Ευσεβισμός και θρησκευτικό έντυπο στην Ελλάδα του 20ού αιώνα: λειτουργίες και πρακτικές
Ναζίρ-Παύλος Ναζάρ
Εισαγωγικά: Χριστιανισμός και γραπτή παραγωγή λόγου
Το θρησκευτικό έντυπο, όπως το γνωρίζουμε, είναι γέννημα της πρώιμης νεωτερικότητας, και ειδικότερα της προτεσταντικής Μεταρρύθμισης. Αυτό δεν σημαίνει ότι πριν από τον Λούθηρο δεν υφίσταται καταγεγραμμένος θρησκευτικός λόγος. Απεναντίας, ο χριστιανισμός στηρίχτηκε εξαρχής στον γραπτό λόγο, ως θρησκεία της Βίβλου, ενώ μέχρι το 1500 λειτουργούσαν τυπογραφεία σχεδόν σε κάθε μείζον αστικό κέντρο της καθολικής Ευρώπης.[1] Ωστόσο, προνεωτερικά η γραπτή παραγωγή δεν μπορούσε εκ των πραγμάτων να λάβει μαζικό χαρακτήρα, εξαιτίας της έλλειψης τεχνικών μέσων και της σφιχτά ιεραρχημένης εκκλησιαστικής δομής. Η Αγία Γραφή και οι διάφορες εγκύκλιοι «διακινούνταν» προφορικά στον χώρο του ναού, ενώ οι θεολογικές πραγματείες και τα υπομνήματα αφορούσαν τα ανώτερα εγγράμματα κοινωνικά στρώματα. Το νέο που κομίζει η προτεσταντική επανάσταση είναι σαφώς η ευρύτητα της διάδοσης, αλλά και η ποιοτική στροφή προς την ατομική πνευματική αφύπνιση των χριστιανών, πρακτική η οποία εκφράστηκε μέσω (και) της ραγδαία αναπτυσσόμενης έντυπης παραγωγής. Σταδιακά, ο πιστός μπορούσε όχι μόνο να ακούσει την ερμηνεία της Γραφής στην εκκλησία-κοινότητα, αλλά και να τη φέρει πίσω στο σπίτι, ξαναδιαβάζοντας και εφαρμόζοντάς τη στα μέτρα του δικού του βίου – ατομικά και χωρίς τον καταναγκασμό της ex cathedra αυθεντίας.[2]
Στα καθ’ ημάς, οι εν λόγω διαδικασίες θα ξεκινήσουν με μεγάλη καθυστέρηση στα μέσα του 18ου αιώνα, με τη συγγραφή και την έκδοση, κυρίως, των έργων του Νικόδημου Αγιορείτη, ο οποίος επιχειρεί να κωδικοποιήσει την ορθόδοξη διδασκαλία,[3] κατά τρόπο που, αφενός, θα εξυπηρετεί την εξατομικευμένη πίστη και, αφετέρου, θα αποτελεί ανάχωμα στις «αφιλτράριστες» δυτικές επιρροές.[4] Ουσιαστικός λόγος περί θρησκευτικού εντύπου στην Ελλάδα, ωστόσο, γίνεται από το 1821 και μετά, οπότε εμφανίζονται τα πρώτα ελεύθερα τυπογραφεία. Η σχετική βιβλιογραφία, που καλύπτει τα έτη 1826-1966,[5] καταγράφει περί τα 550 έντυπα εκκλησιαστικού, θεολογικού, θρησκευτικού ή/και ηθικοπλαστικού περιεχομένου, σε διαφορετικές περιόδους και περιοχές ή, αλλιώς, τέσσερα νέα έντυπα τον χρόνο. Φυσικά, ο όρος-ομπρέλα «θρησκευτικό έντυπο» περιλαμβάνει και τίτλους που δύσκολα πληρούν τις προϋποθέσεις ένταξης στο εν λόγω είδος. Έτσι, οι επετηρίδες και τα ενημερωτικά δελτία δύσκολα μπορούν να χαρακτηριστούν θρησκευτικά έντυπα με τη στενή σημασία του όρου. Στο πλαίσιο του παρόντος άρθρου, ως θρησκευτικά έντυπα νοούνται τα έντυπα εκείνα που πρωταρχικό τους σκοπό έχουν την ηθική διδασκαλία, την αλλαγή, δηλαδή, του τρόπου ζωής του υποκειμένου μέσα από την ανάγνωση. Γι’ αυτό, εκτός από περιοδικά, στην κατηγορία αυτή περιλαμβάνονται και ορισμένα βιβλία εξίσου μεγάλης σημασίας για το ευσεβιστικό-θρησκευτικό κίνημα στην Ελλάδα.
Το ευσεβιστικό κίνημα στον ελλαδικό χώρο
Οι πρόδρομοι του ευσεβιστικού κινήματος στον ελλαδικό χώρο ανάγονται στην περίοδο της Τουρκοκρατίας, όταν εντός του σώματος του ορθόδοξου millet διαμορφώνονται τρεις κύριες τάσεις: α) η επίσημη πολιτική «εξαγοράς» από το Οικουμενικό Πατριαρχείο·[6] β) η γραμμή της υπομονής του «μαρτυρίου» της υποδούλωσης· και γ) η προσμονή ενός χιλιαστικού οράματος αποκατάστασης της χριστιανικής αυτοκρατορίας.[7] Εκπρόσωποι της τελευταίας τάσης θα οργανώσουν κατά καιρούς ένοπλα κινήματα εντός της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, ενώ ως πνευματικά εργαλεία τους θα αξιοποιηθούν κείμενα εσχατολογικού περιεχομένου, όπως η Αποκάλυψη του Ιωάννη.[8] Σταδιακά, τη δράση τους θα προσεταιριστούν οι εκπρόσωποι του νεοελληνικού διαφωτισμού, με σκοπό την υλική τους συνδρομή στην Επανάσταση.[9] Σε αυτό το πλαίσιο, ο Αγαθάγγελος, το δημοφιλέστερο χρησμολογικό κείμενο της ύστερης Τουρκοκρατίας, θα πρωτοεκδοθεί από τον Ρήγα.[10]
Μετά την επιτυχή έκβαση της Επανάστασης, ωστόσο, οι εκπρόσωποι του προφητικού χιλιασμού θα παραγκωνιστούν από το νεότευκτο ελληνικό κράτος. Η επακόλουθη εκκλησιαστική πολιτική των Βαυαρών θα οξύνει τις ήδη υφέρπουσες αντιθέσεις,[11] οδηγώντας στη διάκριση ανάμεσα στην «από τα πάνω» κατευθυνόμενη κρατική Ορθοδοξία και την «από τα κάτω» γνήσια λαϊκή ορθόδοξη θρησκευτικότητα, την οποία οι οπαδοί του προφητικού χιλιασμού θα μετατρέψουν σε όχημα των επιδιώξεών τους. Έτσι, θα αρχίσουν να παρεμβαίνουν δυναμικά, περιοδεύοντας ανά την επικράτεια,[12] με σκοπό την πνευματική αφύπνιση των ορθοδόξων, την καταγγελία του πραξικοπηματικού αυτοκέφαλου και την ανυπακοή προς τις βαυαρικές αρχές. Ορμητήριο του νέου αναμορφωτικού κινήματος θα αναδειχθεί η Μονή του Μεγάλου Σπηλαίου και κυριότεροι εκπρόσωποί του οι λαοφιλείς μοναχοί Κοσμάς Φλαμιάτος, Ιγνάτιος Λαμπρόπουλος και ο πρόσφατα αγιοκαταταχθείς Χριστόφορος Παπουλάκος.[13]
Η δράση τους θα επικεντρωθεί κυρίως στο προφορικό κήρυγμα προς τις αναλφάβητες λαϊκές μάζες της Πελοποννήσου, χωρίς να απουσιάζουν δείγματα έντυπης καταγραφής των θέσεών τους· ο Φλαμιάτος θα εκδώσει δύο βιβλία-μανιφέστα: την Ερμηνεία των χρησμών του Αγαθαγγέλου, όπου προωθεί τις φιλορωσικές του θέσεις μέσω του αποκαλυπτικού-προφητικού σχήματος,[14] και τη Φωνή Ορθόδοξον και σπουδαία, στην οποία καταγγέλλει την επιβουλή έναντι της ορθόδοξης πίστης και την ανάγκη επαγρύπνησης για τη σωτηρία «των καθ’ ημάς πραγμάτων».[15] Το εγχείρημα των μοναχών-κηρύκων θα λήξει άδοξα με τη δυναμική παρέμβαση των αρχών και τη σύλληψη των Φλαμιάτου και Παπουλάκου, ενώ και η διοικούσα Εκκλησία θα τους αποκηρύξει με επίσημες αποφάσεις της,[16] εγκαθιδρύοντας ένα ρήγμα μεταξύ Ιεραρχίας και παραεκκλησιαστικών, που θα επιβιώσει μέχρι και τα μέσα του 20ού αιώνα.
Η πρώτη πραγματικά οργανωμένη προσπάθεια στον χώρο του αφυπνιστικού κινήματος θα εκφραστεί από τον Απόστολο Μακράκη.[17] Όπως έχει επισημανθεί, ο Μακράκης αποτελεί τον συνδετικό κρίκο ανάμεσα στον παρηκμασμένο προφητικό χιλιασμό και τον αναδυόμενο αστικό ευσεβισμό.[18] Είναι εκείνος που θα ιδρύσει τους πρώτους θρησκευτικούς συλλόγους, «Ιωάννης ο Βαπτιστής» (1876) και «Ιωάννης ο Θεολόγος» (1884), και θα προχωρήσει στη συστηματική δημοσιοποίηση των κηρυγμάτων του, μέσω εντύπων που θα εκδώσει ο ίδιος ή συνεργάτες του. Πρόκειται για έντυπα με χαρακτηριστικούς τίτλους, όπως Δικαιοσύνη (1866), Λόγος (1868), Ειρήνη (1874), Κήρυγμα (1878), Θρησκευτική Φωνή (1880). Μέσα από τα έντυπά του, ο Μακράκης θα προσπαθήσει να αρθρώσει μια θεολογικοπολιτική πρόταση που εντάσσει τον χριστιανικό προφητικό χιλιασμό στο ευρύτερο σχήμα της Μεγάλης Ιδέας, ενώ θα αποδεχθεί καταρχήν και το πολιτικό status quo, θέτοντας υποψηφιότητα ως βουλευτής. Ωστόσο, η μετωπική του ρήξη με τον κρατικό και εκκλησιαστικό μηχανισμό στη διάρκεια των Σιμωνιακών και η ίδρυση δικής του παρασυναγωγής («Σχολή του Λόγου»), το 1878, θα προκαλέσουν τη δίωξη και τον αφορισμό του από την Ιερά Σύνοδο,[19] ενώ ο κλονισμός της υγείας του και η απομάκρυνση των συνεργατών του θα οδηγήσουν το εγχείρημά του σε μαρασμό.
Έτσι, μέχρι τα τέλη του 19ου αι. θα καταστεί σαφές ότι προϋπόθεση για την εδραίωση και την επιτυχία του αναμορφωτικού χριστιανισμού στην Ελλάδα είναι ένα minimum πολιτικής ορθότητας (αποδοχή εθνικών στόχων), καθώς και η σύμπλευση με την Εκκλησία. Αυτό γίνεται εμφανές στο παράδειγμα του συλλόγου «Ανάπλασις»[20] του Κωνσταντίνου Διαλησμά, ο οποίος θα εντάξει τη θρησκεία στο ευρύτερο πρόγραμμα για «αναμόρφωσιν και διοργάνωσιν της κοινωνίας δια του Χριστιανισμού», σύμφωνα με την ιδρυτική διακήρυξη του Συλλόγου.[21] Μάλιστα, η «Ανάπλασις» πρώτη θα ορίσει στο καταστατικό της ως μέσα επίτευξης του σκοπού της τα δημόσια αναγνώσματα (κηρύγματα) και τα πρόσφορα δημοσιεύματα «διά τακτικής εφημερίδος υπό την επιγραφήν Ανάπλασις»,[22] το γνωστό έντυπο που κυκλοφορεί μέχρι σήμερα.
Μέσα από τις γραμμές του προβάλλεται ένα εθνοκεντρικό όραμα για ολική ανάπλαση της ελληνικής κοινωνίας, ώστε να εκπληρωθεί επιτυχώς η εθνική αποστολή –η οποία δεν κατονομάζεται σαφώς– και να μετριαστεί η επιρροή των νεοεμφανιζόμενων υλιστικών θεωριών. Παράλληλα, η «Ανάπλασις» θα εγκαινιάσει ένα ολοκληρωμένο εκδοτικό πρόγραμμα, με αυτοτελείς εκδόσεις, διοργάνωση βιβλιοπαρουσιάσεων, ίδρυση βιβλιοπωλείου και λειτουργία βιβλιοθήκης, καθώς και λαϊκού αναγνωστηρίου, προς διάδοση των θέσεών της, διαμορφώνοντας ένα πρώιμο μοντέλο δράσης που θα αξιοποιηθεί από τις μετέπειτα ευσεβιστικές οργανώσεις. Η επιρροή της, ωστόσο, θα περιοριστεί στα ανώτερα κοινωνικά στρώματα, ενώ ο ατυχής πόλεμος του 1897 θα επιφέρει βαρύ πλήγμα στην κυκλοφορία του περιοδικού.[23]
Η «Ζωή»
Μέσα σε αυτή την ατμόσφαιρα θα κάνει την εμφάνισή της η «Ζωή». Ιδρυμένη το 1907 ως Αδελφότης Θεολόγων –και όχι ως σύλλογος ή σωματείο– από τους ιερωμένους Ευσέβιο Ματθόπουλο και Διονύσιο Φαραζούλη και τους λαϊκούς θεολόγους Δημήτριο Παναγιωτόπουλο και Παναγιώτη Τρεμπέλα, η «Ζωή» θα αξιοποιήσει τη μέχρι τότε ευσεβιστική κληρονομιά, ώστε σε βάθος χρόνου να καταστεί η μεγαλύτερη χριστιανική οργάνωση στην Ελλάδα. Άλλωστε, ο εκ των ιδρυτών της και πρώτος επικεφαλής της Ε. Ματθόπουλος είχε ήδη μακρά πορεία στον χώρο του αναμορφωτικού χριστιανισμού, όντας πνευματικό παιδί του Ι. Λαμπρόπουλου και μαθητής-ακόλουθος του Μακράκη.[24] Γνωρίζοντας τις δυσκολίες της κατά μόνας δράσης των ιεροκηρύκων του 19ου αι., αλλά και τους κινδύνους που εγκυμονούσε η κατά μέτωπον ρήξη με τους θεσμούς, ο Ματθόπουλος θα επιχειρήσει κάτι ιδιοφυές: να οργανώσει τη «Ζωή» κατά τα πρότυπα μοναστικής αδελφότητας –κληρικών και λαϊκών– και ταυτόχρονα να τη συγκροτήσει ως κοσμικό σωματείο. Με αυτόν τον τρόπο, η «Ζωή» εξασφάλιζε την ανεξαρτησία της από την εκκλησιαστική δικαιοδοσία, χωρίς, ωστόσο, να παρεκκλίνει από τη βασική της αποστολή – τον μαζικό «επανευαγγελισμό» της ελληνικής κοινωνίας.
Οι προθέσεις της οργάνωσης διακηρύσσονται στο καταστατικό της, όπου, μεταξύ άλλων, αναφέρεται ότι σκοπός της Αδελφότητας είναι η ηθική προαγωγή πρωτίστως των μελών της και επακολούθως του λαού (όχι του έθνους), ενώ τονίζεται ότι η όλη δράση λαμβάνει χώρα εντός του ορθόδοξου εκκλησιαστικού πλαισίου.[25] Βλέπουμε, δηλαδή, τη μετάπλαση του αναμορφωτικού οράματος, ώστε να συμβαδίζει με τις κοινωνικοπολιτικές πραγματικότητες της εποχής. Καταρχάς, η «Ζωή» θα εγκαταλείψει το πρότυπο των μαχητικών ιεροκηρύκων της επαρχίας και θα οργανωθεί σε κοινοβιακές δομές εντός των αστικών κέντρων, με στόχο τη μεγαλύτερη διάχυση εντός του αυξανόμενου πληθυσμού των πόλεων. Από την άλλη, η έννοια της λαϊκότητας θα χρησιμοποιηθεί αντιστικτικά προς το ιερατείο και κατ’ επέκταση την επίσημη Εκκλησία, την οποία η «Ζωή» στηλιτεύει ανοιχτά στους κόλπους της.[26] Δεν είναι τυχαίο ότι, στη συντριπτική της πλειονότητα, η εμπροσθοφυλακή της «Ζωής» αποτελείται από νέους λαϊκούς θεολόγους, οι οποίοι, κατά τα άλλα, τηρούν όλες τις μοναστικές υποσχέσεις: αγαμία, ακτημοσύνη και υπακοή. Πρόκειται, δηλαδή, για ένα ιδιότυπο υβρίδιο κοσμικών ιερέων των πόλεων. Οργανωμένοι κατά τα πρότυπα του ρωμαιοκαθολικού Opus Dei,[27] αυτοί οι εν τω κόσμω «μοναχοί» θα επιχειρήσουν να μεταμορφώσουν την ελληνική κοινωνία σε μια επίγεια χριστιανική πολιτεία, στην οποία ο κάθε πιστός θα πρωταγωνιστεί προσωπικά στη διάδοση και εφαρμογή του ευαγγελικού μηνύματος.
Τα μέσα γι’ αυτή τη νέου είδους ιεραποστολή δεν διαφέρουν σε γενικές γραμμές από τα αντίστοιχα προγενέστερων οργανώσεων, όπως η «Ανάπλασις»· το έργο της «Ζωής» επικεντρώνεται στη διοργάνωση κηρυγμάτων και διαλέξεων, στην ίδρυση σχολείων χριστιανικής μορφώσεως και στην έκδοση και διάδοση ηθικοπλαστικών εντύπων, με κυριότερο το ομώνυμο περιοδικό της οργάνωσης, το οποίο πρωτοεκδίδεται το 1911.[28] Ωστόσο, υπάρχουν ποιοτικές διαφορές στα τρία αυτά μέσα, που σύντομα θα διαφοροποιήσουν τη «Ζωή» από αντίστοιχα ευσεβιστικά σχήματα. Πρώτον, η διοργάνωση κηρυγμάτων θα προσαρμοστεί, ώστε να εξυπηρετεί όσο το δυνατόν μεγαλύτερα και ποικιλόμορφα ακροατήρια, από επιστήμονες και στρατιώτες μέχρι εργάτες και νοικοκυρές. Δεύτερον, η ίδρυση σχολείων θα συνοδευτεί από οικονομικές διευκολύνσεις προς τους μαθητές, με κυριότερες την πληρωμή διδάκτρων και τη φιλοξενία στα οικοτροφεία της οργάνωσης, κυρίως για όσους προέρχονται από την επαρχία. Και, τρίτον, όπως θα δούμε στη συνέχεια, η έκδοση εντύπων θα επεκταθεί σε τέτοιο βαθμό, ώστε να απευθύνεται σε κάθε κοινωνική ομάδα και να καλύπτει όλες τις πτυχές του βίου.
Βέβαια, τα πρώτα χρόνια, η δράση της «Ζωής» είναι περιορισμένη. Αυτό οφείλεται σε δύο παράγοντες: πρώτον, στο γενικότερο κλίμα κοινωνικής αποδιοργάνωσης που επέφερε η πολεμική δεκαετία 1912-22[29] και, δεύτερον, στην εκ μέρους της Ιεραρχίας καχύποπτη στάση έναντι της οργάνωσης, η οποία οδήγησε τον επικεφαλής της Ε. Ματθόπουλο δύο φορές ενώπιον της Ιεράς Συνόδου για απολογία (1914, 1923).[30] Θα πρέπει να έρθει η τομή του 1922, ώστε να δημιουργηθούν οι κατάλληλες πνευματικές και υλικές προϋποθέσεις πραγμάτωσης του μεγαλόπνοου προγράμματος της «Ζωής». Είναι εκείνη η στιγμή –ο ελληνικός μεσοπόλεμος– κατά την οποία η «Ζωή» θα καταφέρει να νομιμοποιηθεί εντός του σώματος των πιστών, θα επιχειρήσει να αναπληρώσει την εκκλησιαστική δυσκαμψία και θα παρουσιαστεί ως πνευματικό αντίβαρο έναντι του ανερχόμενου κομμουνισμού.
Σε αυτή την εξέλιξη θα συμβάλουν καταλυτικά οι ριζικοί μετασχηματισμοί –κοινωνικοί και ιδεολογικοί– που προκαλεί η ήττα στη Μικρά Ασία. Πρώτα απ’ όλα, το τέλος της Μεγάλης Ιδέας και η επακόλουθη εσωστρέφεια θα επαναπροσδιορίσουν τις εθνικές προτεραιότητες, μεταφέροντας το κέντρο βάρους από την εξωτερική επέκταση του έθνους κράτους στην εσωτερική ανασυγκρότηση της κοινωνίας. Δεύτερον, η απήχηση των σοσιαλιστικών ιδεών και του κομμουνισμού –ύστερα και από τη νικηφόρα Ρωσική Επανάσταση– θα αναδείξουν την ανάγκη για νέες ιδεολογικές εναλλακτικές από την πλευρά των αστικών δυνάμεων, σε μια περίοδο όπου τα παραδοσιακά σχήματα κλυδωνίζονται, εξαιτίας των πολιτικών παθογενειών του Διχασμού.[31] Τρίτον, η εμπέδωση της αστικοποίησης, απότοκο της ανταλλαγής των πληθυσμών, και η ραγδαία αύξηση του πληθυσμού των μεγάλων πόλεων, θα φέρουν στο προσκήνιο την ανάγκη για νέα και ευέλικτα μοντέλα δράσης. Σταδιακά, η έννοια της ενορίας θα απωλέσει το κοινοτικό της περιεχόμενο και θα καταστεί απλή διοικητική υποδιαίρεση. Η διοικούσα Εκκλησία θα αντιληφθεί έγκαιρα την ποιοτική αλλαγή και θα προσπαθήσει, μέσω ενός προγράμματος ανασυγκρότησης, να μετασχηματιστεί σε μια κατεξοχήν κρατική εκκλησία με κοινωνική διείσδυση.[32] Πλην, όμως, η εγγενής γραφειοκρατική δυσκαμψία της, σε συνδυασμό με τις εσωτερικές κρίσεις που θα προκαλέσει το ζήτημα του ημερολογίου, θα την καταστήσουν ανίκανη να ηγηθεί μιας ουσιαστικής προσπάθειας για πνευματική αναγέννηση της ελληνικής κοινωνίας.[33] Ταυτόχρονα, το τέλος της Μεγάλης Ιδέας, εκτός από τις υλικές του συνέπειες, αφήνει πίσω του και ένα πνευματικό «κενό» ταυτοτικού χαρακτήρα.[34] Τίθεται, δηλαδή, εκ νέου το ερώτημα: «Ποιοι είμαστε;» ως έθνος, λαός και κοινωνία. Όλα τα παραπάνω, σε συνδυασμό με τη σχετική σταθερότητα, ύστερα από δέκα χρόνια συνεχών πολεμικών αναμετρήσεων και πολιτικής αστάθειας, θα εξασφαλίσουν τις απαραίτητες συνθήκες ανάπτυξης για εγχειρήματα όπως αυτό της «Ζωής».
Η εξάπλωση
Φυσικά, οι παράγοντες ανάπτυξης της οργάνωσης δεν είναι μόνο εξωγενείς. Την ίδια περίοδο, ο Ματθόπουλος θα «θριαμβεύσει» ενώπιον της Ιεράς Συνόδου, η οποία τον έχει καλέσει σε απολογία έπειτα από καταγγελία ιεραρχών για εισαγωγή καινοτομιών στη λατρεία, ενθάρρυνση του κηρύγματος από γυναίκες, και παρακίνηση των μελών της σε αμετάπειστη αγαμία, αλλά δεν θα βρει κάτι μεμπτό να του καταλογίσει.[35] Αντ’ αυτού, η Ιεραρχία θα αποδώσει έπαινο στην Αδελφότητα για το θεάρεστο έργο που επιτελεί.[36] Έτσι, θα ανοίξει και επίσημα ο δρόμος για την περαιτέρω επέκταση της δράσης της «Ζωής», η οποία μέχρι τότε περιοριζόταν στην κηρυκτική δραστηριότητα των αδελφών-μελών. Το 1926 θα ιδρυθούν τα πρώτα επτά κατηχητικά σχολεία της Αδελφότητας –με την ευλογία του τότε αρχιεπισκόπου Χρυσοστόμου– τα οποία μέχρι το 1936 θα γίνουν 300, απασχολώντας 35.000 μαθητές.[37] Τα κατηχητικά θα αποτελέσουν τον πυρήνα της διαδικασίας θεσμοποίησης του ευσεβισμού στην ελληνική κοινωνία και δίαυλο διάχυσης του κηρύγματος μαζί με τα αντίστοιχα έντυπα.
Παράλληλα, την ηγεσία της «Ζωής» θα αναλάβει το 1929, μετά τον θάνατο του Ματθόπουλου, ο π. Σεραφείμ Παπακώστας, πνευματικό παιδί του προκατόχου του και ιεροκήρυκας στη Μητρόπολη Αθηνών.[38] Υπό την ηγεσία του, η οποία θα διαρκέσει μέχρι τον θάνατό του, το 1954, η Αδελφότητα θα διανύσει τη χρυσή της εποχή και θα επεκτείνει το δίκτυό της σε τέτοιο βαθμό, ώστε η φήμη και η επιρροή της θα φτάσουν –σύμφωνα με έγκυρο ερευνητή της κίνησης– σε κάθε χωριό και σε κάθε κοινωνική ομάδα.[39] Εκτός από τα κατηχητικά, το 1926 ιδρύεται ο Σύλλογος Εσωτερικής Ιεραποστολής «Απόστολος Παύλος», ο οποίος –ως συντονιστικό όργανο της «Ζωής»– θα αναλάβει τη διάδοση του Ευαγγελίου σε όλη την Ελλάδα και τη χριστιανική εκπαίδευση του λαού.
Από αυτή τη «μήτρα» θα γεννηθούν μέχρι τη δεκαετία του 1960 πλήθος «θυγατρικών» οργανώσεων με εξειδικευμένο έργο, όπως: η Πανελλήνιος Ένωσις Γονέων «Η Χριστιανική Αγωγή» (1935), με 80 τμήματα και 9.000 μέλη· η Χριστιανική Ένωση «Ακτίνες» (1937), με 74 μέλη· η γυναικεία Αδελφότης «Η Ευσέβεια» (1938), με 24 αδελφές· τα Συνεργαζόμενα Χριστιανικά Σωματεία «Η Πρόνοια» (1940), με 5.000 μέλη· η «Χριστιανική Φοιτητική Ένωσις» (1945), με 120 φιλικούς κύκλους και 2.500 μέλη· η «Χριστιανική Ένωσις Εργαζομένης Νεολαίας» (1946), με 70 περιφερειακές ομάδες και 2.500 μέλη· η «Χριστιανική Ένωσις Επιστημόνων» (1946), με 1.450 μέλη· η «Χριστιανική Ένωσις Εκπαιδευτικών Λειτουργών» (1947), με 1.500 μέλη· η Χριστιανική Ένωσις «Η Αγία Ευνίκη» (1949), με 500 μέλη· το «Κέντρον Ελληνικής Μορφώσεως της Ελληνίδος» (1950), για μαθήτριες και φοιτήτριες· το «Ινστιτούτον Ιατρικής Ψυχολογίας και Ιατρικής Υγιεινής» (1951), με κέντρο επαγγελματικού προσανατολισμού και ιατροπαιδαγωγικό κέντρο· και, τέλος, το «Ελληνικόν Κέντρον Αγωγής» (1961), με ένα Νηπιαγωγείο, ένα Δημοτικό και ένα Γυμνάσιο.[40]
Τα μέσα
Πώς, όμως, κατάφερε η «Ζωή» να αυξήσει κατακόρυφα την απήχησή της σε τόσο σύντομο χρονικό διάστημα; Ένας πρώτος παράγοντας που «τράβηξε» τις μάζες προς τη «Ζωή» υπήρξε σίγουρα η αμεσότητα στην επικοινωνία του μηνύματός της. Σε αντίθεση με τη βαριά και δυσνόητη γλώσσα της Εκκλησίας, η «Ζωή» –παρά τον σαφή συντηρητικό - αντικομμουνιστικό χαρακτήρα της– θα αξιοποιήσει τη δημοτική στο κήρυγμα και τα έντυπά της, χωρίς να προβαίνει σε «χυδαίους μαλλιαρισμούς», κάνοντας τους στόχους της κατανοητούς και εύληπτους από το ευρύ κοινό. Επιπλέον, οι άρτιες οργανωτικές της δομές, κατά τα πρότυπα των δυτικών ιεραποστολικών ομάδων, θα της προσδώσουν μια μεθοδικότητα συμβατή με τις ανάγκες των σύγχρονων αστικών κέντρων – αλλαγή που η διοικούσα Εκκλησία μόλις είχε αρχίσει να λαμβάνει σοβαρά υπ’ όψιν.[41]
Από την άλλη, στους κύκλους της κίνησης συζητιόνταν τα πλέον ουσιώδη θέματα του βίου, όπως η οργάνωση της κοινωνίας, οι σχέσεις των δύο φύλων και η επαγγελματική αποκατάσταση, πάντα με άξονα τη χριστιανική διδασκαλία. Η δογματική διδασκαλία παρέμενε αδιάφορη, λόγω του αφαιρετικού της χαρακτήρα, αλλά και προς αποφυγή ενδεχόμενων αντιδράσεων εκ μέρους της Ιεραρχίας.[42] Όλα αυτά –απλός και κατανοητός λόγος, αίσθημα του ανήκειν, απαντήσεις στα δύσκολα και πρακτικά ζητήματα της ζωής– ήταν επόμενο να προσδίδουν νόημα στην καθημερινότητα των μελών της Αδελφότητας και να καθιστούν την ένταξη σε αυτήν απείρως πιο ελκυστική από το μονότονο λειτουργικά περιβάλλον της Εκκλησίας.[43]
Το χριστιανικό έντυπο, λοιπόν, θα έρθει ως επιστέγασμα, αλλά και ως απτή πραγματικότητα αυτής της πολυσχιδούς δράσης. Η απόδοση έντυπης υλικότητας στο έργο της εκάστοτε οργάνωσης έρχεται να υπηρετήσει πρωτίστως την ανάγκη διάδοσης του μηνύματος της κίνησης, παρέχοντας, ταυτόχρονα, ένα αίσθημα ασφάλειας και διαχρονικότητας, εφόσον τα συντελούμενα στους κύκλους και στα κατηχητικά πλέον αποτυπώνονται στο χαρτί για μελλοντική χρήση και αναστοχασμό. Βαθμιαία, όμως, συγκροτείται και ένα εναλλακτικό σώμα θρησκευτικής –και όχι μόνο– φιλολογίας, ικανό να διαπλάσει ολιστικά τον χαρακτήρα των μελών και γενικότερα των πιστών.
Η απόδοση ιδιαίτερης βαρύτητας στην έντυπη παραγωγή θα συμβαδίσει με την αυξανόμενη δημοφιλία της «Ζωής» και των οργάνων της, σε βαθμό που θα ιδρυθούν ειδική Κεντρική Επιτροπή για θέματα εκδόσεων και δεύτερος παράλληλος εκδοτικός οίκος («Η Δαμασκός»), με σκοπό τη διείσδυση και σε μη αμιγώς χριστιανικά περιβάλλοντα. Σύμφωνα με μία από τις ελάχιστες μελέτες που έχουμε σχετικά με το φαινόμενο «Ζωή», «[σ]ύντομα υπήρχαν όλα τα είδη: από απλά φυλλάδια μέχρι επιστημονικές αναλύσεις, από παιδικό ποίημα μέχρι μυθιστόρημα. Υπήρχαν ιστορικά, απολογητικά και εποικοδομητικά, βιβλικά, ερμηνευτικά και λειτουργικά, υπήρχαν παιδαγωγικά, ψυχολογικά και κοινωνικά συγγράμματα, έργα για παιδιά και για νέους, για οικογένειες, για ενήλικες και για ηλικιωμένους, συγγράμματα για απλούς και για απαιτητικούς αναγνώστες».[44] Το αποτέλεσμα; Η «Ζωή» θα τυπώνει τρία βιβλία ανά οικογένεια μέχρι το 1950.[45]
Φυσικά, βασική αποστολή της «Ζωής» δεν υπήρξε η καλλιέργεια της φιλαναγνωσίας των μελών της, αλλά η διάδοση του μηνύματός της και η προώθηση μιας πολιτικο-θρησκευτικής ατζέντας που συμβάδισε με και υπηρέτησε στο μεγαλύτερό της μέρος το ιδεολογικό άρμα της εθνικοφροσύνης. Ξεκινώντας ήδη από τα χρόνια της δικτατορίας Μεταξά και φτάνοντας στο αποκορύφωμά του την περίοδο του Εμφυλίου, το εκδοτικό πρόγραμμα της «Ζωής» θα αποτελέσει εμπροσθοφυλακή του εγχειρήματος για «ολική επαναφορά» της ελληνικής κοινωνίας σε έναν ελληνοχριστιανικό πολιτισμό, μακριά από τις αντεθνικές και αντιχριστιανικές υλιστικές θεωρίες όχι μόνο του κομμουνισμού αλλά και του δυτικού φιλελευθερισμού.[46] Τα έντυπα και οι εκδόσεις της θα λειτουργήσουν ακριβώς με αυτή τη στόχευση: να αποτελέσουν «αντίδοτον» στις δαιμονικές δυνάμεις που επιβουλεύονται την αγία ελληνική οικογένεια και τα αγνά ελληνικά νιάτα.
Έτσι εξηγείται και ο ολιστικός χαρακτήρας του εκδοτικού εγχειρήματος του δικτύου της «Ζωής»: ουσιαστικά, δεν πρόκειται απλώς για συμπληρωματικά έντυπα ενημερωτικού ή/και ψυχαγωγικού χαρακτήρα, αλλά για μέσα διαμόρφωσης πολιτικών, κοινωνικών και θρησκευτικών συμπεριφορών, ανάλογα με το κοινό στο οποίο κάθε φορά απευθύνονται. Και η εν λόγω διαδικασία δεν μπορεί παρά να πραγματοποιείται με όρους αποκλειστικότητας: το υγιές εθνικόφρον μέλος της «Ζωής» δεν μπορεί να διαβάζει, για παράδειγμα, τη Ζωή του Παιδιού το πρωί και το βράδυ να ψυχαγωγείται με το Ρομάντσο·[47] πρέπει να υπάρχουν αντίβαρα για όλες τις πτυχές και εκδηλώσεις του ατομικού και κοινωνικού βίου.
Για να στεφθεί από επιτυχία ένα αναμορφωτικό εγχείρημα τέτοιων προσδοκιών και διαστάσεων, χρειάζονται και τα κατάλληλα υλικά μέσα. Η «Ζωή» κατάφερε να τα εξασφαλίσει, αξιοποιώντας τρεις βασικές πηγές. Πρώτον, το δικό της ιδιόκτητο τυπογραφείο, το οποίο, σύμφωνα με εκ των έσω μαρτυρίες, αποτελούσε την περίοδο ακμής της οργάνωσης το μεγαλύτερο του είδους του στην Ελλάδα, εξοπλισμένο με υπερσύγχρονες ευρωπαϊκές περιστροφικές μηχανές και στελεχωμένο από 100 εργαζόμενους.[48] Το πώς η προπολεμική ολιγομελής Αδελφότητα έφτασε στο σημείο να ανοίξει δικό της τυπογραφείο σε ιδιόκτητο κτίριο, εξηγείται αν λάβουμε υπόψη μας την ολοκληρωτική αφοσίωση των μελών της στο έργο της κίνησης, η οποία περιλάμβανε και την οικονομική τους «αφιέρωση». Άλλωστε, μία από τις τρεις μοναστικές υποσχέσεις των μελών ήταν η ακτημοσύνη.
Μια δεύτερη πηγή υλικής διευκόλυνσης του εκδοτικού έργου ήταν οι συνδρομές. Όσοι δεν ανήκαν στον σκληρό πυρήνα των μελών της Αδελφότητας, αλλά συμμετείχαν στις δράσεις των εκάστοτε σωματείων, ήταν υποχρεωμένοι να πληρώνουν συνδρομή, η οποία σε μεγάλο βαθμό αποτελούσε πηγή χρηματοδότησης του αντίστοιχου εντύπου. Για παράδειγμα, μόνο η Ζωή, το βασικό, δηλαδή, έντυπο της οργάνωσης, αριθμούσε τη δεκαετία του 1950 170.000 συνδρομητές.[49]
Η βασικότερή, όμως, πηγή υλικής –αλλά και ηθικής– υποστήριξης ήταν, αναμφισβήτητα, ο κρατικός μηχανισμός. Μέσα από θεσμούς όπως το Υπουργείο Προνοίας και ο στρατός, τα έντυπα της «Ζωής» και του δικτύου της θα φτάσουν και στην πιο απομακρυσμένη περιοχή της Ελλάδας, χωρίς καμία οικονομική επιβάρυνση για την οργάνωση. Αντίθετα, η «Ζωή» θα εξαιρεθεί από κάθε φορολογικό μέτρο, συμπεριλαμβανομένης της υποχρεωτικής ασφάλισης των εργαζομένων της. Ενδεικτική της προώθησης του έργου της από το επίσημο μετεμφυλιακό κράτος, είναι η πλήρης φορολογική απαλλαγή της «Ζωής», ακόμα και από την πληρωμή του χαρτόσημου, προνόμιο που απολάμβαναν αποκλειστικά τα Ανάκτορα και η πρεσβεία των ΗΠΑ.[50]
Οι δίαυλοι διάχυσης
Οι δίαυλοι διάχυσης, ωστόσο, περιλάμβαναν ένα πολύ πιο εκτεταμένο πλέγμα δραστηριοτήτων και πρακτικών, ώστε το χριστιανικό έντυπο και βιβλίο να διεισδύσει σε όσο το δυνατόν περισσότερα σπίτια. Εδώ, κομβικό ρόλο θα παίξουν τα σωματεία και τα κατηχητικά της οργάνωσης, στα οποία έχουμε ήδη αναφερθεί. Μέσα από τα πολυπληθή ακροατήρια των σωματείων και των κατηχητικών –μόνο τα κατηχητικά ανέρχονται τη δεκαετία του 1950 σε 2.000 και απασχολούν 200.000 μέλη[51]– τα έντυπα θα υπερβούν τα στενά όρια του ευσεβιστικού κινήματος και θα αρχίσουν να διακινούνται και σε πιο θρησκευτικά ουδέτερα περιβάλλοντα. Σε αυτό θα συμβάλουν και οι προωθητικές ενέργειες της «Ζωής», η οποία πραγματοποιεί τακτικές ιεραποστολικές περιοδείες στην επαρχία, με σκοπό τη συγκομιδή συνδρομών και την εγγραφή νέων μελών-συνδρομητών – η συνδρομή σε κάποιο από τα έντυπα ήταν ουσιαστικά ο επίσημος δεσμός των μελών της περιφέρειας με το κέντρο. Δυστυχώς, δεν υπάρχουν επαρκή καταγεγραμμένα στοιχεία όσον αφορά τους συνδρομητές (διακύμανση αριθμού, ύψος συνδρομής, προτιμήσεις), αλλά οι ελάχιστες αυτοβιογραφικές μαρτυρίες επιβεβαιώνουν τις κατ’ οίκον επισκέψεις συνεργατών της «Ζωής», ώστε να προωθήσουν κάποιο έντυπο ή/και να συλλέξουν συνδρομές.[52]
Επιπλέον, οι εκάστοτε συσσωματώσεις θα επιχειρήσουν έναν καταμερισμό διάδοσης των εντύπων ανάλογα με την κοινωνική ομάδα-στόχο, μέσω του συστήματος των εξορμήσεων στους χώρους δουλειάς, στο πανεπιστήμιο και στα σχολεία. Έτσι, για παράδειγμα, ο Χρήστος Γιανναράς σημειώνει ότι κάθε μαθητής-κατηχητόπουλο χρεωνόταν 5 φύλλα της Ζωής του Παιδιού για το σχολείο, με την υποχρέωση να επιστρέψει με το αντίτιμο των πωληθέντων τευχών, αλλά και να αντικαταστήσει τυχόν επιβλαβή ηθικά έντυπα με ψυχωφελή αναγνώσματα της οργάνωσης.[53] Βέβαια, η διείσδυση των ευσεβιστικών εντύπων σε χώρους-κλειδιά, όπως η εκπαίδευση, είχε εξασφαλιστεί μετεμφυλιακά από το ίδιο το κράτος, στο πλαίσιο της ανάπτυξης της «εθνικής συνειδήσεως των νέων επί τη βάσει των ιδεολογικών κατευθύνσεων του ελληνοχριστιανικού πολιτισμού»,[54] γεγονός που έφερνε ευρύτερα τμήματα του πληθυσμού σε επαφή με το μήνυμα της «Ζωής» σχεδόν υποχρεωτικά.
Στην κρατική προώθηση του έργου της «Ζωής» θα πρέπει να προστεθούν και οι περιβόητες εκθέσεις χριστιανικού βιβλίου, οι οποίες διοργανώνονταν υπό την αιγίδα των Ανακτόρων και έπαιρναν διαστάσεις κοσμικού γεγονότος. Μνημειώδης παραμένει η Έκθεσις «Ελληνικού Φωτός» και «Συνεργαζομένων Χριστιανικών Σωματείων ο Απόστολος Παύλος», από την οποία αντλούμε χρήσιμα στοιχεία σχετικά με το τιράζ και τα ποσά που διατίθενται για την αποστολή εντύπων και βιβλίων σε όλη την Ελλάδα,[55] ενώ έχουμε πληροφορίες για τουλάχιστον δύο μεγάλες αυτοτελείς εκθέσεις ελληνικού χριστιανικού βιβλίου από τη «Ζωή» τη δεκαετία του 1950.[56] Σημαντικός δίαυλος διάχυσης θα πρέπει να θεωρηθεί και το δίκτυο βιβλιοπωλείων της «Ζωής», με 7 ιδιόκτητα καταστήματα σε Αθήνα, επαρχία και Κύπρο, το οποίο παρέχει τους τίτλους της σε σχετικά προσιτές τιμές και συγκροτεί ένα ορατό τοπόσημο της οργάνωσης εντός των πόλεων.[57]
Το περιεχόμενο
Όσον αφορά το περιεχόμενο των εντύπων, η θεματολογία τους ορίζεται πρωτίστως από το εκάστοτε ακροατήριο στο οποίο απευθύνονται (μαθητές, φοιτητές, στρατιώτες, εργάτες, επιστήμονες, γονείς, γυναίκες). Φυσικά, υπάρχουν τα έντυπα-ναυαρχίδες, όπως η Ζωή,[58] καθώς και τα βιβλία-μανιφέστα, τα οποία διακρίνονται για τη γενικότητα του περιεχομένου τους, λόγω της μαζικής τους απεύθυνσης. Τα περισσότερα έντυπα, όμως, έχουν εξειδικευμένο περιεχόμενο, εφόσον εκπροσωπούν μια συγκεκριμένη οργάνωση εντός του δικτύου και απευθύνονται σε μια συγκεκριμένη κοινωνική ομάδα εντός του πληθυσμού. Έτσι, βλέπουμε ότι στη Ζωή του Παιδιού κυριαρχούν ηθικοπλαστικές ιστορίες με πρωταγωνιστές νεαρούς μαθητές,[59] ενώ οι Ακτίνες –όργανο της ΧΕΕ– καταπιάνονται με επίκαιρα ζητήματα φιλοσοφικού και επιστημονικού προβληματισμού.[60] Αντίστοιχα, στον Κόσμο της Ελληνίδος η θεματολογία επικεντρώνεται στην οικογενειακή ζωή,[61] ενώ σε όλα σχεδόν τα έντυπα τον τόνο δίνουν οι εξελίξεις της επικαιρότητας, με επικρατέστερα τα νέα από τα μέτωπα του Εμφυλίου.
Βέβαια, οι ιδεολογικοί άξονες είναι κοινοί: παντού κυριαρχούν οι μεγάλες αφηγήσεις και ο επιφανειακός ηθικισμός, κατά τα πρότυπα αντίστοιχων ξένων προτεσταντικών εντύπων –το περιεχόμενο των οποίων συχνά μεταφέρεται αυτούσιο στα έντυπα της «Ζωής»– ενώ σε όλα τα είδη του λόγου, από τα ποιήματα και τα διηγήματα μέχρι τις μελέτες και τα δοκίμια, υφέρπουν και ενίοτε εκδηλώνονται ρητά η εθνικοφροσύνη, ο αντι-υλισμός και ο αντικομμουνισμός. Ωστόσο, η αισθητική φόρμα που αξιοποιείται ακολουθεί τα πρότυπα δημοφιλών εντύπων της εποχής. Ο λόγος είναι ευνόητος: ο ανταγωνισμός με τα θύραθεν «επικίνδυνα» έντυπα, μέσω της προσφοράς ενός εξίσου αισθητικά ελκυστικού προϊόντος.
Έτσι, τα ποικίλης ύλης περιοδικά, όπως η Ζωή του Παιδιού, υιοθετούν την απλή γλώσσα, την έγχρωμη εικονογράφηση και τα καλλιτεχνικά πρωτότυπα εξώφυλλα, με θέματα εμπνευσμένα από την επικαιρότητα, όπως οι μεγάλες εθνικές επέτειοι και οι θρησκευτικές γιορτές. Αντίστοιχα, η ύλη οργανώνεται κατά το πρότυπο των δημοφιλών περιοδικών Ρομάντσο και Θησαυρός, σε στήλες, με δημοφιλέστερες τα διηγήματα σε συνέχειες, τα ποιήματα, τα τραγούδια, τα εικονογραφημένα, τα ανέκδοτα, τα σταυρόλεξα και την αλληλογραφία. Αντίθετα, τα πιο «σοβαρά» επιστημονικοφανή έντυπα ακολουθούν το πρότυπο των φιλολογικών περιοδικών. Η γλώσσα παραμένει δημώδης, αλλά πιο συγκρατημένη, οι απεικονίσεις περιορίζονται στο ελάχιστο, ενώ τα κείμενα εκτίθενται υπό τη μορφή δοκιμίων, τα οποία συχνά κυκλοφορούν και σε αυτοτελείς εκδόσεις. Επιπλέον, οι εκάστοτε θεματικές επιλέγονται με πρόσχημα κάποιο μεγάλο θεωρητικό ζήτημα, χωρίς άμεσες αναφορές σε συγκεκριμένα επίκαιρα γεγονότα. Κλασικό παράδειγμα, η σχέση θρησκείας και επιστήμης, η οποία ουσιαστικά αποτελεί κεκαλυμμένη συζήτηση περί των ιδεολογικών αντιθέσεων που οξύνονται εξαιτίας του Εμφυλίου.[62]
Τα πρόσωπα
Ποιοι είναι, όμως, οι άνθρωποι πίσω από τα κείμενα; Στις σελίδες των διαφόρων εντύπων της «Ζωής» και του δικτύου της συναντάμε μια πληθώρα ελληνικών και ξένων ονομάτων, άλλοτε γνωστών εκπροσώπων του ευσεβιστικού κινήματος και άλλοτε λιγότερο ή και καθόλου γνωστών προσώπων.[63] Στη δεύτερη κατηγορία ανήκουν ξένοι συγγραφείς, τα κείμενα των οποίων προέρχονται από αντίστοιχα ευρωπαϊκά και αμερικανικά ευσεβιστικά έντυπα και μεταφράζονται στα ελληνικά, και κυρίως Έλληνες συγγραφείς που υπογράφουν με τα αρχικά τους ή με κάποιο ψευδώνυμο.[64] Η πρακτική της χρήσης ψευδωνύμου είναι συνήθης στον χώρο των οργανώσεων, καθώς εξυπηρετεί μια σειρά από ευρύτερες στοχεύσεις. Αρχικά, η χρήση ψευδωνύμων δίνει την αίσθηση μιας πολυάριθμης συντακτικής ομάδας, τη στιγμή που ο σκληρός πυρήνας της κίνησης δεν ξεπερνά ποτέ τα 175 άτομα. Έτσι, έχουμε παραδείγματα συγγραφέων που υπογράφουν με το πραγματικό τους όνομα, αλλά ταυτόχρονα χρησιμοποιούν διάφορα ψευδώνυμα, ανάλογα με το έντυπο και το είδος του κειμένου. Επιπλέον, το ψευδώνυμο προφυλάσσει τον εκάστοτε συγγραφέα από ενδεχόμενες κακόβουλες έξωθεν επιθέσεις, ειδικά αν πρόκειται για επιφανές πρόσωπο στον δημόσιο βίο. Ας μην ξεχνάμε ότι στις σελίδες των εντύπων της «Ζωής» αρθρογραφούν από μέλη υπηρεσιακών κυβερνήσεων, ακαδημαϊκοί και καθηγητές, μέχρι δημόσιοι λειτουργοί, ιερωμένοι και στρατιωτικοί. Τέλος, το ψευδώνυμο συγκροτεί μια ιδιαίτερη persona στο φαντασιακό των αναγνωστών, ένα alter ego των πραγματικών συγγραφέων, ανεξάρτητα από το εάν η ταυτότητά τους είναι γνωστή ή όχι.
Κατά τα άλλα, μπορούμε να κατηγοριοποιήσουμε τους συγγραφείς σε τρεις μεγάλες ομάδες: α) στον σκληρό πυρήνα, β) στους διανοούμενους και γ) στους εξωτερικούς συνεργάτες. Στην πρώτη ομάδα ανήκουν τα αφιερωμένα μέλη της κίνησης, οι αδελφοί. Σε αυτούς συγκαταλέγονται τα ιδρυτικά μέλη της «Ζωής», οι προϊστάμενοι και μέλη με μακρά πορεία και συμβολή στο έργο της Αδελφότητας. Μερικοί από τους πιο γνωστούς συγγραφείς αυτής της ομάδας είναι ο ιδρυτής της «Ζωής» Ε. Ματθόπουλος, ο διάδοχός του Σ. Παπακώστας, ο καθηγητής Θεολογίας και ιδρυτικό μέλος Π. Τρεμπέλας, ο ποιητής Αλέξανδρος Γκιάλας (Γ. Βερίτης), ο ιεροκήρυκας Ιωάννης Κολιτσάρας κ.ά. Τα κείμενά τους καταπιάνονται κυρίως με θέματα ηθικά, θεολογικά, παιδαγωγικά και λογοτεχνικά.
Στη δεύτερη ομάδα, αυτή των διανοούμενων, ανήκουν στενοί συνεργάτες της κίνησης, οι οποίοι, ωστόσο, δεν δεσμεύονται απαραίτητα από την ιδιότητα του αφιερωμένου μέλους και χρησιμοποιούν το δίκτυο της οργάνωσης ως πλατφόρμα για την προώθηση ευρύτερων αναμορφωτικών εγχειρημάτων. Τέτοιες είναι οι περιπτώσεις των Αλέξανδρου Τσιριντάνη, Ιερώνυμου Κοτσώνη, Αρίστου Ασπιώτη, Θεόδωρου Μερτικόπουλου και Γεώργιου Ράμμου, προσωπικοτήτων ευρείας κοινωνικής αναγνώρισης και κύρους, οι οποίοι κατά καιρούς έλαβαν υψηλά κρατικά και εκκλησιαστικά αξιώματα. Οι εκπρόσωποι αυτής της ομάδας οραματίζονται την πραγμάτωση μιας χριστιανικής κοινωνίας μέσω της δυναμικής εισόδου σε κρίσιμους τομείς, όπως η πολιτική, η επιστήμη, η εκπαίδευση και η Εκκλησία, στην οποία, φυσικά, θα πρωτοστατούσε η κίνηση. Γι’ αυτό και οι συγκεκριμένοι δραστηριοποιούνται μέσα από τις γραμμές πιο «εκλεπτυσμένων» εντύπων, όπως οι Ακτίνες, η σειρά βιβλίων «Ψυχολογία και Ζωή» και οι εκδόσεις του συλλόγου «Ελληνικόν Φως», συστατικού βραχίονα της εθνικόφρονης αντικομμουνιστικής προπαγάνδας.
Τέλος, στην τρίτη κατηγορία ανήκουν οι εξωτερικοί συνεργάτες των εντύπων της «Ζωής», όσοι, δηλαδή, δεν σχετίζονται άμεσα με την οργάνωση, αλλά τη συνδράμουν για ιδεολογικοπολιτικούς, κυρίως, λόγους. Χαρακτηριστικά παραδείγματα αποτελούν οι Κωνσταντίνος Τσάτσος, Ιωάννης Θεοδωρακόπουλος, Κωνσταντίνος Γεωργούλης και Σπυρίδων Καλλιάφας, οι οποίοι, στη διάρκεια της καχεκτικής μετεμφυλιακής δημοκρατίας, θα δραστηριοποιηθούν, άλλοτε διακριτικά και άλλοτε πιο δυναμικά, στην προώθηση του ελληνοχριστιανικού ιδεώδους. Φυσικά, αυτές οι κατηγοριοποιήσεις είναι σχηματικές, εφόσον αρκετοί από τους συγγραφείς της μίας ομάδας δραστηριοποιούνται ταυτόχρονα στο έργο κάποιας άλλης. Έτσι, ο Τρεμπέλας ή ο Κοτσώνης μπορούν να συγγράφουν ηθικά κηρύγματα για το ένα έντυπο και να συντάσσουν θεολογικές ή εκκλησιολογικές μελέτες για το άλλο. Υπάρχει, δηλαδή, μια κινητικότητα και μια ευελιξία στο συγγραφικό έργο.
Διάσπαση και πτώση
Η ανοδική πορεία, ωστόσο, θα ανακοπεί απότομα στα τέλη της δεκαετίας του 1950, με τη διάσπαση της «Ζωής». Οι πρώτες ρωγμές είχαν εμφανιστεί ήδη από το 1954, όταν, μετά τον θάνατο του Παπακώστα, προέκυψε κρίση διαδοχής στην ηγεσία της οργάνωσης. Βέβαια, το ζήτημα της διαδοχής υπήρξε περισσότερο η αφορμή για την εκδήλωση της ρήξης. Ήδη από τα πρώτα μετεμφυλιακά χρόνια, η «Ζωή» είχε χάσει την αρχική δυναμική της, αναζητώντας νέες προοπτικές. Την εξέλιξη αυτή επιτάχυναν η εκτόνωση της πολιτικής έντασης μετά το τέλος του Εμφυλίου, η σταδιακή φιλελευθεροποίηση του κοινωνικοπολιτικού βίου, η ανάδυση της νεολαίας ως ενεργού κοινωνικού υποκειμένου και η οριστική στροφή του κράτους προς την διοικούσα Εκκλησία, η οποία το 1958 εξήγγειλε τη λήψη δραστικών μέτρων προς αντιμετώπιση του φαινομένου των θρησκευτικών οργανώσεων, φωτογραφίζοντας ουσιαστικά τη «Ζωή».[65]
Σε αυτό το πλαίσιο, οι διασπαστικές τάσεις εντός της «Ζωής» εκφράστηκαν ως εξής: η παλαιά φρουρά –υπό τον Τρεμπέλα– παρέμενε προσκολλημένη στο αναμορφωτικό έργο μέσω της ιεραποστολικής δράσης, οι διανοούμενοι –υπό τον Τσιριντάνη– ήλπιζαν στην πλήρη μετατροπή της «Ζωής» σε καθαρά πολιτικό κίνημα, ενώ η νέα μεταπολεμική γενιά –υπό τον π. Ηλία Μαστρογιαννόπουλο– αναζητούσε τη στροφή προς την παράδοση και την εξέλιξη της Αδελφότητας σε πνευματικό-θεολογικό think tank. Τελικά, θα επικρατήσουν οι τελευταίοι και η «Ζωή» θα διασπαστεί επίσημα, με τους παλαιούς να συγκροτούν την αδελφότητα του «Σωτήρα» και τους τσιριντανικούς να εντάσσονται σε αυτόνομα σχήματα.[66]
Ωστόσο, παρά την παρακμή και τον πολυκερματισμό, οι χριστιανικές αδελφότητες και τα όμορα σχήματα θα συνεχίσουν να αξιοποιούν τον έντυπο λόγο ως μέσο κοινωνικής διείσδυσης και να παρεμβαίνουν δυναμικά, ιδιαίτερα σε κρίσιμες στιγμές «ηθικού πανικού», όπως η εμφάνιση των νεολαιίστικων κινημάτων αμφισβήτησης και η εκπαιδευτική μεταρρύθμιση του 1964.[67] Μπροστά στην «κρίσιμη καμπή» της δεκαετίας του 1960, ο κύκλος του Τσιριντάνη θα συσπειρωθεί γύρω από το περιοδικό Συζήτησις, το οποίο θα αποτελέσει πλατφόρμα για την αναβίωση του θρησκευτικοπολιτικού κινήματος. Μέσα από τις γραμμές του θα αναζητηθούν τα αίτια για τη «χαμένη ευκαιρία» του ελληνοχριστιανισμού να προκαλέσει την πολυπόθητη «πνευματική επανάσταση», ενώ θα τεθούν και οι θεωρητικές βάσεις για τη μελλοντική επιστροφή του.
«Το νέον λεωφορείον» θα έρθει με το πραξικόπημα της 21ης Απριλίου 1967, όταν οι ελπίδες για την πραγμάτωση του ελληνοχριστιανικού ιδεώδους στην ελληνική κοινωνία θα αναπτερωθούν. Πράγματι, το καθεστώς θα αξιοποιήσει τη μεσσιανική ρητορική στον επίσημο λόγο του, σαφώς επηρεασμένο από τους εκπροσώπους του εν Ελλάδι ευσεβισμού. Τομή αποτελεί πάλι ένα έντυπο: η συλλογή άρθρων του Τσιριντάνη Εμπρός εις την κρίσιμον καμπήν,[68] το οποίο κυκλοφορεί μία εβδομάδα πριν από το πραξικόπημα και αποτελεί, ουσιαστικά, έναν πρακτικό οδηγό για τη μετάβαση από τον «κουρασμένο μεταπολεμικό πολιτισμό» –όπως τον αποκαλεί ο συγγραφέας– στην «πνευματική επανάσταση» της νέας Ελλάδας. Πρόκειται για ένα κείμενο-μανιφέστο, το οποίο θα αποτελέσει τον πυρήνα της ιδεολογίας του καθεστώτος, όπως έχει καταδείξει ο αρχαιολόγος Δημήτριος Πάλλας στην αυτοβιογραφία του.[69] Αρκεί μια απλή αντιπαραβολή του ιδεολογικού μανιφέστου της 21ης Απριλίου Το πιστεύω μας με το πόνημα του Τσιριντάνη, για να φανούν οι ομοιότητες και οι επιρροές.
Φυσικά, η εφαρμογή της θεωρίας θα ξεκινήσει από την Εκκλησία. Βάσει παρασκηνιακών διεργασιών,[70] η ηγεσία της ελλαδικής Εκκλησίας θα περιέλθει –εξίσου πραξικοπηματικά– στον έλεγχο των ζωικών, με την πλήρη στήριξη και αρωγή τού, κατά τα λοιπά, αποστασιοποιημένου από την οργάνωση Τσιριντάνη.[71] Από το σημείο αυτό μέχρι και την ανατροπή του Παπαδόπουλου τον Νοέμβριο του 1973, η αποτελούμενη κυρίως από ζωικούς μητροπολίτες Ιεραρχία θα επιδοθεί σε ένα ευρύ μεταρρυθμιστικό πρόγραμμα,[72] το οποίο θα εκφραστεί μέσω του επίσημου περιοδικού της Ιεράς Συνόδου Εκκλησία και θα τεθεί σε εφαρμογή με την ψήφιση του νέου Καταστατικού Χάρτη της Εκκλησίας της Ελλάδος το 1969[73] – διαδικασία την οποία ο Χ. Γιανναράς αποκαλεί υποτιμητικά «μεταρρύθμιση της Ορθόδοξης Εκκλησίας», υπό την έννοια της παραχώρησης εσωτερικής αυτονομίας με αντάλλαγμα την παροχή υποστήριξης στο καθεστώς.[74]
Έτσι, θα ολοκληρωθεί ό,τι είχε αρχίσει στον μεσοπόλεμο ως προσπάθεια μερικών «απείθαρχων» ιεροκηρύκων, με την Εκκλησία να μετατρέπεται, εντέλει, σε έναν εξορθολογισμένο διοικητικά οργανισμό, ικανό να φέρει εις πέρας την εθνική του αποστολή, σε αγαστή συνεργασία με ένα καθεστώς του οποίου υπήρξε συνεκτικός αρμός και βραχίονας. Σε αυτή τη νέα φάση, το έντυπο θα συνέχιζε να διαδραματίζει παιδαγωγικό ρόλο, χωρίς, ωστόσο, να υπάρχει η ανάγκη για εκδοτικά εγχειρήματα εφάμιλλα της δεκαετίας του 1940, εφόσον το παιχνίδι είχε πια κερδηθεί. Με άλλα λόγια, πλέον τα έντυπα κυκλοφορούν για να κυκλοφορούν και δεν παρατηρείται κάποια αξιοσημείωτη εκδοτική μεταβολή.
Η κληρονομιά των ευσεβιστικών οργανώσεων και των εντύπων τους
Υπήρξε και, αν ναι, ποιος είναι, εντέλει, ο αντίκτυπος των ευσεβιστικών οργανώσεων και των εντύπων τους στη σύγχρονη ελληνική κοινωνία;
Καταρχάς, ο αντίκτυπος υπήρξε πολιτικός. Εκτός από τη σύμπλευση με και τις χρήσεις τους από το εθνικόφρον κράτος, τα ευσεβιστικά σχήματα κατάφεραν να διεισδύσουν στην πολιτική σκηνή, γεγονός που φαίνεται και στον πολιτικό λόγο των κομμάτων μεταπολιτευτικά. Από τις προσπάθειες για εγκόλπωση της ελληνοχριστιανικής κληρονομιάς από τη Δεξιά μέχρι τη μετάπλασή της σε γνήσια λαϊκή ορθόδοξη παράδοση εκ μέρους του ΠΑΣΟΚ, η υιοθέτηση εθνικο-θρησκευτικής ρητορικής αποτελεί διαχρονικό διαπιστευτήριο πολιτικής ειλικρίνειας. Ενίοτε δε, επηρεάζει και διαμορφώνει πολιτικές συμπεριφορές, ενώ κατά καιρούς εκφράζεται και από κομματικά εγχειρήματα, όπως αυτό του Νίκου Ψαρουδάκη παλαιότερα και η λαϊκή (ακρο)δεξιά σήμερα.
Παράλληλα, η επιρροή του ευσεβιστικού μοντέλου υπήρξε σημαντική και σε εκκλησιαστικό επίπεδο – παρά την οργανωσιακή «άλωση» της επταετίας. Η διοικούσα Εκκλησία, ήδη από τη δεκαετία του 1950, θα προσπαθήσει να ανταγωνιστεί την αυξημένη επιρροή των οργανώσεων μέσω «ανταγωνιστικών» εγχειρημάτων, όπως η Αποστολική Διακονία, ενώ μεταπολιτευτικά θα υιοθετήσει οργανωσιακές πρακτικές προώθησης και επικοινωνίας με το χριστεπώνυμο πλήρωμα, συγκροτώντας αντίστοιχες δομές και εκδίδοντας έντυπα εφάμιλλα του είδους.[75] Εξάλλου, μεγάλος αριθμός ιεραρχών πλέον προέρχεται από οργανωσιακά περιβάλλοντα και κατέχει το απαραίτητο know-how.
Επιπλέον, αυτό που στους θεολογικούς κύκλους είναι γνωστό ως θεολογική αναγέννηση της δεκαετίας του 1960, είναι άρρηκτα συνδεδεμένο με τη δράση κυρίως της «Ζωής», η οποία κυοφόρησε και τροφοδότησε στους κόλπους της –κυρίως μετά τη διάσπαση του 1960– τάσεις ανανοηματοδότησης των μέχρι τότε παραδεδομένων θεολογικών προτύπων. Η «Ζωή» πρώτη θα οργανώσει πνευματικά συμπόσια, στα οποία συμμετέχει η εγχώρια και διεθνής ορθόδοξη θεολογική «πρωτοπορία».[76] Από αυτή τη «μήτρα» θα ξεπηδήσει αργότερα το νεορθόδοξο ρεύμα της δεκαετίας του 1980, με βασικούς εκπροσώπους του πρώην μέλη της «Ζωής».
Πουθενά αλλού, όμως, η επιρροή του ευσεβισμού δεν εκδηλώθηκε τόσο ρητά όσο στην εκπαίδευση. Εκτός από την άμεση εμπλοκή ευσεβιστικών κύκλων στη χάραξη εκπαιδευτικής πολιτικής την περίοδο 1949-1974, είναι γνωστές και οι μεταπολιτευτικές «εκστρατείες» τους, πάλι μέσω των εντύπων, ώστε να μην απωλέσει η εκπαίδευση τον ελληνοχριστιανικό χαρακτήρα της.[77] Η ευρύτητα του θέματος δεν επιτρέπει την εκτενή αναφορά στο ζήτημα· αντ’ αυτού, παρατίθεται μόνο η παρακάτω επισήμανση: μέχρι και τη δεκαετία του 1990, τα βασικά έντυπα της «Ζωής» (Η Ζωή του Παιδιού) και του «Σωτήρα» (Προς τη Νίκη) διανέμονταν κανονικά στα σχολεία, σε ορισμένες περιπτώσεις δε, η πρακτική αυτή ενθαρρυνόταν επίσημα από το Υπουργείο Παιδείας.[78]
Πιο υπόρρητος και δύσκολα ανιχνεύσιμος είναι ο αντίκτυπος σε επίπεδο αντιλήψεων. Ο ηθικισμός της νεοελληνικής κοινωνίας και η συγκεκριμένη εικόνα για το θρησκευτικό φαινόμενο και τις πρακτικές του, μαρτυρούν μια αντίληψη άκρως καθηκοντολογική και συμπεριφοριστική, εφάμιλλη των ευσεβιστικών οργανώσεων. Εξάλλου, δεν θα μπορούσε να είναι διαφορετικά, αν σκεφτούμε τον μεγάλο αριθμό ανθρώπων που ήρθαν σε επαφή με τις οργανώσεις και το έργο τους, χωρίς να αναφερόμαστε αυστηρά στα μέλη τους. Πόσοι και πόσες δεν έχουν ξεφυλλίσει τη Ζωή του Παιδιού, το Προς τη Νίκη, αλλά και μικρότερης εμβέλειας περιοδικά, τα οποία μοιράζονταν τακτικά στις σχολικές αίθουσες; Ή δεν έχουν ακούσει κάποιο γραφικό κήρυγμα ευσεβιστικής υφής σχεδόν υποχρεωτικά στο σχολείο;
Τελευταίο, αλλά εξίσου σημαντικό, είναι το γεγονός ότι για μια μεγάλη ομάδα ανθρώπων η συμμετοχή τους στις παραεκκλησιαστικές οργανώσεις υπήρξε εμπειρία καθοριστική, η οποία, παρά τη μετέπειτα κριτική της αποτίμηση, ανασύρεται νοσταλγικά στη μνήμη, ωραιοποιώντας και απενοχοποιώντας τη στη συλλογική συνείδηση.[79] Ο λογοτέχνης Γιώργος Ιωάννου σημειώνει: «έχω φάει για χρόνια το ψωμί τους, δηλαδή έχω τραφεί στα συσσίτιά τους, σε καιρούς χαλεπούς, πράγμα που το θεωρώ ιερό δεσμό και ακατάλυτο. [...] Ο Παρασκευόπουλος [μετέπειτα μητροπολίτης Θεσσαλονίκης] μαζί με [...] τους άλλους συμπαραστάτες δημιούργησαν για μας μια μεγάλη εποχή. Εκάς οι βέβηλοι!»[80]
Λαμβάνοντας υπόψη τα παραπάνω, μπορούμε να υποστηρίξουμε ότι, στο πλαίσιο των επινοημένων παραδόσεων, το ευσεβιστικό κίνημα και οι υλικότητές του συγκροτούν μια ιδιάζουσα λαϊκή κουλτούρα,[81] όχι «από τα πάνω» ή «από τα κάτω», όπως πολύ συχνά διακρίνουμε, αλλά «εκ των έσω»: από μια αυτόνομα δομημένη κοινότητα, η οποία παράγει, μορφοποιεί και διαχέει το προϊόν της –στην προκειμένη περίπτωση το έντυπο– χωρίς αποκλειστικά ταξικά ή αισθητικά κριτήρια, αλλά με όρους μαζικής διάδοσης στο σύνολο του πληθυσμού, υπό τη μορφή ιεραποστολής.[82] Φυσικά, αυτό αποτελεί θεωρητική υπόθεση εργασίας, η οποία απαιτεί περαιτέρω έρευνα. Εδώ, θα πρέπει να ληφθούν υπόψη αντικειμενικές προκλήσεις και πρακτικά αδιέξοδα, όπως οι κλειστές κοινότητες, το αίσθημα καχυποψίας και η διατήρηση αρχείων μη προσβάσιμων στο κοινό.[83]
Συζήτηση - Συμπεράσματα
Συνοψίζοντας, η δράση των παραεκκλησιαστικών οργανώσεων στην Ελλάδα του 20ού αιώνα, με προεξάρχουσα τη «Ζωή», δεν υπήρξε αυτοφυές και αυτοτελές φαινόμενο· αντίθετα, αποτέλεσε προϊόν μιας ιδιαίτερα ρευστής ιστορικής συγκυρίας, κατά την οποία η ελληνική κοινωνία βιώνει τις συνέπειες του τέλους της Μεγάλης Ιδέας και αναζητά ένα νέο πνευματικό ιδεώδες, το οποίο θα αποτελέσει την κινητήριο δύναμη του έθνους. Η «Ζωή» θα εμφανιστεί την κατάλληλη στιγμή, προσφέροντας μια εναλλακτική πρόταση, η οποία μεταπλάθει τις διαχρονικές χριστιανικές αξίες σε ένα ευέλικτο και βιώσιμο πρόγραμμα εθνικής και ηθικής αναμόρφωσης, με απώτερο σκοπό την πραγμάτωση ενός ελληνοχριστιανικού ιδεώδους. Η εμπειρία της Κατοχής και κυρίως του Εμφυλίου, θα της επιτρέψει να επεκτείνει την εφαρμογή του εγχειρήματός της πανελλαδικά, με τη στήριξη και τη χρηματοδότηση του κρατικού μηχανισμού, ο οποίος θα εκμεταλλευτεί τις οργανωσιακές πρακτικές για να ανασχέσει την ιδεολογική επιρροή του κομμουνισμού.
Σε αυτό το πλαίσιο, το θρησκευτικό έντυπο –μαζί με τα κηρύγματα, τις ομιλίες και τα κατηχητικά– θα αποτελέσει τον κύριο φορέα διάχυσης του μηνύματος στις μάζες. Αυτό μαρτυρά η ευρύτατη έντυπη παραγωγή και τα ασυνήθιστα υψηλά, για τα ελληνικά δεδομένα, εκδοτικά νούμερα.[84] Αν εξαιρέσουμε τον χώρο της Αριστεράς, όπου το έντυπο αποτελεί παραδοσιακά προνομιακό μέσο ενημέρωσης και διακίνησης ιδεών, σε κανέναν άλλο χώρο δεν παρατηρείται η εκδοτική συνέπεια και συνέχεια των ευσεβιστικών οργανώσεων. Άλλωστε, δεν είναι τυχαίος ο χαρακτηρισμός της ευρύτερης κίνησης της «Ζωής» ως «το ΕΑΜ της Εκκλησίας».[85]
Σήμερα, 50 και πλέον χρόνια μετά την οριστική αποκαθήλωση του «ελληνοχριστιανισμού» ως επίσημης κρατικής ιδεολογίας, οι ευσεβιστικές οργανώσεις επιβιώνουν και τα έντυπά τους συνεχίζουν να κυκλοφορούν, αν και η επιρροή τους έχει συρρικνωθεί σε έναν μικρό –αλλά όχι αμελητέο– κύκλο συμπολιτών μας. Αυτό που μένει, ωστόσο, από τη «χρυσή εποχή» της δράσης τους είναι ακριβώς το τεράστιο corpus των βιβλίων, των περιοδικών και των παντός είδους εκδόσεών τους. Τα πρόσωπα πεθαίνουν, τα προφορικά κηρύγματα και οι επιμέρους δράσεις χάνονται, αλλά η έντυπη παραγωγή διατηρείται, ως υλικό κατάλοιπο μιας εποχής οικείας και γνωστής, λόγω της εγγύτητάς της με το σήμερα, αλλά εν πολλοίς ανεξερεύνητης ή/και παρερμηνευμένης. Και εδώ τίθεται το δίλημμα: μας ενδιαφέρει, ως ιστορικούς, θεολόγους, φιλολόγους, κοινωνιολόγους και εν γένει ως ερευνητές η αναμέτρηση με αυτό το «παράλληλο» παρελθόν των οργανώσεων ή είναι προτιμότερο να το απωθήσουμε, ως μια γραφική εκδήλωση εθνικόφρονος παροξυσμού; Αν επιλέξουμε το πρώτο, τότε σίγουρα η έντυπη κληρονομιά του ευσεβιστικού κινήματος αποτελεί έναν πραγματικό ερευνητικό θησαυρό και ένα κλειδί για την κατανόηση και την ερμηνεία των κρίσιμων διεργασιών και ανακατατάξεων του ελληνικού 20ού αιώνα.
- Elizabeth L. Eisenstein, The Printing Revolution in Early Modern Europe, Cambridge, Cambridge University Press, 22005, σ. 14· Angus Maddison, Growth and Interaction in the World Economy: The Roots of Modernity, The AEI Press, Washington, D.C., 2005, σ. 17-18. ↑
- Βλ. σχετικά Martin U. Edwards, Jr., Printing, Propaganda, and Martin Luther, University of California Press, Berkeley, CA, 1994, σ. 14-40. ↑
- Απόστολος Αλεξανδρίδης, «Ένα φαινόμενο της νεοελληνικής θρησκευτικής ζωής: οι χριστιανικές οργανώσεις», Σύνορο 39 (1966), 197-198. ↑
- Για τις αποδιδόμενες στο έργο του Νικόδημου δυτικές επιρροές, βλ. Θεόκλητος Διονυσιάτης, Άγιος Νικόδημος ο Αγιορείτης. Ο βίος και τα έργα του 1749-1809, Εκδοτικός Οίκος Αστήρ, Αθήναι 1959, σ. 190-202· Χρήστος Γιανναράς, Ορθοδοξία και Δύση στη νεώτερη Ελλάδα, Εκδόσεις Δόμος, Αθήνα 1992, σ. 196-209· Εμμανουήλ Ν. Φραγκίσκος, «“Αόρατος πόλεμος” (1796), “Γυμνάσματα πνευματικά” (1800). Η πατρότητα των «μεταφράσεων» του Νικόδημου Αγιορείτη», Ερανιστής 19 (1993), 102-135· Gerhard Podskalsky, Η ελληνική θεολογία επί Τουρκοκρατίας, 1453-1821. Η Ορθοδοξία στη σφαίρα επιρροής των δυτικών δογμάτων μετά τη Μεταρρύθμιση, μτφρ. π. Γεώργιος Δ. Μεταλληνός, Μορφωτικό Ίδρυμα Εθνικής Τραπέζης, Αθήνα 2005, σ. 466-473. ↑
- Νικόλαος Θ. Μπουγάτσος, Βιβλιογραφία ελληνικού θρησκευτικού τύπου (1826-1966), Αθήναι 1969. ↑
- Βλ. Παρασκευάς Κονόρτας, Οθωμανικές θεωρήσεις για το Οικουμενικό Πατριαρχείο: τα βεράτια προς τους προκαθημένους της Μεγάλης Εκκλησίας (17ος - αρχές 20ού αιώνα), Εκδόσεις Αλεξάνδρεια, Αθήνα 1998. ↑
- π. Αντώνιος Πινακούλας, «Ο προφητικός χιλιασμός ως συνιστώσα της Ελληνικής Επανάστασης», Ανθίβολα 6 (2024), 33-35. ↑
- Αστέριος Αργυρίου, «Εσχατολογική γραμματεία και σκέψη κατά τους χρόνους της Τουρκοκρατίας», Θεολογία 59/2 (1988), 308-322. ↑
- π. Α. Πινακούλας, ό.π., σ. 37-39. ↑
- Αλέξης Πολίτης, «Η προσγραφόμενη στον Ρήγα πρώτη έκδοση του Αγαθάγγελου. Το μόνο γνωστό αντίτυπο», Ερανιστής 7/37-42 (1969), 173-192. ↑
- Βλ. Charles A. Frazee, Ορθόδοξος Εκκλησία και Ελληνική Ανεξαρτησία, 1821-1852, μτφρ. Ιωσήφ Ροηλίδης, Δόμος, Αθήνα 1987· Παρασκευάς Ματάλας, Έθνος και Ορθοδοξία. Οι περιπέτειες μιας σχέσης. Από το «Ελλαδικό» στο Βουλγαρικό σχίσμα, Πανεπιστημιακές Εκδόσεις Κρήτης, Ηράκλειο 2002, σ. 45-159. ↑
- Βλ. Καίτη Αρώνη-Τσίχλη, Αγροτικές εξεγέρσεις στην Παλιά Ελλάδα, 1833-1881, Εκδόσεις Παπαζήση, Αθήνα 22009, σ. 356-387. ↑
- Βασίλειος Τ. Γιούλτσης, «Κοινωνιολογική θεώρησις των θρησκευτικών αδελφοτήτων», Γεώργιος Μαντζαρίδης (επιμ.), Θέματα κοινωνιολογίας της Ορθοδοξίας, Εκδόσεις Πουρναρά, Θεσσαλονίκη 1975, σ. 173-174. ↑
- Κ[οσμάς] Φ[λαμιάτος], Ερμηνεία των χρησμών του Αγαθαγγέλου, Τύποις Θ. Β. Χ. Παναγιώτου, Εν Αθήναις 1849. ↑
- Κοσμάς Φλαμιάτος, Φωνή ορθόδοξος και σπουδαία εις ανακάλυψιν της κατά των Ορθοδόξων επιβουλής εις ορθόφρονα συμβουλήν διά την εκ του επικειμένου κινδύνου ασφάλειαν και κοινήν σωτηρίαν. Και περί της μελλούσης καταστάσεως των καθ’ ημάς πραγμάτων, Εν Αθήναις, 1849. ↑
- Στέφανος Γιαννόπουλος, Συλλογή των εγκυκλίων της Ιεράς Συνόδου της Εκκλησίας της Ελλάδος μετά των οικείων νόμων, Β. διαταγμάτων, υπουργικών εγγράφων, οδηγιών κτλ. από του 1833 μέχρι σήμερον, Εκ του Τυπογραφείου Α. Καλαράκη, Εν Αθήναις 1901, σ. 374-381. ↑
- Για μια συνολική θεώρηση του μακρακικού «φαινομένου», βλ. Λέων Μπρανγκ, Το μέλλον του ελληνισμού στον ιδεολογικό κόσμο του Απόστολου Μακράκη, Εκδόσεις Αρμός, Αθήνα 1997· Έφη Γαζή, «Πατρίς, Θρησκεία, Οικογένεια». Ιστορία ενός συνθήματος (1880-1930), Εκδόσεις Πόλις, Αθήνα 2011, σ. 46-64. ↑
- π. Αντώνιος Πινακούλας, «Από τον προφητικό χιλιασμό στον ευσεβισμό. Μια σημαντική μελέτη για τον Απόστολο Μακράκη», Σύναξη 82 (2002), 113-116. ↑
- Γιαννόπουλος, ό.π., σ. 940-944. ↑
- Για το έργο της «Ανάπλασης», βλ. Γαζή, ό.π., σ. 44-46, 62-75· Αρχιμ. Σωφρόνιος-Σωτήριος Φάκας, «Σύλλογος “Ανάπλασις” και η προσφορά του 19ος - αρχές 20ού αι.», ανέκδοτη διδακτορική διατριβή, Τμήμα Θεολογίας, Θεολογική Σχολή, Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης, Θεσσαλονίκη 2013. ↑
- «Έκθεσις των κατά τον Σύλλογον», Ανάπλασις Α'/1-2 (1887), 1. ↑
- Στο ίδιο. ↑
- Φάκας, ό.π., σ. 120-126. ↑
- Για τα πρώτα χρόνια δράσης του Ε. Ματθόπουλου, βλ. Σεραφείμ Γ. Παπακώστας, Ευσέβιος Ματθόπουλος (Βιογραφία), Αδελφότης Θεολόγων Η «Ζωή», Αθήναι 31980, σ. 9-52. ↑
- Christoph Maczewski, Η κίνηση της «Ζωής» στην Ελλάδα. Συμβολή στο πρόβλημα της παραδόσεως της Ανατολικής Εκκλησίας, μτφρ. π. Γεώργιος Δ. Μεταλληνός, Εκδόσεις Αρμός, Αθήνα 2002, σ. 253. ↑
- Βλ. Ιερώνυμος Ι. Κοτσώνης, «Η θέσις των λαϊκών εις τον εκκλησιαστικόν μας οργανισμόν», Ακτίνες 171 (1956), 193-199· Παναγιώτης Ν. Τρεμπέλας, Οι λαϊκοί εν τη Εκκλησία. Το βασίλειον ιεράτευμα, Εκδόσεις Ενορία, Αθήναι 1957. ↑
- Γιανναράς, Ορθοδοξία και Δύση, σ. 380. ↑
- Maczewski, ό.π., σ. 254-255. ↑
- Παπακώστας, ό.π., σ. 71. ↑
- Στο ίδιο· Θεόκλητος Α. Στράγκας, Εκκλησίας Ελλάδος ιστορία εκ πηγών αψευδών 1817-1967, τόμ. Β', Αθήναι 1970, σ. 1198-1216. ↑
- Γι’ αυτές τις διεργασίες, βλ. Ευάνθης Χατζηβασιλείου, Ελληνικός φιλελευθερισμός: Το ριζοσπαστικό ρεύμα, 1932-1979, Εκδόσεις Πατάκη, Αθήνα 2020, σ. 51-82. ↑
- Πολύκαρπος Κ. Καραμούζης, «Κράτος, Εκκλησία και εθνική ιδεολογία στη νεώτερη Ελλάδα: κλήρος, θεολόγοι και θρησκευτικές οργανώσεις στο μεσοπόλεμο», ανέκδοτη διδακτορική διατριβή, Τμήμα Κοινωνιολογίας, Πάντειο Πανεπιστήμιο Κοινωνικών και Πολιτικών Επιστημών, Αθήνα 2004, σ. 172-184. ↑
- Στο ίδιο, σ. 237-243. ↑
- Βλ. σχετικά Δημήτρης Τζιόβας, Οι μεταμορφώσεις του εθνισμού και το ιδεολόγημα της ελληνικότητας στο μεσοπόλεμο, Εκδόσεις Οδυσσέας, Αθήνα 1989. ↑
- Γιούλτσης, ό.π., σ. 179. ↑
- Στράγκας, ό.π., σ. 1237-1238. ↑
- Maczewski, ό.π., σ. 51. ↑
- Για τη ζωή και τη δράση του Σ. Παπακώστα, βλ. Ιωάννης Θ. Κολιτσάρας, Σεραφείμ Παπακώστας (1892-1954). Βιογραφία, Αδελφότης Θεολόγων Η «Ζωή», Αθήναι 1980. ↑
- Στο ίδιο, σ. 50. ↑
- Στο ίδιο, σ. 296-301. ↑
- Καραμούζης, ό.π., σ. 243-249. ↑
- Αλεξανδρίδης, ό.π., σ. 199. ↑
- Βλ. την προσωπική μαρτυρία του λογοτέχνη Γιώργου Ιωάννου, «Ο Χριστός αρχηγός μας...», Η πρωτεύουσα των προσφύγων. Πεζογραφήματα, Εκδόσεις Κέδρος, Αθήνα 1984, σ. 113-181. ↑
- Maczewski, ό.π., σ. 61. ↑
- Στο ίδιο, σ. 62. ↑
- Βλ. σχετικά Στρατής Μπουρνάζος, «Το κράτος των εθνικοφρόνων: αντικομμουνιστικός λόγος και πρακτικές», Ιστορία της Ελλάδας του 20ού αιώνα, τόμ. Δ2, Χρήστος Χατζηιωσήφ (επιμ.), Εκδόσεις Βιβλιόραμα, Αθήνα 2009, σ. 30-33· Μαρία Σιγανού, «Ιδεολογικές συνιστώσες του θρησκευτικού λόγου στον εμφύλιο πόλεμο: το παράδειγμα της “Ζωής”», Τα Ιστορικά, 48 (2008), 103-124. ↑
- Βλ. Χρήστος Γιανναράς, Καταφύγιο ιδεών. Μαρτυρία, Εκδόσεις Δόμος, Αθήνα 1987, σ. 53-54, 84-85. ↑
- Maczewski, ό.π., σ. 61. ↑
- Γιανναράς, Καταφύγιο ιδεών, σ. 32. ↑
- Στο ίδιο, σ. 89-90. ↑
- Στο ίδιο, σ. 29. ↑
- Δημήτριος Ι. Πάλλας, Ορθοδοξία και παράδοση. Δοκιμή αυτοβιογραφίας, Πανεπιστημιακές Εκδόσεις Κρήτης, Ηράκλειο 2005, σ. 64, 231, σημ. 4. ↑
- Στο ίδιο, σ. 31-32. ↑
- Σύνταγμα της Ελλάδος, άρθρο 16, ΦΕΚ Α' 1/1.1.1952, σ. 5. ↑
- Γιανναράς, Καταφύγιο ιδεών, σ. 87-88. ↑
- Έκθεσις του Ελληνικού Χριστιανικού Βιβλίου. 20 Δεκεμβρίου 1949 - 8 Ιανουαρίου 1950, Αδελφότης Θεολόγων Η «Ζωή», Αθήναι 1949· Β' Έκθεσις Ελληνικού Χριστιανικού Βιβλίου. Μέγαρον Ζαππείου από 26 Δεκεμβρίου 1954 έως 16 Ιανουαρίου 1955, Αδελφότης Θεολόγων Η «Ζωή», Αθήναι 1954. ↑
- Maczewski, ό.π., σ. 299-300. ↑
- Βλ. σχετικά Κωνσταντίνος Κορναράκης, «Ζωή», Λουκία Δρούλια - Γιούλα Κουτσοπανάγου (επιμ.), Εγκυκλοπαίδεια του ελληνικού τύπου, 1784-1974: Εφημερίδες, περιοδικά, δημοσιογράφοι, εκδότες, τόμ. Β', Εθνικό Ίδρυμα Ερευνών, Αθήνα 2008, σ. 341-343. ↑
- Βλ. σχετικά Κωνσταντίνος Κορναράκης, «Η Ζωή του Παιδιού», Δρούλια - Κουτσοπανάγου (επιμ.), ό.π., σ. 343-345. ↑
- Βλ. σχετικά Χριστίνα Χ. Κολοβού, «Ακτίνες», Δρούλια - Κουτσοπανάγου (επιμ.), ό.π., τόμ. Α', σ. 161-163. ↑
- Βλ. σχετικά Ισμήνη Κ. Λιάρου, «Το περιοδικό “Ο Κόσμος της Ελληνίδος” αγωγός για τη μετάδοση του Ευαγγελικού μηνύματος στη μεταπολεμική κοινωνία», ανέκδοτη διδακτορική διατριβή, Τμήμα Θεολογίας, Θεολογική Σχολή, Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης, Θεσσαλονίκη 2016. ↑
- Βλ. σχετικά Μαρία Αποστολάκη, «Οι σχέσεις επιστήμης, εκπαίδευσης και θρησκείας μέσα από το περιοδικό “Ακτίνες”, 1949-1974», Ζητήματα Διδακτικής των Θρησκευτικών 3 (2021), 42-51. Σε αυτό το πλαίσιο δημοσιεύτηκε η περίφημη Διακήρυξις της Χριστιανικής Ενώσεως Επιστημόνων το 1946. ↑
- Βλ. σχετικά Βασίλειος Χ. Χαραλαμπόπουλος (επιμ.), Ευρετήριο «Ακτινών». Τόμοι 1937-1997, Ακτίνες, Αθήνα 1998. ↑
- Βλ. Γιάννης Άθως (με τη βοήθεια του π. Ηλία Μαστρογιαννοπούλου), Ανίχνευση-αποκρυπτογράφηση ψευδωνύμων των συνεργατών του περιοδικού «Ακτίνες», Αθήνα 2008· Βασίλειος Χαραλαμπόπουλος, «Το περιοδικό “Ακτίνες”», Βιβλιοφιλία 85 (1999), 15-17. ↑
- Ιερά Σύνοδος της Εκκλησίας της Ελλάδος, Πρακτικά της ΙΓ' Συνόδου της Ιεραρχίας της Εκκλησίας της Ελλάδος (1-29 Νοεμβρίου 1958). Λόγοι. Εισηγήσεις. Πορίσματα. Μήνυμα, Εκ του Τυπογραφείου της Αποστολικής Διακονίας της Εκκλησίας της Ελλάδος, Εν Αθήναις 1959, σ. 61-68, 71-72. Πρβλ. Στράγκας, ό.π., τόμ. Ε', Αθήναι 1974, σ. 3239-3250. ↑
- Για το χρονικό της διάσπασης, βλ. αναλυτικά Γιανναράς, Καταφύγιο ιδεών, σ. 199-255. ↑
- Βλ. Κώστας Κατσάπης, Το «πρόβλημα νεολαία». Μοντέρνοι νέοι, παράδοση και αμφισβήτηση στη μεταπολεμική Ελλάδα, 1964-1974, Απρόβλεπτες Εκδόσεις, Αθήνα 2013· Μιχαήλ Γαβριήλ Φύλλας, «Οι θρησκευτικές πεποιθήσεις του Ευάγγελου Παπανούτσου μέσα από τις στήλες των αναγνωστών των πολιτικών εφημερίδων στην περίοδο της εκπαιδευτικής μεταρρύθμισης του 1964», Ελληνική Περιοδική Έκδοση για τη Θρησκευτική Εκπαίδευση 5/1 (2022), 118-136. ↑
- [Αλέξανδρος Τσιριντάνης], Εμπρός εις την κρίσιμον καμπήν: ένα μήνυμα από το περιοδικόν «Συζήτησις», Ένωσις «Ελληνικός Πολιτισμός», Αθήναι 1967. ↑
- Πάλλας, ό.π., σ. 206-219. ↑
- Βλ. Ηλίας Π. Ζιάγκος, «Χρυσόστομος Β' (ο Χατζησταύρου): Αρχιεπίσκοπος Αθηνών και πάσης Ελλάδος (1880-1968)», ανέκδοτη διδακτορική διατριβή, Τμήμα Ποιμαντικής και Κοινωνικής Θεολογίας, Θεολογική Σχολή, Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης, Θεσσαλονίκη 2008, σ. 212. ↑
- Βλ. σχετικά Χαράλαμπος Μ. Ανδρεόπουλος, Η Εκκλησία κατά τη δικτατορία 1967-1974. Ιστορική και νομοκανονική προσέγγιση, Εκδόσεις Επίκεντρο, Θεσσαλονίκη 2017. ↑
- Βλ. Αρχιεπίσκοπος Αθηνών και πάσης Ελλάδος Ιερώνυμος [Κοτσώνης], Σχέδιον αναδιοργανώσεως της Εκκλησίας της Ελλάδος (Υπόμνημα υποβληθέν εις την Ιεράν Σύνοδον), Αθήναι 1967. ↑
- ΝΔ 126/1969, «Περί Καταστατικού Χάρτου της Εκκλησίας της Ελλάδος», ΦΕΚ Α' 27/17.2.1969. ↑
- Γιανναράς, Ορθοδοξία και Δύση, ό.π., σ. 405. Πρβλ. Maczewski, ό.π., σ. 28. Σχετικά με την έννοια της «μεταρρύθμισης» στο νεοελληνικό πλαίσιο, βλ. Anastassios Anastassiadis, La réforme orthodoxe. Église, État et société en Grèce à l’époque de la confessionnalisation post-ottomane (1833-1940), École française d’Athènes, Athènes 2020.↑
- Βλ. αναλυτική καταγραφή στο Ιωάννης Μ. Χατζηφώτης, «Ο ελληνορθόδοξος εκκλησιαστικός Τύπος σήμερα», Εφημέριος 15-16, 17-18 (1983), 212-215, 222-223. ↑
- Βλ. Θεολογία, αλήθεια και ζωή. Πνευματικόν συμπόσιον, Αδελφότης Θεολόγων Η «Ζωή», Αθήναι 1962· Μοναχισμός και σύγχρονος κόσμος. Πνευματικόν συμπόσιον επί τη χιλιετηρίδι του Αγίου Όρους, Αδελφότης Θεολόγων Η «Ζωή», Αθήναι 1963· A Sign of God: Orthodoxy 1964. A Pan-Orthodox Symposium, Brotherhood of Theologians “Zoe,” Athens 1964· Η Λειτουργία μας (τρεις μελέται), Αδελφότης Θεολόγων Η «Ζωή», Αθήναι 1967· Ο ζωντανός λόγος. Πνευματικόν συμπόσιον περί Αγίας Γραφής, Ευαγές Ίδρυμα «Όσιος Ιωάννης ο Ρώσσος», Αθήναι 1970. ↑
- Βλ. Δημήτρης Κ. Μαυροσκούφης, «Χριστιανικά σωματεία και εκπαιδευτική πολιτική (1964-1999): Η εξέγερση του “καλού νοικοκύρη” ως στοιχείο κανονικότητας», Σήφης Μπουζάκης (επιμ.), Επίκαιρα Θέματα Ιστορίας Εκπαίδευσης. Πρακτικά 1ου Επιστημονικού Συνεδρίου Ιστορίας Εκπαίδευσης, Πάτρα 28-30 Σεπτεμβρίου 2000, Εκδόσεις Gutenberg, Αθήνα 2002, σ. 121-141. ↑
- Βλ. Εγκ. ΥΠΕΠΘ, Γ2/3780/3.10.89, Γ2/3921/10.10.89, Γ2/716/27.2.91, Γ2/716/24.6.91, Γ2/2745/1991. ↑
- Βλ. Γιανναράς, Καταφύγιο ιδεών, ό.π., σ. 54-55. ↑
- Ιωάννου, ό.π., σ. 113, 181. ↑
- Η έννοια της «επινοημένης παράδοσης» δεν ταυτίζεται κατ’ ανάγκην με τη λαϊκή κουλτούρα· ωστόσο, στην περίπτωση της ευσεβιστικής κίνησης, οι επινοημένες μορφές και πρακτικές καθίστανται λαϊκές στον βαθμό που ενσωματώνονται στην καθημερινή θρησκευτική εμπειρία, υιοθετούνται και αναπαράγονται από τους ίδιους τους φορείς τους, και παύουν να βιώνονται ως εξωτερική επιβολή. Υπ’ αυτή την έννοια, η «λαϊκοποίηση» δεν αναιρεί την επινόηση, αλλά αποτελεί συνθήκη της επιτυχίας της. Bλ. αναλυτικά Eric Hobsbawm - Terence Ranger (επιμ.), Η επινόηση της παράδοσης, μτφρ. Θανάσης Αθανασίου, Εκδόσεις Θεμέλιο, Αθήνα 2004· John Storey, Πολιτισμική θεωρία και λαϊκή κουλτούρα. Εισαγωγή, μτφρ. Βασίλης Ντζούνης, Εκδόσεις Πλέθρον, Αθήνα 2015. ↑
- Η εν λόγω διαδικασία δεν αποτελεί ελληνική πρωτοτυπία, αλλά εντοπίζεται πρωτίστως σε αμερικανικά περιβάλλοντα· βλ. σχετικά Gari-Anne Patzwald, “The Select Few: The Megiddo Message and the Building of a Community”, Charles L. Cohen - Paul S. Boyer (επιμ.), Religion and the Culture of Print in Modern America, The University of Wisconsin Press, Madison, WI, 2008, σ. 131-155. ↑
- Όπως σημειώνει η Έφη Γαζή, ό.π., σ. 264, υποσημ. 4: «Μέχρι σήμερα, η αδυναμία πρόσβασης στο Αρχείο της Αδελφότητος Θεολόγων “Η Ζωή” έχει αποτέλεσμα την αποκλειστική εξάρτηση των μελετών για την Αδελφότητα από δευτερογενείς πηγές, μαρτυρίες και δημοσιευμένα έργα». ↑
- Βλ. αναλυτικά στοιχεία στο Maczewski, ό.π., σ. 158-164. ↑
- Σάββας Αγουρίδης, Η θρησκεία των σημερινών Ελλήνων (Χριστιανισμός και κοινωνία), Άρτος Ζωής, Αθήνα 1983, σ. 23. Για τη «Ζωή» ως εκκλησιαστικό «αντι-ΕΑΜ», βλ. Δημήτρης Αρκάδας, «Κατασκευάζοντας εθνικόφρονες: τα εκκλησιαστικά κατηχητικά σχολεία ως πεδίο θρησκευτικού αντικομμουνισμού», Θέσεις, 138 (2017), 69-91. ↑
