Μνημεία που παραπέμπουν στον ελληνικό εμφύλιο (1946-1949) σε ιδιωτικούς χώρους και κοιμητήρια της Κεφαλονιάς

Διονύσης Γαρμπής

Στην Κεφαλονιά έχουν καταγραφεί 57 μνημεία που αναφέρονται σε γεγονότα της δεκαετίας του 1940. Ορισμένα από αυτά είναι τοποθετημένα σε αυλές σπιτιών ή κοιμητήρια και παραπέμπουν στον ελληνικό εμφύλιο και σε πρόσωπα που συμμετείχαν σε αυτόν.[1] Για τις ανάγκες αυτής της εργασίας αξιοποιήθηκε εκτεταμένη έρευνα στο πεδίο, καθώς και προφορικές μαρτυρίες, προκειμένου να συνταχθεί ένας κατάλογος με μνημεία της κατηγορίας αυτής και να καταγραφούν πληροφορίες για τα πρόσωπα και τα γεγονότα που μνημονεύουν. Επιπλέον, να διερευνηθούν κατά το δυνατόν: η ανάγκη που ωθεί στη δημιουργία αυτών των μνημείων, η χρονική συγκυρία και οι πολιτικές συνθήκες κατά το χρόνο ανέγερσής τους, οι συζητήσεις και οι αντιδράσεις που ενδεχομένως προκάλεσαν στην τοπική κοινωνία, η επιρροή της μνήμης στις πολιτικές ταυτότητες των οικογενειών, η σχέση της οικογενειακής μνήμης με τη συλλογική, η αντίληψη των ανθρώπων για τη συνέχεια του ΕΛΑΣ στον ΔΣΕ και ο βαθμός βεβαιότητάς τους για την ηθική αξία που είχε η συμμετοχή σε αυτές τις οργανώσεις. Αναζητήθηκαν μνημεία τόσο αριστερής όσο και δεξιάς πολιτικής ταυτότητας, το σύνολο όμως αυτών, πλην ενός, ανήκουν στην πρώτη κατηγορία.

Ο όρος «μνημείο» χρησιμοποιείται με τη σημασία του αντικειμένου «το οποίο ανακαλεί στη μνήμη πρόσωπο ή πράγμα, αντικείμενο για ενθύμηση, για ανάμνηση».[2] Για τις ανάγκες αυτής της εργασίας, χρησιμοποιείται συμπεριληπτικά, για να δηλώσει τόσο τα έργα επώνυμων γλυπτών όσο και στήλες ή πλάκες με επιγραφές άγνωστων δημιουργών ή τεχνητών, που φέρουν ανάγλυφες εικόνες ή κείμενα. Με αυτό το εννοιολογικό εύρος συναντάται ο όρος και στη βιβλιογραφία: Η Όλγα Ζιρώ αναφέρει ότι «κάποιοι ερευνητές θεωρούν τις επιγραφές ως συγκεκριμένο είδος κειμένου, ταυτόχρονα και ως συγκεκριμένο είδος μνημείου».[3] Ο Νικόλαος Πετρόχειλος αναφέρει τα επιγραφικά ως υποσύνολο των αρχαιολογικών μνημείων της Άνδρου.[4] Και η Μαριλένα Μετζίνη επισημαίνει τις περιπτώσεις του «απλού μνημείου» πάνω στο οποίο «συνωστίζονται τα ονόματα των νεκρών» στους λιγότερο αριστοκρατικούς οικογενειακούς τάφους κάποιων αμερικανικών κοιμητηρίων.[5] Ορισμένα από τα μνημεία της Κεφαλονιάς, με τα οποία ασχολείται αυτή η εργασία, έχουν ήδη μελετηθεί, κυρίως ως καλλιτεχνήματα που ενδιαφέρουν από πλευράς ιστορίας της τέχνης και συμβολής στην αυτογνωσία της κοινωνίας.[6] Ωστόσο, η ανά χείρας εργασία αποτελεί την πρώτη ειδική μελέτη για τα μνημεία του Εμφυλίου στην Κεφαλονιά.

Τα μνημεία

Ο μαρμάρινος ανδριάντας του ταγματάρχη του Εθνικού Στρατού Νικηφόρου Κωνσταντάτου (εικ. 1), που έχει εκτοπισθεί στο πλάτωμα μπροστά από το Δημοτικό Νεκροταφείο της Σάμης, είναι το μοναδικό ιδιωτικό μνημείο δεξιάς ταυτότητας με αναφορά στον Εμφύλιο που εντοπίζεται στην Κεφαλονιά. Έργο του γλύπτη Βασίλη Μουστάκα, κατασκευάστηκε το έτος 1959 και προσφέρθηκε ως δωρεά από τη μητέρα του τιμωμένου προσώπου στην τότε Κοινότητα Σάμης. Μαζί με το μνημείο παραχωρήθηκε και το αντίστοιχο κομμάτι οικοπέδου, μέσα στο οποίο είχε τοποθετηθεί, καθώς αναφέρει ο αντιδήμαρχος Πολιτισμού του δήμου, Αντώνης Καλλιβωκάς. Στη βάση του φέρει την επιγραφή «Νικηφόρος Γ. Κωνσταντάτος / χαίρε ελευθερία / Γράμμος - Βίτσι / 2-8-49». Το μνημείο βεβηλώθηκε πολλές φορές με μπογιά, έμεινε κάποιο διάστημα σκεπασμένο με ύφασμα, για να αποσυρθεί τελικά στον χώρο του κοιμητηρίου της πόλης. Η τοπική κοινωνία το θεωρούσε διχαστικό και ζητούσε επίμονα την απομάκρυνσή του. Ο Αντώνης Καλλιβωκάς θυμάται ότι η μετακίνηση του μνημείου στο νεκροταφείο έγινε λίγο μετά το 1981.[7]

A statue on white marble on a plateau outside a cemetery. A standing officer with his arms crossed on his chest.

Εικ. 1. Ανδριάντας Νικηφόρου Κωνσταντάτου, Σάμη.

Στη γωνία της αυλής του σπιτιού του Φώτη Γρηγοράτου, στα Ζερβάτα, συναντάμε το μνημείο που τοποθέτησε ο Φώτης Γρηγοράτος για να τιμήσει τα αδέλφια του, Δημήτρη και Σπύρο (εικ. 2). Είναι έργο του αυτοδίδακτου γλύπτη Παναγιώτη Λαύκα, που σκάλισε τα πορτρέτα των αγωνιστών και πολυπρόσωπες σκηνές από τις μάχες στις οποίες συμμετείχαν. Οι επιγραφές που φέρει το μνημείο παραπέμπουν στην Εθνική Αντίσταση και στον Δημοκρατικό Στρατό («Εθνική Αντίσταση ΕΑΜ-ΕΛΑΣ-ΕΠΟΝ / 1941-1945 / Δημοκρατικός Στρατός Ελλάδος 1946-1949»), ενώ σε ένθετα από μάρμαρο σημειώνονται πληροφορίες για τα τιμώμενα πρόσωπα. Ο Δημήτρης Γρηγοράτος, «1919-1949, μαχητής του ΕΛΑΣ και του Δημ. Στρατού, έπεσε στη Σέλα, στις 28-9-1949», σύμφωνα με την αφιερωμένη σ’ αυτόν επιγραφή. Το μνημείο κατασκευάστηκε το 1998.[8]

In a mountain village:Reliefs with images of battle carved into a rock in the courtyard of a house.

Εικ. 2. Μνημείο Δημήτρη και Σπύρου Γρηγοράτου, Ζερβάτα.

Στην άκρη μιας άλλης αυλής στα Ζερβάτα, σε μια τσιμεντένια βάση, έχει τοποθετηθεί ένα ανάγλυφο, με όψη προς τον κεντρικό δρόμο, που απεικονίζει τη μορφή ένστολου άνδρα χωρίς πηλήκιο (εικ. 3). Το μνημείο φέρει επιγραφή: «Γεννήθηκα / ελεύθερος / 17-11-1913 / έζησα / ελεύθερος / 1940-1949 / και θέλω να πεθάνω ελεύθερος / 30-08-2010 / Ανδρογιάννης Ζαφειράτος / (Κρούσος) / καπετάν Θεός / του ΕΛΑΣ».[9] Για τον Ανδρογιάννη Ζαφειράτο μιλά η Αγγελική Παπαδάτου, που τον ήξερε από παιδί, αλλά και η κόρη της, Κερασιά Παπαδάτου, που επίσης τον θυμάται.[10] Γνωστός ως «ο Γιάννης ο Θεός», όφειλε το προσωνύμιό του στο γεγονός ότι ήταν εξαιρετικά μεγαλόσωμος. Πρόκειται, πιθανότατα, για τον ομαδάρχη του ΕΛΑΣ στο χωριό Ζερβάτα, που ο ιστορικός Σπύρος Λουκάτος αναφέρει, εσφαλμένα, ως «Γιάννη Θέο».[11]

Mountain village. A marble relief with an ELAS fighter, at the edge of a courtyard.

Εικ. 3. Μνημείο Ανδρογιάννη Ζαφειράτου, Ζερβάτα.

Ο Γεράσιμος Γρηγοράτος ή Αστραπόγιαννος υπήρξε καπετάνιος του ΕΛΑΣ και κατόπιν του τμήματος του Δημοκρατικού Στρατού της Κεφαλονιάς. Ο ίδιος και η αδελφή του Διονυσία έπεσαν σε μια από τις τελευταίες μάχες του Εμφυλίου στο νησί.[12] Το 1986 έγινε, με πρωτοβουλία του αδελφού τους Σπύρου και συμμετοχή των οργανώσεων του ΚΚΕ, μετακομιδή των οστών τους στο κοιμητήριο των Ζερβάτων, όπου και ανεγέρθηκε μνημείο με την προτομή του Αστραπόγιαννου και ανάγλυφη τη μορφή της Διονυσίας, έργο του γλύπτη Μεμά Καλογηράτου.[13] Για το μνημείο αυτό μιλά σε συνέντευξή της η Αναστασία Γρηγοράτου, κόρη του αδελφού του Αστραπόγιαννου, Σπύρου.[14] Η ίδια έχει στα χέρια της ένα τετράδιο, με απομνημονεύματα του πατέρα της, σχετικά με την ιταλογερμανική κατοχή, την καταστροφή του χωριού Μουζακάτα (23 Απριλίου 1944) από τους Γερμανούς, και με γεγονότα του Εμφυλίου.[15] Το μνημείο, που στην αρχή ήταν μεταλλικό, κλάπηκε από αγνώστους, κατασκευάστηκε ξανά από τον γλύπτη, ο οποίος και το δώρισε στο Αρχείο του ΚΚΕ, ενώ στη θέση εκείνου που είχε χαθεί, στο κοιμητήριο των Ζερβάτων, τοποθέτησε αντίγραφο από σκουρόχρωμο τσιμέντο (εικ. 4). Τα αποκαλυπτήρια του νέου μνημείου έγιναν στις 20 Αυγούστου 2022, σε εκδήλωση μνήμης της Τομεακής Επιτροπής Κεφαλονιάς και Ιθάκης του ΚΚΕ.[16]

Concrete bust of an ELAS fighter in a cemetery. On the front side of the base, a relief with a female figure (Astrapogianos-Dionysia).

Εικ. 4. Μνημείο Γεράσιμου και Διονυσίας Γρηγοράτου. Ζερβάτα, κοιμητήριο.

Το μνημείο των πέντε δολοφονηθέντων από το Διγαλέτο (εικ. 5), που βρίσκεται στο χωριό αυτό, στο κοιμητήριο του Αγίου Νικολάου, αποτελείται από στήλη που καταλήγει σε σταυρό και στην πρόσθια όψη της φέρει ανάγλυφο περιστέρι που κομίζει κλαδί ελιάς, καθώς και επιγραφή.[17] Το μνημείο συμπεριλαμβάνεται σε αυτήν την εργασία, καθώς αναφέρεται σε συγκρουσιακά γεγονότα του 1944 που εντάσσονται στον «αγώνα για επικράτηση», μπροστά στην αναμενόμενη αποχώρηση του κατακτητή.[18] Σύμφωνα με την προφορική μαρτυρία του Χαράλαμπου (Μπάμπη) Ρηγάτου, αδελφού του ενός από τους πέντε δολοφονηθέντες, ντόπιοι ένοπλοι εθνικιστές από την περιοχή του Ελιού συγκέντρωσαν τους χωρικούς στην εκκλησία του Διγαλέτου, τάχα για να τους μιλήσουν. Συνέλαβαν, όμως, και πήραν μαζί τους πέντε από αυτούς, τους οποίους και εκτέλεσαν στην περιοχή του Ελιού. Ο ίδιος ο Μπάμπης Ρηγάτος, σύμφωνα με την αφήγησή του, ήταν ο βασικός συντελεστής για τον επαναπατρισμό των οστών από την περιοχή του Ελιού, όπου και αρχικά είχαν ενταφιαστεί οι πέντε συγχωριανοί. Επίσης, για τον ενταφιασμό τους στον κοινό τάφο στο Διγαλέτο και την κατασκευή του μνημείου.[19]

Marble stele in a cemetery. It bears a text, an engraved cross and an embossed dove carrying an olive branch

Εικ. 5. Μνημείο των πέντε δολοφονηθέντων. Διγαλέτο.

Ο τάφος της Βαρβάρας Μερκούρη Νικολοβιέννη (1933-2019) φέρει μαρμάρινη πλάκα, πάνω στην οποία έχει προστεθεί πορσελάνινη επιγραφή εν είδει ανοικτού βιβλίου, στη μια σελίδα του οποίου υπάρχει τιμητική αναφορά στους τρεις καταγόμενους από τα Μουζακάτα αγωνιστές του ΔΣΕ, που έπεσαν στις εκκαθαρίσεις του 1949, Φειδία, Αντζουλέτα και Αριστείδη Μερκούρη.[20] Στη δεύτερη σελίδα φέρει μια προσαρμοσμένη στην οικογενειακή περίπτωση παράφραση του ποιήματος του Αριστοτέλη Βαλαωρίτη «Επί τω θανάτω της θυγατρός μου Ναθαλίας» (εικ. 6).[21] Μια παρόμοια σύνθεση, με τις τρεις φωτογραφίες και το ποίημα, είναι τοποθετημένη στα Μουζακάτα, στον άμεσο περίγυρο του μνημείου που έχει ανεγερθεί εκεί –επίσης με ιδιωτική πρωτοβουλία– σε ανάμνηση της καταστροφής του χωριού από τους Γερμανούς, στις 23 Απριλίου 1944 (εικ. 7).

Εικ. 6. Τάφος Βαρβάρας Μερκούρη-Νικολοβιέννη, Ζερβάτα.

Εικ. 7. Μνημείο Φειδία, Αριστείδη και Αντζουλέτας Μερκούρη, Μουζακάτα.

Ο τάφος της οικογενείας Γεωργίου Μιχαλάτου φέρει μαρμάρινη πλάκα, στην οποία, κάτω από το όνομα «Παναγάγγελος Μιχαλάτος ετών 40», έχει συγκολληθεί πρόσθετη επιγραφή που συμπληρώνει: «(Εφονεύθη 15-8-1949 / από το Στρατό / γιατή [sic] ήταν στον ΕΛΑΣ)» (εικ. 8). Για τον Γιώργο Μιχαλάτο δεν υπάρχουν πληροφορίες από άλλες πηγές.

Εικ. 8. Τάφος Γεωργίου Μιχαλάτου. Ζερβάτα, κοιμητήριο.

Όπως προκύπτει από συνέντευξη που έδωσε η Μαρία Νικολοβιέννη, ο θείος της, Ανδρογιάννης Μερκούρης, μαζί με τους Κωνσταντή Χριστοφοράτο ή Γιατσαμά και τον Γεράσιμο Ματιάτο ή Ρήγα, είναι θαμμένοι στο Δημοτικό Κοιμητήριο Αργοστολίου, στον οικογενειακό τάφο της οικογένειας Γεράσιμου Χριστοφοράτου (1893-1964) (εικ. 9).[22] Οι τρεις μαχητές του ΔΣΕ θάφτηκαν εκεί μετά τον θάνατό τους, στις 11 Οκτωβρίου 1949, κατά τις εκκαθαρίσεις του Εθνικού Στρατού. Όπως αναφέρει ο ιστορικός Λουκάτος, επέλεξαν την αυτοκτονία για να αποφύγουν τη σύλληψη.[23]

Εικ. 9. Οικογενειακός τάφος Γεράσιμου Χριστοφοράτου. Αργοστόλι, Δημοτικό Κοιμητήριο.

Παρομοίως, δεν υπάρχουν πληροφορίες για τον Ευάγγελο Χριστοφοράτο, του οποίου ο τάφος βρίσκεται στο Δημοτικό Κοιμητήριο Αργοστολίου (εικ. 10), δίπλα ακριβώς από το μνημείο που έχει ανεγερθεί από την ΠΕΑΕΑ-ΔΣΕ για τους 103 «εκτελεσθέντες αντιστασιακούς» στις Φυλακές Κεφαλονιάς την περίοδο 1948-1949.[24] Το όνομα υπάρχει χαραγμένο και σε αυτό το συλλογικό μνημείο, έτσι είναι βέβαιο ότι πρόκειται για το ίδιο πρόσωπο. Αυτοί οι κρατούμενοι είχαν καταδικαστεί σε θάνατο για εγκλήματα που διαπράχθηκαν κατά την περίοδο του εμφυλίου πολέμου. Η επιγραφή αναφέρει: «Τάφος Ευ. Χριστοφοράτου / εκτελεσθείς 19-9-49 / ετών 43 // Αγγελική Χριστοφοράτου / 1912-1991».

Εικόνα που περιέχει τάφος, εξωτερικός χώρος/ύπαιθρος, κοιμητήριο, φυτό Το περιεχόμενο που δημιουργείται από τεχνολογία AI ενδέχεται να είναι εσφαλμένο.

Εικ. 10. Μνημείο Ευάγγελου Χριστοφοράτου. Αργοστόλι, Δημοτικό Κοιμητήριο.

Το μνημείο του Γεράσιμου Βρεττού, στο κοιμητήριο του Αγίου Μηνά στα Δρακοπουλάτα Πυλάρου (εικ. 11), ανεγέρθηκε από τον γιο του, Γιάννη, ο οποίος παραχώρησε συνέντευξη για τον πατέρα του. Ο Γεράσιμος Βρεττός συμμετείχε στην Εθνική Αντίσταση στο νησί και κατά τη διάρκεια του εμφυλίου πολέμου υπηρέτησε «με εντολή» στον ΔΣΕ στη Θεσσαλία, όπου πήρε μέρος στη μάχη του Σμόλικα. Η επιγραφή στο μνημείο αναφέρει: «Γεράσιμος Βρεττός / 1920-2006 / Αγωνιστής Εθνικής / Αντίστασης / και ΔΣΕ 1941-1949».[25]

Detail of a tomb with an upright marble slab bearing a metal cross, a photograph of a middle-aged man and a text.

Εικ. 11. Τάφος Γεράσιμου Βρεττού, Δρακοπουλάτα.

Για τον Φώτη Δευτεραίο μιλά σε συνεύντευξη που παραχώρησε ο ανιψιός του Γεράσιμος Δευτεραίος. Το μνημείο στο κοιμητήριο Χαλιωτάτων διακοσμείται από ένα μαρμάρινο ομοίωμα βιβλίου, που φέρει εικόνα σφυροδρέπανου και τον τίτλο «Vladimir Lenin Άπαντα», ενώ στην κύρια στήλη του αντί σταυρού φέρει εικόνα τριών γαρύφαλλων, δεμένων με κορδέλα, στην οποία είναι σχεδιασμένο επίσης ένα σφυροδρέπανο (εικ. 12). Ο Φώτης Δευτεραίος, που προμήθευε τους αντάρτες με τρόφιμα, κυρίως ψωμί, βασανίστηκε και πήγε εξορία στη Μακρόνησο, ήταν μέχρι το τέλος ενεργό μέλος στο Κομμουνιστικό Κόμμα, δεν υπόγραψε ποτέ δήλωση μετανοίας και δεν έκανε ενέργειες για την αναπροσαρμογή της σύνταξής του, όταν του την έκοψαν.[26] Η επιγραφή στο μνημείο αναφέρει: «Σπυριδούλα (Λούλα) Σπ. Δευτεραίου / 15-5-1926 31-3-1961 / Φώτιος Σπ. Δευτεραίος / 6-8-1928 18-1-2019».

A tomb with a standing slab without a cross, bearing names and a bundle of three carnations. Next to it, exist a marble book model with an image of a hammer and sickle.

Εικ. 12. Μνημείο στον τάφο Φωτίου Δευτεραίου, Χαλιωτάτα.

Σε μια βραχώδη περιοχή της Φάλαρης, στη θέση Κουκουλάρια, κοντά στο χωριό Μακρυώτικα, πραγματοποιήθηκε στις 22 Σεπτεμβρίου 1949 μία από τις τελευταίες επιχειρήσεις του Εμφυλίου στην Κεφαλονιά: Δυνάμεις του Εθνικού Στρατού, κληρωτοί και εθνοφύλακες, μαζί με ντόπιους εθνικιστές, σύμφωνα με προφορικές μαρτυρίες, εντόπισαν και εξόντωσαν τους μαχητές του ΔΣΕ Ηλία Κουγιανό και Ματθαίο Κουλουμπή.[27] Στο σημείο που έπεσαν οι δύο μαχητές, πάνω από το βαθούλωμα του βράχου όπου κρύβονταν, έχει τοποθετηθεί από την τοπική οργάνωση του ΚΚΕ αναθηματική πλάκα με την επιγραφή: «ΚΟΒ Πυλάρου ΚΚΕ / Ηλίας Κουγιανός ετών 35 / Ματθαίος Κουλουμπής / ετών 50 / μαχητές του ΕΛΑΣ-ΔΣΕ / έπεσαν μαχόμενοι στις 22-9-49» (εικ. 13).

Εικ. 13. Αναθηματική πλάκα Ματθαίου Κουλουμπή και Ηλία Κουγιανού στη Φάλαρη.

Για το μνημείο του Γεράσιμου Κάγκα, στο Επανωχώρι Ομαλών (εικ. 14), δεν εντοπίσθηκαν στοιχεία σε προφορικές ή γραπτές πηγές. Ο Γεράσιμος και οι δύο αδελφοί του, Χαράλαμπος και Δημήτρης, οι οποίοι πιθανότατα εγκατέστησαν το μνημείο μετά το 1993, δεν παντρεύτηκαν και δεν απέκτησαν παιδιά. Ενδιαφέρον είναι το κείμενο που αναγράφεται στο μνημείο του Γεράσιμου Κάγκα, «με εντολή του», καθώς σημειώνεται εκεί:

«Γεράσιμος Κάγκας / 1918-1993 / Μάιος 1949 Στο Μελίσι μοναχός / και έκανα τη μάχη με / χωροφυλάκους γιατί ήμουν / σύντροφος τραυματισμένος / Ο καπετάνιος Σγούρος μού / εφώναξε Κάγκα σκότωσέ με / Γιατί δεν φώναξες κανένα / από τους άλλους 23 / Ο παρατημένος / Δηλητήριο η αλήθεια / εντολή του // Δημήτριος Κάγκας 1929-2003 / Χαράλαμπος Κάγκας / 1921-2003».

Το κείμενο αυτό παραπέμπει στη γνωστή από τη βιβλιογραφία εξόντωση του ηγέτη του τμήματος Κεφαλονιάς του Δημοκρατικού Στρατού Φώτη Σγούρου, στις 5 Σεπτεμβρίου 1949, στον Αίνο. Ο αγωνιστής τραυματίστηκε θανάσιμα και, αιμόφυρτος, καθώς αναφέρει ο Σπύρος Λουκάτος, «από τη μια παρακαλούσε τους συντρόφους του να τον αποτελειώσουν, χωρίς κανένας να τολμήσει να εκτελέσει την παράκλησή του, και από την άλλη τους διέταζε να υποχωρήσουν».[28]

Εικόνα που περιέχει εξωτερικός χώρος/ύπαιθρος, κοιμητήριο, τάφος, κτίριο Το περιεχόμενο που δημιουργείται από τεχνολογία AI ενδέχεται να είναι εσφαλμένο.

Εικ. 14. Μνημείο στον τάφο του Γεράσιμου Κάγκα. Επανοχώρι, Ομαλά.

Αναθηματική πλάκα τοποθετήθηκε από το ΚΚΕ σε ιδιωτικό χώρο δίπλα στο εξωκλήσι του Αγίου Ελευθερίου στον Αίνο, αφιερωμένη στην πρώτη μάχη που έδωσε ο ΔΣΕ στην Κεφαλονιά, στο σημείο εκείνο (εικ. 15).[29]

Εικ. 15. Μνημείο ΔΣΕ στον Άγιο Ελευθέριο στον Αίνο (περιοχή Ομαλών).

Για τα μνημεία των πεσόντων στην Πλατειά Άμμο (εικ. 16), στις 14 Σεπτεμβρίου 1946,[30] και των πεσόντων στη θέση Καστέλι της περιοχής Θηνιάς (εικ. 17), στις 18 Ιουλίου 1947,[31] έγινε λόγος στον ιστορικό περίπατο που διοργάνωσε η τοπική οργάνωση του ΚΚΕ, στις 27 Οκτωβρίου 2024, με αφηγητή τον Βαγγέλη Φαρακλό.[32] Τα δύο μνημεία, που βρίσκονται στο Δημοτικό Νεκροταφείο Ληξουρίου, σηματοδοτούσαν ομαδικούς τάφους και έχουν στηθεί από τις οικογένειες των πεσόντων. Η πλάκα στο ένα μνημείο έφερε ως σύμβολο ένα σφυροδρέπανο. Οι δύο πλάκες είχαν υποστεί σοβαρές ζημιές από τους σεισμούς του 2014, και αντικαταστάθηκαν με καινούριες το καλοκαίρι του 2025, με πρωτοβουλία της τοπικής οργάνωσης του ΚΚΕ.[33]

A grave with a broken plaque and names. A piece of the plaque is missing.

Εικ. 16. Μνημείο για τους πεσόντες στην Πλατειά Άμμο. Ληξούρι, Δημοτικό Κοιμητήριο.

Tomb with a marble slab bearing a hammer and sickle. In the background, the sea.

Εικ. 17. Μνημείο για τους πεσόντες στη Θηνιά. Ληξούρι, Δημοτικό Κοιμητήριο.

Τέλος, το μνημείο στον τάφο του Βαγγέλη Νεοχωρίτη, στο κοιμητήριο των Μαντζαβινάτων, αφιερωμένο στον ίδιο και στους αδελφούς του, Παναγή και Ηλία, κατασκευάστηκε μετά τον θάνατό του (εικ. 18). Σύμφωνα με συνέντευξή του, ο ίδιος ήταν δραστήριο μέλος του ΚΚΕ, υπήρξε αξιωματούχος της Πολιτοφυλακής, στα χρόνια της κυριαρχίας του ΕΑΜ, έμεινε στη φυλακή από το 1946 έως το 1964 και ακόμη άλλα τρία χρόνια κατά τη διάρκεια της δικτατορίας των συνταγματαρχών. Οι δύο αδελφοί του εκτελέστηκαν το έτος 1946 στην Κόρινθο, ως θανατοποινίτες, και ενταφιάστηκαν εκεί, σε τάφους που δεν κατάφερε να εντοπίσει, όταν τους αναζήτησε.[34] Το μνημείο φέρει χαμηλή στήλη, που καταλήγει σε μαρμάρινο σφυροδρέπανο.[35] Η ανέγερσή του έγινε με πρωτοβουλία της Κομματικής Οργάνωσης Ληξουρίου του ΚΚΕ.

Grave in a cemetery. Α marble hammer and sickle as the central symbol at the top of a low stele.

Εικ. 18. Μνημείο στον τάφο του Βαγγέλη Νεοχωρίτη, Μαντζαβινάτα.

Η χρονική συγκυρία κατασκευής αυτών των μνημείων είναι η ίδια με εκείνη της ανέγερσης μνημείων στον δημόσιο χώρο που παραπέμπουν ρητά στις ΕΑΜικές αντιστασιακές οργανώσεις και στον Εμφύλιο.[36] Τέτοια μνημεία σε δημόσιους χώρους είναι η προτομή του Αστραπόγιαννου στην πλατεία Εθνικής Αντίστασης των Ζερβάτων, τα μνημεία πεσόντων Ελληνοϊταλικού Πολέμου, Εθνικής Αντίστασης και Εμφυλίου στην Αγία Θέκλη και στα Δαμουλιανάτα, η αναθηματική πλάκα στην πλατεία των Δαυγάτων, που φέρει ονόματα εκτελεσθέντων του ΔΣΕ, και η στήλη Εθνικής Αντίστασης των Βαλσαμάτων, επίσης με ονόματα πεσόντων του ΔΣΕ.[37] Η συγκυρία κατασκευής καθορίζεται, αφενός, από τη διαδικασία σταδιακού εκδημοκρατισμού του ελληνικού κράτους και, αφετέρου, από την ανάγκη υποστήριξης και αποσαφήνισης της αριστερής ταυτότητας, με αιχμή τη διαιρετική μνήμη του Εμφυλίου.[38] Παράλληλα, όμως, αποδίδουν την οφειλόμενη τιμή σε συντρόφους και συναγωνιστές, προβάλλοντας τον αγώνα τους ως «δίκαιο, ηρωικό και μεγαλειώδη»,[39] και προτείνοντας παιδαγωγικά στη νέα γενιά τις αξίες του. Για τη χρονική συγκυρία της εμφάνισης αυτών των μνημείων, η Μαρία Νικολοβιέννη εκτιμά ότι οι άνθρωποι «για πάρα πολλά χρόνια δεν τολμούσαν να πουν τι είχε συμβεί» και ότι «ξεκίνησαν μετά τη δεκαετία του ’80 να μιλάνε γι’ αυτά που είχαν συμβεί με τους Γερμανούς και με τον Εμφύλιο».[40] Και ο Μπάμπης Ρηγάτος αναφέρει ότι, τότε που φτιάχτηκε το μνημείο για τους 5 στο Διγαλέτο, η τοπική οργάνωση του ΚΚΕ είχε σταθεί στα πόδια της: «Τότε, είχαμε γίνει κι εμείς γεροί [...] από το ’74 και μετά, που έπεσε η χούντα. Καλά, με τη χούντα, ούτε μιλάγαμε, ούτε κάναμε. Κυνηγιόμασταν!»[41]

Η ανάγκη για την κατασκευή αυτών των μνημείων αναλύεται ποικιλότροπα στις προφορικές συνεντεύξεις. Ο Μπάμπης Ρηγάτος, μιλώντας για το πώς επηρεάζουν τα μνημεία αυτά την πολιτική σκέψη, σημειώνει ότι ο σκοπός τους είναι να κάνουν φανερό το «γιατί πέσανε αυτοί, και πώς πέσανε, πώς θυσιαστήκανε αυτοί. Είναι και αυτό ένας λόγος που σε παροτρύνει. Είναι η ιστορία μας αυτή».[42] Η Αγγελική Παπαδάτου, μιλώντας για το μνημείο του Ανδρογιάννη Ζαφειράτου, εκτιμά ότι «ίσως και τα παιδιά [του] να το έχουνε παράπονο». Ότι ίσως «το κάνανε επειδή δεν τον είχανε αναφέρει πουθενά».[43] Και ο Γιάννης Βρεττός, σε σχέση με την ανέγερση του μνημείου του πατέρα του, μίλησε για δίλημμα: «Κοίτα, είσαι σε ένα δίλημμα [...] Πρέπει όμως να υπάρχει και μπορεί να μην είναι ατομικό, μπορεί να είναι συλλογικό το μνημείο, αλλά πρέπει να υπάρχει. Κάτι [να υπάρχει]!». Και «αν δεν μπορεί να γίνει συλλογικά, γίνεται ατομικά».[44] Συμπληρώνει ότι «και ένας άνθρωπος του μόχθου να είναι, πρέπει κάτι να υπάρχει. Πρέπει να τιμώνται όλοι, και αυτήν την έννοια έχει το μνημείο που κάνεις όταν πεθαίνει κάποιος» και δέχεται την άποψη ότι η κατασκευή ενός ιδιωτικού μνημείου μπορεί να διορθώνει μια παράλειψη δημόσιας αναγνώρισης ενός ανθρώπου που έχει προσφέρει στον κοινό αγώνα.

Για τις συζητήσεις και τις αντιδράσεις που μπορεί να δημιούργησαν στις τοπικές κοινωνίες τα μνημεία, που έχουν αναφορές στον Εμφύλιο, κανένας από τους πληροφορητές δεν είχε να αναφέρει κάτι, πλην της περίπτωσης του ανδριάντα του ταγματάρχη Νικηφόρου Κωνσταντάτου. Ενδιαφέρον έχει η απάντηση του Μπάμπη Ρηγάτου, που πάντα υπήρξε οργανωμένος κομμουνιστής, σε ερώτηση σχετικά με την απόσυρση αυτού του ανδριάντα δεξιάς ταυτότητας: «Ας το αφήνανε. Δεν ήτανε και το πρόβλημα! [...] Αλλά τότε ήτανε και στη Σάμη [...] δεν το δέχτηκε ο κόσμος».[45] Σε ερώτηση πώς η κοινωνία του μικρού χωριού δέχτηκε την ανέγερση ενός μνημείου στο Διγαλέτο για τους πέντε δολοφονηθέντες, που αναφέρεται σε ντόπιους «συνεργάτες των χιτλερικών», ο Μπάμπης Ρηγάτος λέει ότι «το δεχτήκανε όλοι το μνημείο. Δεν το αμφισβητήσανε», και συμπληρώνει ότι «ένας γιος του Χ., που ήτανε πρωτεργάτης σ’ αυτήν τη δολοφονία, ήτανε και στο μνημείο και στο μνημόσυνο, που κάναμε κάθε χρόνο. Στην Αθήνα ήτανε, αλλά ερχότουν εδώ».[46] Στο ερώτημα δε, εάν στην κοινωνία συζητιούνται και άλλες, διαφορετικές, απόψεις για τα γεγονότα εκείνης της εποχής, η Αναστασία Γρηγοράτου απάντησε καταφατικά: «Οι οικογένειες τα διηγούνται διαφορετικά, γιατί κι εγώ έχω ακούσει διαφορετικές διηγήσεις. Μπορεί να είναι αλήθεια, γιατί τα νομίσματα έχουν δύο όψεις». Συμπλήρωσε, όμως, ότι ο θείος της ο Αστραπόγιαννος «βοήθαγε και τους αντίθετους, δηλαδή έσωζε κόσμο».[47]

Διερευνώντας το κατά πόσον τα μνημεία αυτά εμπνέουν τους νέους στο στενότερο οικογενειακό πλαίσιο και το κατά πόσον επηρεάζουν την πολιτική τους ταυτότητα, οι απαντήσεις δεν είναι απόλυτα θετικές. Ο Γιάννης Βρεττός μιλά με βεβαιότητα για τον εαυτό του και τη μητέρα του, ενώ γενικότερα εκτιμά ότι «υπάρχουν περιπτώσεις που εμπνέει πολιτική στάση και πολιτική τοποθέτηση», αλλά αυτό «μπορεί και να αλλάζει. Εξαρτάται από τις δυσκολίες της ζωής». Θεωρεί ότι οι νέοι ενδιαφέρονται και συμμετέχουν, «αλλά το προσεγγίζουνε διαφορετικά», και ότι «γενικά, υπάρχει ένα ζήτημα σε σχέση με την αυτοθυσία. Δεν βλέπεις αυτό που υπήρχε, δηλαδή ότι “εγώ πάω να πεθάνω!”», και επισημαίνει την αλλαγή των προτεραιοτήτων: «Στην εποχή τη δική μου, θυσίαζες αρκετά πράγματα. Τώρα είναι διαφορετικά. Δηλαδή, ο άλλος θα σκεφτεί και την οικογένειά του. Συμμετέχει. Αλλά, τι βάζεις πρώτο!»[48]

Για το ίδιο θέμα, ο Μπάμπης Ρηγάτος αναφέρει ότι οι οικογένειες των θυμάτων που έχουν ταφεί στον ομαδικό τάφο στο Διγαλέτο είτε δεν έχουν αφήσει απογόνους είτε δεν έζησαν στο χωριό, οπότε δεν έχει πολύ σαφή εικόνα: «Τουλάχιστον στσι οικογένειες, αυτές που έχουμε, δεν έχουμε τέτοια προβλήματα, να αμφισβητεί κανείς τίποτα».[49] Η Μαρία Νικολοβιέννη εκφράζει τη γνώμη ότι «τα παιδιά που γεννήθηκαν τη δεκαετία του ’90 έχουν κάποιες μνήμες. Από τη δεκαετία του 2000 κι έπειτα, όχι, δεν έχουν μνήμες και δεν εμπνέονται από αυτά».[50] Η Αγγελική Παπαδάτου γίνεται πιο συγκεκριμένη: Μιλάει για έναν θείο της, που ήτανε στα αντάρτικα δικαστής και που, κατόπιν, «είχε δεξιό παιδί».[51] Τέλος, ο Τάσος Παγουλάτος, σε συνέντευξη για τους θείους του που σκοτώθηκαν από τους Γερμανούς και τις δυσκολίες της οικογένειάς του λόγω της πολιτικής της τοποθέτησης, επισημαίνει τις πιθανές διαφοροποιήσεις στην πολιτική τοποθέτηση, που μπορεί να ακολουθεί τις συγκυρίες: «Άλλοι μείνανε πιστοί σε αυτά που ακούσανε, άλλοι [όχι]. Στο σπίτι μου μιλούσαμε. Σε άλλα σπίτια, περίσσευε ο φόβος και δεν μιλούσανε. Ακολουθούνε και εντελώς διαφορετική πορεία. Κάποιοι που ήτανε στο ΕΑΜ, όταν είδανε ότι δεν τους βγαίνει, αλλάξανε στρατόπεδο. Διαρκούσης της Κατοχής».[52]

Στο ερώτημα εάν η οικογενειακή μνήμη ταυτίζεται με τη συλλογική, την ευρύτερα, δηλαδή, διαδεδομένη αντίληψη για το παρελθόν, η Μαρία Νικολοβιέννη εκτιμά ότι «πάντοτε υπάρχουν πράγματα που κρύβονται, να μην έλθουν σε αντιπαράθεση ή σε σύγκρουση. Πράγματα, που τα γνωρίζανε όλοι, αλλά δεν δημοσιοποιόντουσαν».[53] Ο Τάσος Παγουλάτος αναφέρει ότι είναι «συγκεχυμένη η οικογενειακή μνήμη» και ότι οι οικογένειες θυμούνται «το γενικό περίγραμμα και τις ταλαιπωρίες που περάσανε».[54] Ο Χαράλαμπος Ευαγγελάτος, σε συνέντευξή του για τον πατέρα του Γεράσιμο Ευαγγελάτο, που εκλέχθηκε έπαρχος Παλικής στις αυτοδιοικητικές εκλογές της 29ης Οκτωβρίου 1944,[55] υποστηρίζει ότι «μετά τον Εμφύλιο, πολλοί δεν μιλούσαν για τα γεγονότα του Εμφυλίου, και δεν έλεγαν στα παιδιά τους ότι ήταν αντάρτες, για να μην μπλεχτούν τα παιδιά στην πολιτική».[56] Και ο Γιάννης Βρεττός εκτιμά ότι η οικογενειακή μνήμη σε σχέση με τη συλλογική «δεν διαφέρει πολύ, εκτός από την προσωπική μαρτυρία, που είναι υποκειμενική. Αν κάτι έπρεπε να γίνει έτσι ή αλλιώς. Μπορεί να μπαίνει κάποια υπερβολή, ειδικά όταν μπαίνει το προσωπικό, αλλά τα γεγονότα είναι γεγονότα». Εστιάζει την αμφιβολία στα μεγάλα ζητήματα, όπως στη Συνθήκη της Βάρκιζας ή στο εάν κάπου έφταιγε ο Μπελογιάννης, και θεωρεί ότι η συλλογική μνήμη διαμορφώνεται από τη συνολική αποτίμηση των ιστορικών: «Τα γεγονότα, και τότε, δεν ήταν ξεκάθαρα, και καθένας έλεγε την προσωπική του γνώμη, μέχρι να βγει μια συνολική επιστημονική προσέγγιση».[57]

Ένα ερώτημα που τέθηκε στις συνεντεύξεις ήταν αν οι άνθρωποι αυτοί, που έλαβαν μέρος στα γεγονότα, μετάνιωσαν ποτέ για τη στάση τους σε αυτά ή αν οι ίδιοι ή οι οικογένειές τους εξέφρασαν αμφιβολίες για τη στάση τους εκείνη. Ο Μπάμπης Ρηγάτος απάντησε αρνητικά: «Δεν έχουνε [αμφιβολίες], όχι. Ίσα-ίσα που είναι περήφανοι. Να πω εγώ για τον αδελφό μου, ότι δεν έκαμε καλά; Πώς δεν έκαμε καλά; Έκανε καλά και έκανε αυτό που έπρεπε να κάνει!»[58] Η Μαρία Νικολοβιέννη αναφέρει ότι «δεν έκφρασαν αμφιβολία, μόνο πόνο, θλίψη, γιατί οι άνθρωποί τους –ή οι ίδιοι– έδωσαν αγώνα, απελευθέρωσαν τον τόπο, και μετά τους δίωξαν και τους δολοφόνησαν».[59] Ο Χαράλαμπος Ευαγγελάτος υποστηρίζει ότι «οι αντάρτες του ΕΑΜ δεν μετάνιωσαν γι’ αυτά που έκαναν, γιατί επρόκειτο για μια κοινωνική σύγκρουση και η αιτία ήταν το ότι κάποιοι έπιναν το αίμα των άλλων».[60] Ο ίδιος πληροφορητής αναφέρει επίσης ότι, όταν ο ίδιος ήταν ακόμη μαθητής Γυμνασίου στο Αργοστόλι, πήγαινε στο δικαστήριο και παρακολουθούσε δίκες ανταρτών: «Γινόντανε δίκες και εκτελέσεις, συνέχεια». Θυμάται που ρώτησαν έναν αντάρτη αν θα ξαναπήγαινε στο βουνό, κι εκείνος τους απάντησε ότι «αν δεν μπορούσε να πάει με τα πόδια, θα πήγαινε με τα χέρια του».[61] Ένας άλλος κάτοικος του Διγαλέτου, που έδωσε τηλεφωνικά κάποιες πληροφορίες για τον ανδριάντα του Νικηφόρου Κωνσταντάτου, επεσήμανε ότι ο αξιωματικός αυτός του Εθνικού Στρατού, που έπεσε στο Βίτσι, «ήταν στρατεύσιμος, σε μια εποχή που η Ελλάδα είχε κυβέρνηση» (τονίζει τη λέξη «είχε»), εκφράζοντας έτσι την αντίληψη της δεξιάς παράταξης για τον πατριωτισμό στα χρόνια του Εμφυλίου.

Στο ερώτημα αν υπήρξαν θύματα «της άλλης πλευράς» και γιατί δεν υπάρχει γι’ αυτά κάποιο μνημείο, ο Μπάμπης Ρηγάτος ανέφερε ως παράδειγμα την περίπτωση κάποιου θείου του, που σκότωσε τον Νίκο Δελλαπόρτα, και αυτόν τον σκοτώσανε το ’47 οι αντάρτες. Αναφέρεται σ’ αυτόν με απαξίωση: «Τι μνημείο να του φτιάξουν αυτουνού. Δεν του φτιάξανε μνημείο. Τίποτα!»[62] Ωστόσο, η αφήγηση για τη δολοφονία, στις 11 Ιουλίου 1944, του Νίκου Δελλαπόρτα ή Ορέστη, δικηγόρου και πρώτου περιφερειακού γραμματέα της Εθνικής Αλληλεγγύης του νομού, μεταφέρεται σήμερα σε δύο διαφορετικές εκδοχές: Αφενός, στην εκδοχή του Ρηγάτου, που μόλις αναφέρθηκε, και, αφετέρου, κατά τη μαρτυρία της Αγγελικής Παπαδάτου,[63] που ταυτίζεται με την εκδοχή του ιστορικού Σπύρου Λουκάτου, ότι «τον έσφαξε» ένας παπάς.[64] Ο Δελλαπόρτας είχε τραυματιστεί σε συμπλοκή, στο πλαίσιο εκκαθαριστικών επιχειρήσεων στην περιοχή, και δολοφονήθηκε ενώ δεχόταν περιποίηση από κατοίκους του χωριού.

Συζήτηση

Η οικογενειακή μνήμη είναι πιο φτωχή από την ατομική και πιο ασταθής από τη συλλογική μνήμη. Οι περισσότεροι από τους πληροφορητές μου ξεκίνησαν τη συζήτηση εκφράζοντας την ανησυχία ότι δεν γνωρίζουν πολλά πράγματα για τα γεγονότα της ζωής των ανθρώπων τους, ώστε να φανούν χρήσιμοι. Από όσα δε ήδη αναφέρθηκαν, προκύπτει το συμπέρασμα ότι είναι δυνατόν για τα ίδια θέματα να υπάρχουν διαφορετικές αφηγήσεις, ανάλογα με την οπτική γωνία του κάθε αφηγητή.

Η μνήμη των ανθρώπων, γράφει η Ρίκη Βαν Μπούσχοτεν, μοιάζει με ένα αεικίνητο ποτάμι, στο οποίο το νερό ανανεώνεται συνεχώς από εισροές ποικίλης προέλευσης και διοχετεύεται σε πλήθος διακλαδώσεων και παραποτάμων.[65] Η συλλογική μνήμη συγκροτείται σε τρεις αλληλεπικαλυπτόμενες φάσεις: την εισροή, τη μετάπλαση και την εκροή, που είναι η αφήγηση. Η μετάπλαση επηρεάζεται από τις συνθήκες του παρόντος και μπορεί να έχει τη μορφή της επιλεκτικής καταγραφής, της λήθης ή της μεταβολής. Οι συνθήκες του παρόντος, οι οποίες μεταπλάθουν τη μνήμη, είναι τα εκάστοτε κοινωνικά κριτήρια, οι γνώσεις της στιγμής, η ατομική και η κοινωνική σημασία των συμβάντων, οι αναστολές, η ιδεολογία, η κομματική πειθαρχία, το ήθος (habitus). Η κάθε αφήγηση, ως προϊόν της διαλεκτικής σχέσης ερευνητή - αφηγητή, αποτελεί καταγραφή μιας μοναδικής εικόνας της μνήμης. Μπορεί, μεταξύ άλλων, να περιέχει στερεότυπες αφηγήσεις, ακούσια αποτύπωση λανθάνουσας μνήμης, αξιολογικό λόγο και αυτοκατασκευή. Η αυτοκατασκευή μπορεί να σχετίζεται και με την ανάγκη αυτεπιβεβαίωσης.[66]

Στους στόχους αυτής της παρουσίασης δεν ήταν η αναφορά σε ιστορικά γεγονότα. Όπου υπήρξε, ήταν η ελάχιστη αναγκαία. Ο Paul Thomson εκτιμά ότι «πολλές φορές οι άνθρωποι που συμμετέχουν σε ένα συμβάν, δεν γνωρίζουν ακριβώς τι συμβαίνει. Λένε κι αυτά που έμαθαν από τους άλλους», και δέχεται την άποψη του Allan Nevins, ότι «κάθε ανάμνηση των ανθρώπων για γεγονότα του παρελθόντος είναι αναξιόπιστη».[67] Αλλά και οι επιστήμονες της εξελικτικής ψυχολογίας είναι επιφυλακτικοί σε σχέση με το αξιόπιστο της προφορικής μαρτυρίας: «Διαφορετικοί άνθρωποι, που γίνονται μάρτυρες του ίδιου γεγονότος, μπορούν να δουν πολύ διαφορετικά πράγματα, ειδικά όταν η κατάσταση εξελίσσεται γρήγορα, προκαλεί σύγχυση και τρομάζει. Η κατάθεση ενός αυτόπτη μάρτυρα μπορεί να είναι εξαιρετικά αναξιόπιστη».[68] Και ο Αθανάσιος Φωκάς, καθηγητής Μη Γραμμικής Επιστήμης στο Πανεπιστήμιο του Cambridge, αναφέρεται στη δυνατότητα της συνείδησης, όταν οι αντικειμενικές πληροφορίες είναι ανεπαρκείς, να χρησιμοποιεί συμπληρωματικά τη μυθοπλασία (confabulation), στην προσπάθειά της να παρουσιάσει «μια συνεκτική και πλήρη εικόνα κάθε κατάστασης».[69]

Ο Πολυμέρης Βόγλης επισημαίνει ότι «η πόλωση και η σύγκρουση του Εμφυλίου χώρισε την ελληνική κοινωνία σε δύο στρατόπεδα, καθένα από τα οποία διαμόρφωσε τη δική του συλλογική μνήμη και αφήγηση για την Κατοχή και τον Εμφύλιο και η οποία αντιστοιχούσε σε ανάλογες πολιτικές ταυτότητες (Αριστερά - Δεξιά)»[70] και δέχεται την άποψη του Maurice Halblwachs ότι «τα άτομα θυμούνται πάντα ως μέλη μιας ομάδας στην οποία ανήκουν. Οι αναμνήσεις μας, ακόμα και οι πιο προσωπικές, αποτυπώνουν τη σχέση μας με τις διάφορες συλλογικότητες».[71] Δέχεται, επίσης, ότι «η πολιτική στράτευση λειτουργεί περιοριστικά για την έκφραση της υποκειμενικότητας». Ο Βόγλης θέτει και έναν προβληματισμό, κατά πόσον «ο ΔΣΕ αποτελεί συνέχεια του ΕΛΑΣ, και πώς το υποκείμενο της ΕΑΜικής αντίστασης μετασχηματίζεται μέσα από τον Εμφύλιο».[72] Στα λίγα μνημεία που αφορά αυτή η μελέτη, ιδιαιτέρως αυτά που έχουν φτιαχτεί από οικογένειες μαχητών του ΔΣΕ, οι απαντήσεις τείνουν προς τη διαπίστωση της συμμετοχής των ίδιων προσώπων τόσο στην Αντίσταση όσο και στον Εμφύλιο, με όλες, βέβαια, τις επιφυλάξεις που πρέπει να έχουμε σε ό,τι αφορά την αναγωγή σε γενικεύσεις. Το καθένα από αυτά τα μνημεία προβάλλει το αφήγημα που τα άτομα και οι οικογένειες θέλουν να παρουσιάζουν στο κοινό ως δηλωτικό του αξιακού πλαισίου που τις καθορίζει, και με την έννοια αυτή αισθητοποιεί μια αυτοκατασκευή. Παρά το γεγονός αυτό, τα μνημεία αυτά μνημονεύουν τη συμμετοχή των ανθρώπων στα ιστορικά γεγονότα και εκφράζουν στο διηνεκές την ατομική ή την οικογενειακή «αλήθεια», που αναγνωρίζει τις αξίες των ανθρώπων, δικαιώνει την παρουσία και τη δράση τους, παρηγορεί τους οικείους τους και, σε μια μεταβαλλόμενη κοινωνία όπου οι ανάγκες και οι προτεραιότητες διαρκώς αλλάζουν, χωρίς να είναι απόλυτα καθοριστική, εγγράφει παρακαταθήκες για το μέλλον, τόσο για την οικογένεια όσο και για την ευρύτερη κοινωνική ή πολιτική ομάδα.

  1. Διονύσιος Γ. Γαρμπής, «Ενοποιητική μνήμη και αποσπασματική ενθύμηση στα μνημεία της δεκαετίας 1940 στην Κεφαλονιά», ανέκδοτη μεταπτυχιακή εργασία, Σχολή Ανθρωπιστικών Σπουδών, Ελληνικό Ανοικτό Πανεπιστήμιο, Πάτρα 2024, σ. 1.
  2. Ειρήνη Πουρναρά - Νίκος Μπουγάς, «Ερμηνευτικό και ετυμολογικό λεξικό της ελληνικής γλώσσας», Εγκυκλοπαίδεια Πάπυρος-Λαρούς-Μπριτάνικα, τόμ. 42, Πάπυρος, Αθήνα 1990, σ. 448.
  3. Όλγα Ζιρώ, «Το επιτύμβιο ανάγλυφο στη νεοελληνική γλυπτική (1830-1900): Η αφήγηση των μορφών», ανέκδοτη διδακτορική διατριβή, Τομέας Αρχαιολογίας και Ιστορίας της Τέχνης, Τμήμα Ιστορίας και Αρχαιολογίας, Φιλοσοφική Σχολή, Εθνικό και Καποδιστριακό Πανεπιστήμιο Αθηνών, Αθήνα 2014, σ. 226.
  4. Νικόλαος Πετρόχειλος, «Συμβολές στην ιστορία της Άνδρου μέσα από τις επιγραφές και τα μνημεία», ανέκδοτη διδακτορική διατριβή, Τμήμα Ιστορίας και Αρχαιολογίας, Φιλοσοφική Σχολή, Εθνικό και Καποδιστριακό Πανεπιστήμιο Αθηνών, Αθήνα 2007, σ. 4.
  5. Μαριλένα Μεντζίνη, «Οι πόλεις των νεκρών», ανέκδοτη διδακτορική διατριβή, Τομέας Πολεοδομίας-Χωροταξίας, Σχολή Αρχιτεκτόνων, Εθνικό Μετσόβιο Πολυτεχνείο, Αθήνα 2004, σ. 130.
  6. Δώρα Φ. Μαρκάτου, «Δημόσια γλυπτική στα Επτάνησα. Ζάκυνθος, Κεφαλονιά-Ιθάκη, Λευκάδα», Δώρα Φ. Μαρκάτου (επιμ.), Δημόσια Γλυπτική στα Επτάνησα. Ζάκυνθος, Κεφαλονιά-Ιθάκη, Λευκάδα, Τεχνολογικό Εκπαιδευτικό Ίδρυμα Ιονίων Νήσων, Αργοστόλι 2015, σσ. 11, 34· Σταλίνα Βουτσινά, «Κατάλογος», Δώρα Φ. Μαρκάτου (επιμ.), Δημόσια Γλυπτική στα Επτάνησα. Ζάκυνθος, Κεφαλονιά-Ιθάκη, Λευκάδα, Τεχνολογικό Εκπαιδευτικό Ίδρυμα Ιονίων Νήσων, Αργοστόλι 2015, σ. 114.
  7. Γαρμπής, ό.π., σσ. 77-78· Μαρκάτου, ό.π., 34· Αντώνης Καλλιβωκάς, συνέντευξη στον Διονύση Γαρμπή, Σάμη-Ζερβάτα, 21 Απριλίου 2024, Αρχείο Προφορικών Συνεντεύξεων Διονυσίου Γ. Γαρμπή [στο εξής ΑΠΣ ΔΓΓ].
  8. Γαρμπής, ό.π. σ. 67· Βουτσινά, ό.π., σ. 114.
  9. Γαρμπής, ό.π., σσ. 67-68.
  10. Αγγελική Παπαδάτου, συνέντευξη στον Διονύση Γαρμπή, 12 Οκτωβρίου 2024, Πεσσάδα, ΑΠΣ ΔΓΓ.
  11. Σπύρος Δ. Λουκάτος, Τα χρόνια της Απελευθέρωσης και του Εμφυλίου Πολέμου στην Κεφαλονιά και Ιθάκη, 1944-1950. Από την Απελευθέρωση έως τη Συμφωνία της Βάρκιζας, Σεπτέμβρης 1944 - Φλεβάρης 1945. Ο Εμφύλιος Πόλεμος, 1945-1950, Νόβολι, Αθήνα 2012, σ. 384.
  12. Λουκάτος, ό.π., σσ. 292-293.
  13. Γαρμπής, ό.π., σσ. 66-67·«Ζει ο Αστραπόγιαννος», Επτά μέρες Ριζοσπάστης, Ριζοσπάστης, 19 Οκτωβρίου 1986.
  14. Αναστασία Γρηγοράτου, συνέντευξη με τον Διονύση Γαρμπή, Σάμη, 26 Οκτωβρίου 2024, Σάμη, ΑΠΣ ΔΓΓ.
  15. Το μεγαλύτερο μέρος του κειμένου του τετραδίου αυτού έχει δημοσιεύσει αυτούσιο ο Γιώργος Ν. Μοσχόπουλος, Ιστορία της Κεφαλονιάς (1940-1949). Πόλεμος-Κατοχή-Εμφύλιος, τόμ. 3, Αθήνα 2020, σσ. 421-429.
  16. «Η Τομεακή Επιτροπή Κεφαλονιάς και Ιθάκης του ΚΚΕ για την εκδήλωση τιμής και μνήμης στα Ζερβάτα», Inkefalonia, 23 Αυγούστου 2022, στην ιστοσελίδα https://www.inkefalonia.gr/koinonia/112538-i-tomeaki-epitropi-kefalonias-kai-ithakis-tou-kke-gia-tin-ekdilosi-timis-kai-mnimis-sta-zervata-eikones (ανακτήθηκε 16 Ιουνίου 2024).
  17. Γαρμπής, ό.π., σσ. 80-81. Η επιγραφή στο μνημείο: «Γεράσιμος Σ. Γαλιατσά/τος 18 χρονών / Ντίνος Δ. Πετράτος 25 / χρονών / Γιώργος Α. Ρηγάτος 27 / χρονών / Μαρής Ν. Σταματελά/τος 23 χρονών / Βαγγέλης Γ. Τσούδης 30 / χρονών / Δολοφονήθηκαν / στις 4 Αυγούστου / 1944 από τους / συνεργάτες των / Χιτλερικών». Δεύτερη επιγραφή στη βάση του μνημείου: «Ψωμί λευτεριά και τιμή / του λαού γυρεύοντας / βρήκατε μνήμα».
  18. Μοσχόπουλος, ό.π., σσ. 156-157.
  19. Χαράλαμπος Ρηγάτος, συνέντευξη στον Διονύση Γαρμπή, 24 Νοεμβρίου 2024, Διγαλέτο, ΑΠΣ ΔΓΓ.
  20. Η επιγραφή: «Αγωνιστές 1941-1944. Πεσόντες 1949. / Φειδίας Μερκούρης ετών 35 / Πουλάτα 11-6-1949 / Αντζουλέτα Μερκούρη ετών 21 / Παχιά Πούντα 13-10-1949 / Αριστείδης Μερκούρης ετών 25 / Παλιά Βλαχάτα 11-10-1949».
  21. Γαρμπής, ό.π., σ. 127.
  22. Μαρία Νικολοβιέννη, συνέντευξη στον Διονύση Γαρμπή, 6 Σεπτεμβρίου 2024, Αργοστόλι, ΑΠΣ ΔΓΓ.
  23. Λουκάτος, ό.π., σ. 292.
  24. Γαρμπής, ό.π., σ. 71.
  25. Ιωάννης Βρεττός, συνέντευξη στον Διονύση Γαρμπή, 21 Σεπτεμβρίου 2024, Δρακοπουλάτα, ΑΠΣ ΔΓΓ.
  26. Γεράσιμος Δευτεραίος, συνέντευξη στον Διονύση Γαρμπή, 6 Νοεμβρίου 2024, Χαλιωτάτα, ΑΠΣ ΔΓΓ.
  27. Σωκράτης Καλλιακούδης και Κώστας Κουγιανός, συνέντευξη στον Διονύση Γαρμπή, 21 Σεπτεμβρίου 2024, Αργοστόλι, ΑΠΣ ΔΓΓ· Λουκάτος, ό.π., σ. 291.
  28. Λουκάτος, ό.π., σ. 290.
  29. Γαρμπής, ό.π., σσ. 73-74.
  30. Μοσχόπουλος, ό.π., σσ. 320-321.
  31. Μοσχόπουλος, ό.π., σσ. 322-323.
  32. «Ληξούρι: Ιστορικός περίπατος για τα 80 χρόνια από την απελευθέρωση της Κεφαλονιάς», Inkefalonia, 26 Οκτωβρίου 2024, στην ιστοσελίδα https://www.inkefalonia.gr/perissotera/anakoinoseis/136403-liksouri-istorikos-peripatos-gia-ta-80-xronia-apo-tin-apeleftherosi-tis-kefalonias (ανακτήθηκε 27 Νοεμβρίου 2025).
  33. Οι επιγραφές στα μνημεία: Στο πρώτο: «Ιωαννάτος Διονύσης ετών 30 / Θεοφιλάτος Χαράλαμπος ετών 32 / Θεοφιλάτος Γεράσιμος ετών 28 / Λυκούδης Νικόλας ετών 21 / Χαριτάτος Παναγής ετών 33 / Καστιβέλης [sic] Γεράσιμος ετών 40 / Μαχόμενοι για την ανεξαρτησία / έπεσαν την 14-9-1946 / από τους μοναρχοφασίστες / στην Πλατιά Άμμο». Το δεύτερο φέρει διακόσμηση με σφυροδρέπανο και σταυρωτά κλαδιά δάφνης. Η επιγραφή αναφέρει: «Λευκαδίτης Ιωάννης ετών 33 / Λυναρδάτος [sic] Δημήτριος ετών 26 / Λυκούδης Δημήτριος ετών 18 // “Απαίτηση νεκρών” / “Συντρόφια ενωμένοι / εμπρός και νέος / κόσμος θ’ ανθίση” [sic] // Σκοτώθηκαν / “αγωνιζόμενοι” / 17-7-1947».
  34. Βαγγέλης Νεοχωρίτης, συνέντευξη στον Νικόλα Δρακάτο για την εκπομπή «Με καλές προθέσεις» του τηλεοπτικού σταθμού Television Planet Κεφαλονιάς. Χωρίς ημερομηνία, Δαμουλιανάτα. Αντίγραφο της συνέντευξης στο ΑΠΣ ΔΓΓ.
  35. Η επιγραφή στο μνημείο: «Παναγής Νεοχωρίτης / 18-2-1911 1946 / Ηλίας Νεοχωρίτης / 14-12-1920 1946 / Ευάγγελος Γ. Νεοχωρίτης 25-12-1909 14-11-2002 / Αμαλία Νεοχωρίτη / 1916-2009».
  36. Γαρμπής, ό.π., σσ. 83-84.
  37. Στο ίδιο, σσ. 66-82.
  38. Στο ίδιο, σ. 84· Πολυμέρης Βόγλης, «Η δεκαετία του 1940 ως παρελθόν: μνήμη, μαρτυρία, ταυτότητα», Τα Ιστορικά, 25/47 (2007), 437-456, 454-455.
  39. Τ.Ε. Κεφαλονιάς και Ιθάκης του ΚΚΕ, ΔΣΕ Κεφαλονιάς, 70 χρόνια, 1946-1949. Ημερολόγιο 2017, 100 χρόνια ΚΚΕ, χ.τ.ε, 2016, σ. 24.
  40. Νικολοβιέννη, ό.π.
  41. Ρηγάτος, ό.π.
  42. Στο ίδιο.
  43. Παπαδάτου, ό.π.
  44. Βρεττός, ό.π.
  45. Ρηγάτος, ό.π.
  46. Στο ίδιο.
  47. Γρηγοράτου, ό.π.
  48. Βρεττός, ό.π.
  49. Ρηγάτος, ό.π.
  50. Νικολοβιέννη, ό.π.
  51. Παπαδάτου, ό.π.
  52. Αναστάσιος Παγουλάτος, συνέντευξη στον Διονύση Γαρμπή, 30 Νοεμβρίου 2024, Αργοστόλι, ΑΠΣ ΔΓΓ.
  53. Νικολοβιέννη, ό.π.
  54. Παγουλάτος, ό.π.
  55. Λουκάτος, ό.π., σ. 77· Μοσχόπουλος, ό.π., σσ. 206, 251.
  56. Χαράλαμπος Ευαγγελάτος, συνέντευξη στον Διονύση Γαρμπή, 1 Οκτωβρίου 2024, Αθήνα, ΑΠΣ ΔΓΓ.
  57. Πρβλ. Ζακ Λε Γκόφ, Ιστορία και μνήμη, μτφρ. Γιάννης Κουμπουρλής, Νεφέλη, Αθήνα 1998, σ. 160, όπου γίνεται λόγος για τη διορθωτική επιρροή της ιστορίας στη μνήμη· Βρεττός, ό.π.
  58. Ρηγάτος, ό.π.
  59. Νικολοβιέννη, ό.π.
  60. Ευαγγελάτος, ό.π.
  61. Στο ίδιο.
  62. Ρηγάτος, ό.π.
  63. Παπαδάτου, ό.π.
  64. Λουκάτος, ό.π., σ. 340.
  65. Ρίκη Βαν Μπούσχοτεν, Ανάποδα χρόνια. Συλλογική μνήμη και ιστορία στο Ζιάκα Γρεβενών (1900-1950), Πλέθρον, Αθήνα 1997, σσ. 211-220.
  66. Στο ίδιο, σσ. 218-219.
  67. Paul Thomson, Φωνές από το παρελθόν. Προφορική ιστορία, μτφρ. Ρ. Β. Μπούσχοτεν - Ν. Ποταμιάνος, Πλέθρον, Αθήνα 2009, σ. 201.
  68. M. A. Hogg - G. M. Vaughan, Κοινωνική ψυχολογία, μτφρ. Ερρίκος Βασιλικός - Αλέξης Αρβανίτης, Gutenberg, Αθήνα 2010, σ. 105.
  69. Αθανάσιος Σ. Φωκάς, Μονοπάτια κατανόησης, Broken Hill Publishers, χ.τ.έ. 2023, σσ. 134, 136.
  70. Βόγλης, ό.π., 443.
  71. Στο ίδιο, 445, 450.
  72. Πολυμέρης Βόγλης, Η ελληνική κοινωνία στην Κατοχή, 1941-1944, Αλεξάνδρεια, Αθήνα 2010, σ. 22.