονταν με τις παραβάσεις του Γ' Ψηφίσματος, δηλαδή με αδικήματα που στρέφονταν κατά του εθνικόφρονος κράτους, σύμφωνα με την κυρίαρχη κρατική ιδεολογία.[3] Μέσα από σειρά διατάξεων θεσπίστηκε το «αντεθνικό» έγκλημα και τα στρατοδικεία με τελεσίδικες αποφάσεις όριζαν την ποινή των κατηγορουμένων, όπως φυλάκιση και θανατική ποινή, αποκλειστικά στηριζόμενα σε πολιτικά κριτήρια.[4]

Όπως σημειώνει ο Νίκος Αλιβιζάτος, το αξιοσημείωτο της εμφυλιακής περιόδου ήταν ότι η παραπομπή του κατηγορουμένου σε δίκη δεν αφορούσε την πράξη αυτή κάθε αυτή, αλλά την πρόθεση: «Το διακριτικό γνώρισμα της περιόδου 1946-1952 ήταν το ότι λαμβανόταν υπόψη περισσότερο η πρόθεση, παρά η εγκληματική πράξη». Στις δίκες, μάλιστα, οι περισσότεροι κατηγορούμενοι δικάζονταν ταυτόχρονα, όμως για διαφορετικά «εγκλήματα», ενώ σε πολλές περιπτώσεις οι κατηγορούμενοι είχαν συλληφθεί όχι επειδή ήταν εξακριβωμένο ότι συμμετείχαν σε «αντεθνικές» ενέργειες αλλά ως ύποπτοι για συμμετοχή σε αυτές.[5]

Και ενώ τους πρώτους μήνες από την εφαρμογή της έκτακτης νομοθεσίας οι δίκες αφορούσαν κυρίως μεμονωμένες πράξεις, σταδιακά, από το 1947, αφορούσαν μεγάλες ομάδες πολιτών. Στις 28 Αυγούστου 1947 έλαβε χώρα η μεγάλη δίκη της Στενής Αυτοάμυνας. Είχε προηγηθεί, στις 30 Απριλίου, η επίθεση εναντίον λεωφορείου που μετέφερε τμήμα αεροπόρων, καθώς και πλήθος ακόμα επιθέσεων εναντίον «εθνικοφρόνων», που οδήγησε στην εξάρθρωση των παράνομων μηχανισμών της οργάνωσης. Συνολικά, συνελήφθησαν και οδηγήθηκαν στο Έκτακτο Στρατοδικείο, που συνεδρίαζε στη μεγάλη αίθουσα της Σχολής Βαλαγιάννη, 67 άτομα, από τα οποία καταδικάστηκαν σε θάνατο τα 52.[6]

Η εκτέλεσή τους πραγματοποιήθηκε ένα μήνα αργότερα στον «συνήθη τόπο εκτελέσεων», πίσω από τις φυλακές του Γεντί Κουλέ. Στην πρώτη ομάδα, των δέκα εκτελεσμένων, ήταν κυρίως τα ηγετικά στελέχη, όπως ο Αλβανός Ακίνδυνος και ο Ανδρέας (Τάκης) Παπαγεωργίου:

«Εκτελεσταί ψύχραιμοι και στυγνοί όλοι των αποφάσεων της τρομοκρατικής οργανώσεως της ΟΠΛΑ, της εγκληματικής αυτής οργανώσεως –η οποία με τας χειροβομβίδας και τα δολοφονικά πιστόλια της έσπειρε τον τρόμον εις την πόλιν μας και εβύθισεν εις το πένθος τόσας οικογενείας ανυπόπτων θυμάτων της– έπεσαν διάτρητοι από τας σφαίρας του εκτελεστικού αποσπάσματος [...]. Εγένετο δικαιοσύνη...»[7]

Από τη στιγμή της εξάρθρωσης του δικτύου της Στενής Αυτοάμυνας στη Θεσσαλονίκη, ακολούθησε νέο κύμα συλλήψεων, με στόχο την αποκάλυψη της δράσης της Μαζικής Λαϊκής Αυτοάμυνας (ΜΛΑ). Η δίκη των μελών της ξεκίνησε στις 25 Νοεμβρίου 1947, στην αίθουσα συναυλιών του Ραδιοφωνικού Σταθμού Θεσσαλονίκης. Οι 73 συλληφθέντες παραπέμφθηκαν σε δίκη με την κατηγορία της «συνωμοσίας προς απόσπασιν μέρους της επικρατείας», την άσκηση βίας κατά των αρχών, για αδικήματα κατά της ζωής των πολιτών και παράνομη κατοχή όπλων, κατά παράβαση του Γ' Ψηφίσματος.[8] Σύμφωνα με την απόφαση του Έκτακτου Στρατοδικείου, που ανακοινώθηκε στις 11 Δεκεμβρίου, καταδικάστηκαν σε θάνατο οι 30 από τους συλληφθέντες.[9]

Μια σημαντική δίκη που ακολούθησε ήταν εκείνη που αφορούσε τον βομβαρδισμό της Θεσσαλονίκης, τη μοναδική φορά που ο Δημοκρατικός Στρατός Ελλάδας (ΔΣΕ) απείλησε άμεσα την πόλη μέσα από την ανάληψη στρατιωτικής δράσης. Συγκεκριμένα, στις 10 Φεβρουαρίου 1948, ένα ορειβατικό γερμανικό πυροβόλο Σκόντα εγκαταστάθηκε από αντάρτες του ΔΣΕ περίπου οκτώ χιλιόμετρα έξω από τη Θεσσαλονίκη, στην περιοχή Δερβένι, με δεκάδες βλήματα να ρίχνονται εναντίον της πόλης.[10] Η δίκη των 128 «ζωγρηθέντων συμμοριτών» ξεκίνησε στις 27 Φεβρουαρίου 1948 και έτυχε της δέουσας προπαγανδιστικής προβολής. Το γεγονός ότι η εξαγγελία της απόφασης μεταδιδόταν ζωντανά από τον Ραδιοφωνικό Σταθμό Θεσσαλονίκης, όπως και οι απολογίες των κατηγορουμένων, αποτελεί κομμάτι της προπαγανδιστικής πολιτικής του αντικομμουνιστικού αγώνα.[11] Σύμφωνα με την απόφαση της 21ης Μαρτίου: «Εν τη ποινή του θανάτου διά της 70/48 αποφάσεως ή από 20/3/48 του Εκτάκτου Στρατοδικείου Θεσσαλονίκης» καταδικάστηκαν 52 συλληφθέντες.[12]

Όπως προκύπτει, ο αριθμός των συλλήψεων και των εκτελέσεων, βάσει των καταδικαστικών αποφάσεων, ήταν άμεσα συνυφασμένος με τις στρατιωτικές και πολιτικές εξελίξεις στη χώρα. Η αύξηση του αριθμού τους παρατηρείται ήδη από τις αρχές του 1948, οπότε και διεξαγόταν ο κύριος όγκος των πολεμικών επιχειρήσεων ανάμεσα στον Εθνικό Στρατό και τον ΔΣΕ. Παράλληλα, η δολοφονία του υπουργού Δικαιοσύνης, Χρήστου Λαδά, στην Αθήνα, την 1η Μαΐου 1948, οδήγησε σε εφαρμογή σκληρότερων μέτρων καταστολής εναντίον των μελών και συμπαθούντων της Αριστεράς.[13]

Έτσι, καθ’ όλη τη διάρκεια του 1948 οι αίθουσες του Έκτακτου Στρατοδικείου ήταν συνήθως ασφυκτικά γεμάτες, κατά τη διάρκεια της εκδίκασης πολλαπλών «εγκλημάτων». Ο Α.Ν. 509 της 27ης Δεκεμβρίου 1947 «περί μέτρων ασφαλείας του κράτους, του πολιτεύματος, του κοινωνικού καθεστώτος και προστασίας των ελευθεριών των πολιτών», που βασίστηκε στο Ιδιώνυμο του 1929, έθεσε εκτός νόμου το ΚΚΕ, το ΕΑΜ, την Εθνική Αλληλεγγύη και όλα τα σωματεία και τις αριστερές οργανώσεις, δίνοντας το έναυσμα για να αυξηθούν οι συλλήψεις και, κατά συνέπεια, ο αριθμός των καταδικαστικών αποφάσεων.[14]

Τον Απρίλιο του 1948 συνελήφθησαν και οδηγήθηκαν στο Έκτακτο Στρατοδικείο 73 άτομα από την Κομματική Οργάνωση Θεσσαλονίκης (ΚΟΘ), ως κατάσκοποι του δικτύου του ΚΚΕ. Η δίκη ξεκίνησε στις 3 Απριλίου και με βάση την απόφαση του στρατοδικείου καταδικάστηκαν σε θάνατο 36 κατηγορούμενοι.[15]Λίγους μήνες αργότερα, τον Νοέμβριο, η ΚΟΘ «χτυπήθηκε» για άλλη μια φορά, με στελέχη της να συλλαμβάνονται. Σύμφωνα με την καταδικαστική απόφαση, από τους 66 που παραπέμφθηκαν σε δίκη, οι «καταδικασθέντες εν τη ποινή του θανάτου διά της αποφάσεως 482/48 του Εκτάκτου Στρατοδικείου Θεσσαλονίκης», ήταν 13, ανάμεσά τους 9 γυναίκες και 4 μόνο άνδρες. Κατά τη διάρκεια των απολογιών υπήρξαν κατηγορούμενοι που αποκήρυξαν τον κομμουνισμό, ενώ αντίθετα, και παρά τη «συμβουλή» του βασιλικού επιτρόπου να αποκηρύξουν τις ιδέες τους, ορισμένοι αρνήθηκαν και απλώς περιορίστηκαν στην αποδοκιμασία των «εγκλημάτων» που διέπραξαν.[16]

Ακολούθως, από τις μεγάλες δίκες που έλαβαν χώρα κατά τη διάρκεια του Εμφυλίου ήταν η δίκη των 69 στελεχών και μελών της ΕΠΟΝ Θεσσαλονίκης, που ξεκίνησε στις 14 Ιανουαρίου 1949, με την κατηγορία για «συνωμοτικάς ενεργείας και υποβοήθησιν του συμμοριακού αγώνος». Σύμφωνα με τους μάρτυρες κατηγορίας, από τους κύριους σκοπούς της οργάνωσης ήταν η διενέργεια παράνομου εράνου, η άσκηση προπαγάνδας μέσω της κυκλοφορίας έντυπου υλικού «ανατρεπτικού περιεχομένου», η κατάρτιση ομάδων σαμποτέρ και η στρατολογία ΕΠΟΝιτών σε «συμμορίας».[17] Η καταδικαστική απόφαση ανακοινώθηκε στις 29 Ιανουαρίου, σύμφωνα με την οποία καταδικάστηκαν σε θάνατο 9 κατηγορούμενοι, σε φυλάκιση 25, από τους οποίους οι 14 δεν εξέτισαν την ποινή τους λόγω αναστολής, ενώ οι υπόλοιποι 35 απαλλάχτηκαν από τις κατηγορίες «λόγω αμφιβολιών ή πλήρους συγχύσεως».[18]

Τέλος, στις 16 Μαΐου 1949 διεξήχθη η δίκη 27 ακόμα μελών της ΚΟΘ, με την κατηγορία της υποδοχής, απόκρυψης και αποστολής επίλεκτων ατόμων από και προς τα αρχηγεία των ανταρτών στο βουνό, οργανώνοντας παράλληλα την αποστολή εφοδίων. Σύμφωνα με την απόφαση του Έκτακτου Στρατοδικείου, από τους κατηγορούμενους καταδικάστηκαν σε θάνατο οι 14, σε φυλάκιση οι 10, ενώ οι 3 απαλλάχτηκαν από τις κατηγορίες, με τον έναν όμως να τίθεται υπό αστυνομική επιτήρηση.[19]

Στο σύνολο, όσον αφορά την ποινή του θανάτου, από το 1948 εφαρμόστηκε ένας άγραφος κανόνας. Συγκεκριμένα, ενώ προηγουμένως η θανατική ποινή μπορούσε να εκτελεστεί τρεις έως πέντε ημέρες μετά την έκδοση της απόφασης από το δικαστήριο, από το 1948, εάν οι πέντε δικαστές απήγγελλαν ομόφωνα την ποινή ή εάν συμφωνούσαν τουλάχιστον οι τέσσερις από τους πέντε, η εκτέλεση του κατηγορουμένου γινόταν σε πολύ σύντομο χρονικό διάστημα, χωρίς ο ίδιος να μπορεί να υποβάλει αίτηση χάριτος. Αντίθετα, σε περίπτωση τριών ψήφων υπέρ και δύο κατά της ποινής αυτής, ο φάκελος του κατηγορουμένου διαβιβαζόταν στο Συμβούλιο Χαρίτων και η απόφαση σχετικά με την υπόθεσή του μπορούσε να καθυστερήσει μήνες, ίσως και χρόνια. Σε αυτό το σημείο, λοιπόν, η αποκήρυξη του κομμουνισμού και του ΚΚΕ μπορούσε να μετατρέψει την ποινή του θανάτου σε ισόβια κάθειρξη, αν και αυτό δεν αποτελούσε πάντα τον κανόνα.[20]

Συνεπώς, η δημόσια καταγγελία της κομμουνιστικής ιδεολογίας ενώπιον του δικαστηρίου αποτελούσε κίνητρο για τον κατηγορούμενο, ώστε να «γλιτώσει» τη θανατική καταδίκη, παράλληλα όμως εξυπηρετούσε την κυρίαρχη ιδεολογία της περιόδου, καθώς καταγραφόταν ως «επιτυχία» για το κράτος η παραδοχή των κομμουνιστικών εγκλημάτων κατά της ασφάλειας του κράτους από τους ίδιους τους κατηγορούμενους, και με τον τρόπο αυτόν «αυξανόταν» η δεξαμενή των «ανανηψάντων». Αντίθετα, η άρνηση της αποκήρυξης των «επιλήψιμων» ιδεών αποτελούσε και την παραδοχή της ενοχής για τον κατηγορούμενο.[21]

Η πλειονότητα των κρατουμένων είχε καταδικαστεί σε θάνατο για παραβάσεις του Γ' Ψηφίσματος και του Α.Ν. 509, ενώ υπήρχε και η κατηγορία όσων είχαν διαπράξει «εγκλήματα» κατά τη διάρκεια των Δεκεμβριανών.[22] Μετά την απαγγελία της καταδικαστικής απόφασης, οι κατηγορούμενοι οδηγούνταν στους τόπους κράτησης έως την εκτέλεση της θανατικής ποινής. Για το «τελετουργικό» των εκτελέσεων υπάρχει πλήθος μαρτυριών, αλλά και φωτογραφικό υλικό από τον Τύπο της εποχής. Οι φύλακες έμπαιναν κατά τη διάρκεια της νύχτας στους θαλάμους των κρατουμένων και μετέφεραν όσους επρόκειτο να εκτελεστούν το επόμενο πρωί στο κελί απομόνωσης ή σε ξεχωριστό δωμάτιο, όπου παρέμεναν μέχρι τα ξημερώματα, φοβούμενοι κάθε ημέρα ότι θα έρθει και η δική τους σειρά για να οδηγηθούν στο εκτελεστικό απόσπασμα:

«Όταν, που λες, ήμασταν μελλοθάνατοι στα μπουντρούμια του Γεντί Κουλέ, είχαμε κανονίσει κάθε βράδυ, πριν μας κλείσουν το φινιστρίνι, να βγαίνει ένας από κάθε κελί στο παραθυράκι της πόρτας και να λέει μιαν ιστορία ή ένα παραμύθι για να περνάει η ώρα. Η νύχτα είναι η πιο δύσκολη ώρα για τους μελλοθάνατους, γιατί είναι ο προθάλαμος της αυγής, η ώρα της επικείμενης εκτέλεσης...»[23]

Τα ξημερώματα έφτανε το εκτελεστικό απόσπασμα με τον βασιλικό επίτροπο, τον γιατρό, τον εκπρόσωπο του δήμου και τους χωροφύλακες. Οι μελλοθάνατοι έβγαιναν στο προαύλιο της φυλακής με τα χέρια δεμένα. Προηγουμένως, δυο κατάδικοι είχαν βγει από τον χώρο της φυλακής κρατώντας φτυάρια και έσκαβαν τους τάφους των μελλοθανάτων. Το εκτελεστικό απόσπασμα τους οδηγούσε στον τόπο της εκτέλεσης, παρουσία του ιερέα. Όταν έφθαναν μπροστά στο απόσπασμα, οι στρατιώτες έδεναν τα μάτια όσων το ήθελαν. Ο βασιλικός επίτροπος διάβαζε την καταδικαστική απόφαση του έκτακτου στρατοδικείου. Με τη διαταγή «Πυρ!» από τον επικεφαλής αξιωματικό εκτελούνταν οι καταδικασθέντες και σε πολλές περιπτώσεις γινόταν δεύτερη και τρίτη βολή, εξ επαφής στο κεφάλι. Ο γιατρός πιστοποιούσε τον θάνατο και γινόταν η ταφή παρουσία του ιερέα.

Για τους κρατούμενους που έμεναν πίσω, η εκτέλεση των συγκρατουμένων τους ήταν ημέρα διαμαρτυρίας, οργανώνοντας εκδηλώσεις προς τιμήν των νεκρών και διαβάζοντας τις επιστολές που είχαν γράψει.[24] Ο Μανόλης Αναγνωστάκης υπήρξε επίσης κρατούμενος των φυλακών Επταπυργίου. Στη μεγάλη δίκη της ΕΠΟΝ δικάστηκε και καταδικάστηκε σε θάνατο, σύμφωνα με την απόφαση του Έκτακτου Στρατοδικείου.[25] Συνεπώς, βίωσε εκ των έσω την καθημερινότητα της φυλακής, αλλά και τις εκτελέσεις των συγκρατουμένων του. Για εκείνον και για όσους έμεναν πίσω ο αποχαιρετισμός, και στη συνέχεια ο ήχος που ακουγόταν με το «Πυρ!», δημιουργούσε κλίμα πένθους και πόνου. Μαζί με τις οικογένειες των εκτελεσμένων πενθούσαν και οι ίδιοι. Ο Αναγνωστάκης κατέγραψε τα συναισθήματα αυτά και την καθημερινότητα της φυλακής στα ποιήματά του:

«Εδώ

Κάτω από την καρδιά μου

Καρφώθηκαν οι σφαίρες οι πρωινές

Μπήγονται ολοένα και πιο βαθιά [...]

Έλα εσύ Γιώργο, έλα Μιχάλη, έλα Ραούλ,

Μαζέψτε τες μια μια

Είναι δικές σας

Σήμερα το πρωί

Στις πέντε

Πριν βγει ο ήλιος

Πριν, πριν ακόμη απ’ τα καμιόνια

Τις μάζεψα για σας».[26]

Στο Επταπύργιο, βάσει της έκτακτης νομοθεσίας, οι πρώτες εκτελέσεις έλαβαν χώρα το καλοκαίρι του 1946.[27] Με τίτλο «Η πρώτη εκτέλεσις καταδικασθέντων διά μετοχήν εις οργάνωσιν συμμοριών», η εφημερίδα Μακεδονία περιέγραψε την εκτέλεση των Θεοχάρη Σαπρανίδη και Γιώργου Καλέμη, δυο νέων με καταγωγή από το Κιλκίς, στις 16 Ιουλίου 1946:

«5 και 40'. Οι μελλοθάνατοι βγαίνουν [...]. Από μακρυά φαίνονται καθαρά οι δύο κατάδικοι που χτυπάνε τον κασμά και φτυαρίζουν το χώμα γοργά [...]. Σε δέκα λεπτά η συνοδεία έχει φτάσει. Τελευταίος έρχεται ο παπάς βαστώντας το θυμιατό στα χέρια και μουρμουρίζοντας την νεκρώσιμη ακολουθία. 5 και 50'. Σε μιαν απότομη κατάβαση του εδάφους στήνονται οι μελλοθάνατοι όρθιοι [...]. Ο Καλέμος συνεχίζει πάντοτε να διαμαρτύρεται [...]. Ο Σαπρανίδης εξακολουθεί τη σιωπή του. Ένας φύλακας τον πλησιάζει και τον ρωτά αν θέλη να του δέσουν τα μάτια και εκείνος απαντάει καταφατικά [...]. Το απόσπασμα παρουσιάζει όπλα και ο Βασιλικός Επίτροπος διαβάζει την απόφαση. Η σιγή είναι απόλυτη, νεκρική [...]. Η ώρα είνε 6η πρωινή [...]. Οι στρατιώται γονατίζουν, γεμίζουν και σκοπεύουν. Ο Σαπρανίδης με δεμένα τα μάτια ζητά ένα τσιγάρο [...]. Έξαφνα μια ομοβροντία εδόνησε την ατμόσφαιρα και δυο κορμιά ξαπλώθηκαν καταγής ανάσκελα [...]. Δυο στρατιώται βγαίνουν από το απόσπασμα. Ο ένας σκοπεύει και δίδει την χαριστική βολή».[28]

Μακεδονία, 17 Ιουλίου 1946

Σύμφωνα με την έρευνα στα ληξιαρχικά βιβλία θανάτων του Δήμου Θεσσαλονίκης της περιόδου 1946-1949, στο Επταπύργιο εκτελέστηκαν 184 θανατικές καταδίκες που επιβλήθηκαν από το Έκτακτο Στρατοδικείο Θεσσαλονίκης. Αρχικά, το 1946, είναι καταγεγραμμένες μεμονωμένες εκτελέσεις ενός, δύο ή τριών ατόμων, ενώ οι πολυπληθείς εκτελέσεις, αλλά και η μεγαλύτερη συχνότητα αυτών, εμφανίζονται από τις αρχές του 1948. Παράλληλα, τα ποιοτικά χαρακτηριστικά που συγκεντρώθηκαν κατά τη διάρκεια αυτής της έρευνας, αναφορικά με το φύλο, την ηλικία, τον τόπο καταγωγής και το επάγγελμα, επιτρέπουν να σχηματιστεί μια πιο λεπτομερής εικόνα για το προφίλ των πολιτικών κρατουμένων του Εμφυλίου.

Με βάση τα στοιχεία της έρευνας, ο μεγαλύτερος αριθμός των πολιτικών κρατουμένων, που εκτελέστηκαν «όπισθεν του Επταπυργίου», αφορούσε άνδρες και σε πολύ μικρότερο ποσοστό γυναίκες. Συγκεκριμένα, από τους 184 εκτελεσμένους, οι 162 ήταν οι άνδρες, ενώ οι γυναίκες ήταν 22.[29] Αντίστοιχα, σχετικά με την ηλικία των εκτελεσμένων, στην κατηγορία 17-22 ετών, με συνολικό αριθμό 29 άτομα, τα τέσσερα από αυτά ήταν ανήλικοι, ενώ στην πλειονότητά τους ήταν 22 ετών. Το μεγαλύτερο ποσοστό των εκτελεσμένων ανήκε στην ηλικιακή κατηγορία 23-35 ετών και συγκεκριμένα οι 86 από τους 183 εκτελεσμένους. Ακολούθως, ένα μεγάλο ποσοστό εκτελεσμένων, και συγκεκριμένα οι 56 από τους 183, ανήκε στην κατηγορία 36-50 ετών και κυρίως έως την ηλικία των 43 ετών. Τέλος, στην τελευταία κατηγορία, 51-76 ετών ανήκε το μικρότερο ποσοστό και συγκεκριμένα 12 άτομα.

Σχετικά με τον τόπο καταγωγής των εκτελεσμένων, η πλειονότητα προερχόταν από τη βόρεια Ελλάδα, με εξαίρεση τρία άτομα που κατάγονταν από τον νομό Αττικής. Πιο συγκεκριμένα, από τους 184 καταγεγραμμένους, οι 71 κατάγονταν από χωριά του νομού Θεσσαλονίκης και την πόλη της Θεσσαλονίκης, και σε μικρότερο ποσοστό από τους νομούς Κιλκίς, Πιερίας, Χαλκιδικής, Ημαθίας, Σερρών και από τη δυτική Μακεδονία, τη Φλώρινα και την Καστοριά.

Τέλος, μέσα από την έρευνα προέκυψαν στοιχεία αναφορικά με την επαγγελματική τους ιδιότητα. Το μεγαλύτερο μέρος ήταν γεωργοί, εργάτες και χειρώνακτες, όπως καπνεργάτες, κτίστες, σιδηρουργοί, ράφτες και σανδαλοποιοί. Οι γυναίκες στην πλειονότητά τους ασχολούνταν με τα οικιακά, ενώ υπήρχε και ένας μικρός αριθμός εργατριών. Παράλληλα, ανάμεσά τους καταγράφηκαν δικηγόροι, καθηγητές, δημόσιοι υπάλληλοι, γεωπόνοι, φοιτητές και μαθητές, καθώς και στρατιώτες.[30]

Μεταξύ των εκτελεσθέντων συγκαταλεγόταν ένας ιερέας. Σύμφωνα με τη ληξιαρχική πράξη θανάτου, στις 22 Ιανουαρίου 1947 εκτελέστηκε ο ιερομόναχος Σ.Α., ετών 31, «καταδικασθείς εν τη ποινή του θανάτου διά της αποφάσεως 6/47 ή από 18/1/47 του Εκτάκτου Στρατοδικείου Θεσσαλονίκης». Ο ιερέας οδηγήθηκε στο εκτελεστικό απόσπασμα με την κατηγορία της παράνομης κατοχής δύο χειροβομβίδων και δύο δεσμίδων σφαιρών. Στη δίκη ισχυρίστηκε ότι οι χειροβομβίδες δεν ήταν δικές του, αλλά είχαν εγκαταλειφθεί από Βούλγαρους κατά τη διάρκεια της Κατοχής και τις βρήκε όταν νοίκιασε το δωμάτιο. Στην κατοχή υπηρέτησε ως ιερέας σε μονάδα του ΕΛΑΣ.[31]

 

Εικόνα που περιέχει ρουχισμός, εξωτερικός χώρος/ύπαιθρος, άνδρας, έδαφος Το περιεχόμενο που δημιουργείται από τεχνολογία AI ενδέχεται να είναι εσφαλμένο.

Μακεδονία, 18 Οκτωβρίου 1947

Συμπερασματικά, η δίκη και καταδίκη σε θάνατο πολιτών με βάση τα πολιτικά τους φρονήματα αποτέλεσε το δυναμικό μέτρο καταστολής της κυβερνητικής πλευράς για την εξουδετέρωση των «αντεθνικών» στοιχείων. Οι πολιτικοί κρατούμενοι εξισώθηκαν με «εγκληματίες» και η θεσμοθετημένη εκτέλεσή τους στο Γεντί Κουλέ αποτέλεσε το σύμβολο της επικυριαρχίας του κράτους των νικητών εθνικοφρόνων του εμφυλίου πολέμου.

Η ανακάλυψη των ομαδικών τάφων εκτελεσμένων πολιτικών κρατουμένων στο πάρκο των Συκεών από τον Δεκέμβριο του 2024, κατά τη διάρκεια εργασιών ανάπλασης στο πάρκο Εθνικής Αντίστασης στις Συκιές Θεσσαλονίκης, φέρνει στο προσκήνιο το τραυματικό παρελθόν και επιβεβαιώνει για ακόμα μια φορά τη βιαιότητα της περιόδου. Όπως χαρακτηριστικά σημειώνει ο Ηλίας Πετρόπουλος: «Η κάθε μάνα ήξερε τον τάφο του παιδιού της από ένα μικρό σημάδι (παλουκάκι, τούβλο, κονσερβοκούτι κτλ.). Κάπου-κάπου ερχότανε στο, επισήμως ανύπαρκτο, Νεκροταφείο των Τουφεκισμένων μια χαροκαμένη και σιγόκλαιγε».[32]

Στο Επταπύργιο, έναν τόπο συλλογικής μνήμης, εκτελέστηκαν και θάφτηκαν επιτόπου σε αυτοσχέδιους λάκκους εκατοντάδες πολιτικοί κρατούμενοι, με τους οικείους να μην γνωρίζουν τίποτα για την τύχη τους. Είναι σημαντικό, λοιπόν, να συνεχίσουν οι έρευνες αναζήτησης στην ευρύτερη περιοχή, ως φόρος τιμής στη μνήμη των νεκρών, ανοίγοντας παράλληλα τον γόνιμο διάλογο για μια περίοδο που δίχασε και διαμόρφωσε την ελληνική κοινωνία τις επόμενες δεκαετίες.

Μακεδονία, 18 Οκτωβρίου 1947

  1. Το παρόν κείμενο έχει αντλήσει εν μέρει στοιχεία από την ανέκδοτη διπλωματική εργασία της γράφουσας με τίτλο: «Ο πόλεμος εντός των τειχών: Ο εμφύλιος πόλεμος στη Θεσσαλονίκη (1946-1949)», Τμήμα Βαλκανικών, Σλαβικών και Ανατολικών Σπουδών, Πανεπιστήμιο Μακεδονίας, Θεσσαλονίκη 2020.
  2. Σάκης Σερέφας, Πτώματα και φαντάσματα στη Θεσσαλονίκη του εμφυλίου, Εκδόσεις Κέδρος, Αθήνα 1998, σ. 12.
  3. Νίκος Αλιβιζάτος, Οι πολιτικοί θεσμοί σε κρίση (1922-1974). Όψεις της ελληνικής εμπειρίας, Εκδόσεις Θεμέλιο, Αθήνα 1983, σ. 185.
  4. Ποθητός Βαρβαρήγος, «Κρατική καταστολή στη Θεσσαλονίκη του Εμφυλίου. Από το Γ' Ψήφισμα ώς τη στρατιωτική λήξη του Εμφυλίου», διπλωματική εργασία, Τμήμα Πολιτικών Επιστημών, Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης, Θεσσαλονίκη 2019, σσ. 78-79. Πάνω από 4.000 άνθρωποι δικάστηκαν από το Έκτακτο Στρατοδικείο Θεσσαλονίκης. Από αυτούς σε θάνατο καταδικάστηκαν οι 477, ενώ οι υπόλοιποι καταδικάστηκαν σε ισόβια και σε πολυετή φυλάκιση.
  5. Αλιβιζάτος, ό.π., σ. 519.
  6. Μακεδονία, 4 Σεπτεμβρίου 1947· Τάσος Κατσαρός, Μια απόφαση... Μάχομαι μέχρι το τέλος. Θεσσαλονίκη, 1946-47: Αντάρτικο Πόλεως, Στενή Αυτοάμυνα, ΟΠΛΑ, χ.ε., Καβάλα 2003, σσ. 38-43.
  7. Για λεπτομερή περιγραφή των εκτελέσεων, βλ. Μακεδονία, 18, 22, 23 και 24 Οκτωβρίου 1947. Στις 21 Οκτωβρίου εκτελέστηκαν άλλοι 13, με τους τελευταίους 24 «τρομοκράτες», ανάμεσά τους και μια γυναίκα, να εκτελούνται δυο ημέρες αργότερα.
  8. Μακεδονία, 26 και 27 Νοεμβρίου 1947.
  9. Γιώργος Αναστασιάδης, Το παλίμψηστο του αίματος. Πολιτικές δολοφονίες και εκτελέσεις στη Θεσσαλονίκη (1913-1968), Εκδόσεις Επίκεντρο, Θεσσαλονίκη 2010, σ. 229.
  10. Περισσότερα βλ. Βέργου, ό.π., σσ. 55-58.
  11. Μακεδονία, 28 και 29 Φεβρουαρίου 1948. Επίσης, Μακεδονία, 14 Μαρτίου 1948. Ενδεικτικό της δημόσιας αξιοποίησης του γεγονότος ήταν η τελετή διαπόμπευσης των ανταρτών μαζί με το περίφημο πυροβόλο. Περισσότερα για την πομπή των ανταρτών βλ. Μακεδονία, 12 και 13 Φεβρουαρίου 1948.
  12. Δήμος Θεσσαλονίκης, Ληξιαρχικά βιβλία θανάτων 1946-1949, 27, 30 Μαρτίου και 20 Μαΐου 1948· Μακεδονία, 21 Μαρτίου 1948.
  13. Βασιλική Λάζου, «Ο ελληνικός εμφύλιος πόλεμος από την οπτική μιας επαρχιακής πόλης: Πολιτική, κοινωνία, δικαιοσύνη στην πόλη της Λαμίας, 1946-1949», διδακτορική διατριβή, Τμήμα Πολιτικής Επιστήμης και Ιστορίας, Πάντειο Πανεπιστήμιο, Αθήνα 2010, σσ. 676-677.
  14. Αλιβιζάτος, ό.π., σσ. 511-512.
  15. Δήμος Θεσσαλονίκης, Ληξιαρχικά βιβλία θανάτων 1946-1949, 6 και 11 Μαΐου 1948· Μακεδονία, 4 και 28 Απριλίου 1948.
  16. Δήμος Θεσσαλονίκης, Ληξιαρχικά βιβλία θανάτων 1946-1949, 7 Δεκεμβρίου 1948 και 19 Ιανουαρίου 1949· Μακεδονία, 27 Νοεμβρίου και 4 Δεκεμβρίου 1948.
  17. Μακεδονία, 15 Ιανουαρίου 1949.
  18. Μακεδονία, 20, 25 και 30 Ιανουαρίου 1949.
  19. Μακεδονία, 19, 26 και 29 Μαΐου 1949.
  20. Πολυμέρης Βόγλης, Η εμπειρία της φυλακής και της εξορίας. Οι πολιτικοί κρατούμενοι στον εμφύλιο πόλεμο, Εκδόσεις Αλεξάνδρεια, Αθήνα 2004, σσ. 231-232.
  21. Αλιβιζάτος, ό.π., σσ. 517-520. Η αποκήρυξη των κομμουνιστικών ιδεών εξυπηρετούσε τον ίδιο σκοπό και στις περιπτώσεις της επιβολής μικρότερων ποινών. Την πρακτική αυτή ακολούθησαν και οι κεντρώες κυβερνήσεις της περιόδου 1950-1952, που εφάρμοσαν μέτρα επιείκειας για τους πολιτικούς κρατούμενους. Συγκεκριμένα, μέσω της αποκήρυξης του κομμουνισμού, τους δινόταν η δυνατότητα να υποβάλουν έφεση κατά των αποφάσεων των έκτακτων στρατοδικείων, ακόμα και να απαλλαχθούν από τα «εγκλήματα» για τα οποία είχαν καταδικαστεί.
  22. Την περίοδο 1947-1949 εκδόθηκαν συνολικά 7.800 θανατικές καταδίκες, από τις οποίες εκτελέστηκαν οι 5.500· βλ. Γιώργος Κατηφόρης, Η νομοθεσία των βαρβάρων, Εκδόσεις Θεμέλιο, Αθήνα 1975, σ. 63· Αλιβιζάτος, ό.π., σσ. 520-521. Ο αριθμός αυτός δεν επιβεβαιώνεται από άλλες πηγές. Σύμφωνα με τον Ηλία Ηλιού, ο αριθμός των εκτελέσεων κυμαινόταν γύρω στις 4.000.
  23. Χρόνης Μίσσιος, ...Καλά, εσύ σκοτώθηκες νωρίς, Εκδόσεις Γράμματα, Αθήνα 1985, σ. 126.
  24. Βόγλης, ό.π., σ. 237.
  25. Πρόδρομος Χ. Μάρκογλου, «Ο Μανόλης Αναγνωστάκης στην εποχή του Επταπυργίου», Χρήστος Μουχάγιερ (επιμ.), Μνήμες Επταπυργίου. Η περίπτωση του ποιητή Μανόλη Αναγνωστάκη, Κέντρο Ιστορίας Δήμου Συκεών, Θεσσαλονίκη 2005, σ. 37. Ο Μανόλης Αναγνωστάκης, φοιτητής της Ιατρικής και μέλος της ΕΠΟΝ Πανεπιστημίου, καταδικάστηκε σε θάνατο με ψήφους 3-2. Τελικά αποφυλακίστηκε το 1951.
  26. Πολυμέρης Βόγλης, «Το τραύμα της φυλακής», Χρήστος Μουχάγιερ (επιμ.), Μνήμες Επταπυργίου. Η περίπτωση του ποιητή Μανόλη Αναγνωστάκη, Κέντρο Ιστορίας Δήμου Συκεών, Θεσσαλονίκη 2005, σ. 51. Το παρατιθέμενο ποίημα είναι από τη συλλογή Συνέχεια.
  27. Οι εκτελέσεις στο Επταπύργιο είχαν ξεκινήσει ήδη από το 1945, σύμφωνα με τις αποφάσεις των Ειδικών Δικαστηρίων Δωσιλόγων, και συνεχίστηκαν καθ’ όλη τη διάρκεια του εμφυλίου πολέμου. Μεταξύ των εκτελεσμένων ήταν και ένας μεγάλος αριθμός σλαβόφωνων, βάσει της κατηγορίας περί συνεργασίας με τους Βούλγαρους και τη βουλγαρική οργάνωση «Οχράνα», κατά τη διάρκεια της Κατοχής. Περισσότερα για το ζήτημα αυτό βλ. Ιάκωβος Δ. Μιχαηλίδης, Τα πρόσωπα του Ιανού. Οι ελληνογιουγκοσλαβικές σχέσεις τις παραμονές του ελληνικού εμφυλίου πολέμου (1944-1946), τόμ. Α', Εκδόσεις Πατάκη, Αθήνα 2004, σσ. 171-175.
  28. Μακεδονία, 17 Ιουλίου 1946.
  29. Κατόπιν έρευνας, από κοινού με τον αρχαιολόγο Νίκο Βαλασιάδη, που στηρίχτηκε στις ληξιαρχικές πράξεις θανάτου και τον Τύπο της περιόδου, καθώς και στα στοιχεία του αρχείου των φυλακών Επταπυργίου που παρατίθενται από τον Σπύρο Κουζινόπουλο, ο αριθμός των εκτελεσμένων της εμφυλιακής περιόδου στο Επταπύργιο ανέρχεται περίπου στους 340, με το σύνολο των γυναικών να είναι 26. Περισσότερα βλ. Νίκος Βαλασιάδης - Παρθενόπη Βέργου, «Οι νεκροί του πάρκου στις Συκιές: Μια απόπειρα ταύτισης των εκτελεσμένων στους πολύνεκρους ομαδικούς τάφους», Parallaxi, 30 Μαΐου 2025, στην ιστοσελίδα https://parallaximag.gr/parallax-view/oi-nekroi-toy-parkoy-stis-sykies-mia-apopeira-taytisis-ton-ektelesmenon-stoys-polynekroys-omadikoys-tafoys [ανακτήθηκε: 20 Σεπτεμβρίου 2025]. Βλ. επίσης, Σπύρος Κουζινόπουλος, Γεντί Κουλέ. Η Βαστίλη της Θεσσαλονίκης, Εκδόσεις Ιανός, Θεσσαλονίκη 2025.
  30. Δήμος Θεσσαλονίκης, Ληξιαρχικά βιβλία θανάτων 1946-1949. Οι αριθμοί που αναφέρονται δεν μπορούν να είναι απόλυτοι, καθώς σε αρκετές ληξιαρχικές πράξεις θανάτου τα στοιχεία ήταν ελλιπή.
  31. Μακεδονία, 23 Ιανουαρίου 1947 και Αγωνιστής, 23 Ιανουαρίου 1947. Την ίδια χρονιά, στις 22 Οκτωβρίου 1947, εκτελέστηκε στο Επταπύργιο, βάσει της απόφασης του Ειδικού Στρατοδικείου Εγκληματιών Πολέμου στην Αθήνα, ο επιλοχίας Fritz Hermann Schubert, «ο αιμοσταγής σφαγιαστής της Κρήτης, του Χορτιάτη, των Γιαννιτσών». Μάλιστα, κατά την εκτέλεσή του, ο βασιλικός επίτροπος υπενθύμισε στους στρατιώτες: «Αι ψυχαί των θυμάτων του τέρατος την στιγμήν αυτήν είνε ενσφηνωμέναι εις τας κάννας των όπλων σας [...]». Περισσότερα για την εκτέλεση του Schubert βλ. Μακεδονία, 23 Οκτωβρίου 1947. Επίσης, Θανάσης Σ. Φωτίου, Η ναζιστική τρομοκρατία στην Ελλάδα. Η αιματηρή πορεία του Φριτς Σούμπερτ και του ελληνικού «Σώματος Κυνηγών» στην κατοχική Κρήτη και Μακεδονία, Εκδόσεις Επίκεντρο, Θεσσαλονίκη 2011, σσ. 416-424.
  32. Ηλίας Πετρόπουλος, Πτώματα, πτώματα, πτώματα, Εκδόσεις Νεφέλη, Αθήνα 1990, σσ. 71-72.