Οθωμανικές φυλακές: το Yedi Kule ως τόπος εγκλεισμού στην οθωμανική Θεσσαλονίκη
Αικατερίνη Γιαννουκάκου
Η εισαγωγή της στερητικής της ελευθερίας ποινής, δηλαδή της φυλάκισης, στην Οθωμανική Αυτοκρατορία ακολούθησε, έστω και ετεροχρονισμένα, την προνεωτερική εξέλιξη του δικαιϊκού συστήματος στη μεσαιωνική Ευρώπη. Γενικότερα, η μεταχείριση των παραβατών διαχρονικά πέρασε από τη φάση της βαρβαρότητας, «όπου η φυσική εξόντωση και τα βασανιστήρια αποτελούσαν κοινό ορισμό», στην εποχή της νεωτερικότητας, «όπου επικράτησε η στερητική της ελευθερίας ποινή με σεβασμό στα ανθρώπινα δικαιώματα και με απώτερο σκοπό την κοινωνική επανένταξη του εγκληματία».[1]
Η δικαιοσύνη στην Οθωμανική Αυτοκρατορία βασιζόταν σε δύο παραδόσεις. Η πρώτη είναι η θεωρία του «Κύκλου της Δικαιοσύνης», ως κληρονομιά από την Αυτοκρατορία των Σασσανιδών, που αποτέλεσε τη βάση του οθωμανικού νομικού συστήματος. Ο «Κύκλος της Δικαιοσύνης» οριοθετεί την ευτυχία και την ευημερία στο πλαίσιο τεσσάρων αλληλεξαρτώμενων πυλώνων, ήτοι Σουλτάνος, στρατός, πλούτος της πολιτείας και λαός. Η επιτυχία ενός από τους πυλώνες προϋποθέτει την επιτυχία των άλλων τριών πυλώνων και παράλληλα ο ισλαμικός νόμος αποτελεί τη βάση της κοινωνίας και της δικαιοσύνης για το κράτος.
Η δεύτερη παράδοση περιλαμβάνει τις ισλαμικές αρχές της ηθικής, της ισότητας και της κοινωνικής δικαιοσύνης που εσωκλείονται στο Κοράνι, στα λόγια του Προφήτη και στη Σαρία. Η Σαρία αφορά κυρίως τη συμπεριφορά των υποκειμένων του ισλαμικού νόμου και απαρτίζεται από τρία επιμέρους στοιχεία, την «ισλαμική θρησκευτική παράδοση των Χαντίθ,[2] μαζί με την ομόφωνη γνώμη των μορφωμένων μουσουλμάνων και τις δικαστικές τους αποφάσεις, που βασίζονταν σε κατ’ αναλογία μεθόδους και ασφαλώς μαζί με το Κοράνι».[3] Οι Οθωμανοί υιοθέτησαν ατόφια τη Σαρία για τομείς του ιδιωτικού δικαίου, όπως το δίκαιο προσώπων και εμπράγματων δικαιωμάτων, το οικογενειακό δίκαιο, το κληρονομικό δίκαιο και το εμπορικό δίκαιο.[4]
Αντίθετα, οι κανόνες που περιλαμβάνονται στο Κοράνι αναφορικά με το δημόσιο δίκαιο περιορίζονται στο δόγμα της “siyasa”,[5] αποδίδοντας στον Σουλτάνο την ευρεία εξουσία για την έκδοση διαταγμάτων, που καλύπτουν ένα φάσμα θεμάτων με γνώμονα το συμφέρον του κράτους και υπό τον όρο ότι δεν αντικρούουν τη Σαρία. Ήδη από την εποχή του Μωάμεθ του Πορθητή, το κενό στο δημόσιο δίκαιο καλύφθηκε με την έκδοση αυτών των σουλτανικών διαταγμάτων ως κανόνων του δικαίου. Το δίκαιο αυτό που εφάρμοζαν οι Σουλτάνοι μέσω των διαταγμάτων τους ονομαζόταν κοινό δίκαιο (örfı hukuk)[6] και πρόκειται για de facto επικύρωση της απόλυτης εξουσίας τους επί των υπηκόων τους. Οι νόμοι αυτοί ονομάζονταν «αυτοκρατορικοί νόμοι ή κανόνες»[7] και η βάση υιοθέτησής τους στηριζόταν στην ερμηνεία ότι βοηθούσαν στην ευζωία της ισλαμικής κοινότητας, τη διατήρηση της δημόσιας τάξης και την ενδυνάμωση της δικαιοσύνης, παρότι δεν εκπορεύονταν απευθείας από τη Σαρία.[8]
Τα εγκλήματα στον ισλαμικό νόμο διαχωρίζονται ανάλογα με τη σοβαρότητά τους, στα hadd,[9] που καθορίζονται από το Κοράνι, στα qisas,[10] δηλαδή σε όσα απευθύνονται στο άτομο, στα ta’azir,[11] που δεν αναφέρονται ούτε στο Κοράνι ούτε στη Σούννα, και στα εγκλήματα κατά του κράτους, siyasa.[12]
Η απονομή δικαιοσύνης στην Οθωμανική Αυτοκρατορία υπήρξε ακραίως τιμωρητική, με ποινές που εστίαζαν περισσότερο στην ατομική παρά στη συλλογική ευθύνη. Ο σκοπός των ποινών ήταν τριπλός: α) η εκδίκηση για το θύμα, β) η αναμόρφωση του παραβάτη, και γ) η προστασία της κρατικής κυριαρχίας και της κοινωνίας με την απομάκρυνση των παραβατών μέσω της εκτέλεσης, της εξορίας ή της φυλάκισης. Το εύρος των ποινών εκτεινόταν από τη θανατική ποινή και τις σωματικές ποινές μέχρι τη χρηματική αποζημίωση και τη φυλάκιση:[13]
- Η θανατική ποινή[14] επιβαλλόταν για τα εγκλήματα σχετικά με τη διατάραξη της ειρήνης και της ασφάλειας της κοινωνίας, όπως φόνοι, στάσεις, εξεγέρσεις, αποστασίες, ληστείες, πειρατεία, καταχρήσεις, παραχαράξεις νομισμάτων, αλλά και οποιοδήποτε αδίκημα θεωρούταν απειλητικό για το κράτος ανά περίπτωση.
- Οι σωματικές ποινές[15] ήταν οι συχνότερα επιβαλλόμενες ποινές, ακόμα και για ασήμαντα εγκλήματα, ενώ πολλές φορές ήταν συνοδευτικές της θανατικής ποινής.
- Ατιμωτικές ποινές, όπως η διαπόμπευση, ο αφορισμός και η εξορία.
- Οι χρηματικές αποζημιώσεις (diya[16]) προς τον παθόντα ή την οικογένειά του.
- Το πρόστιμο, το οποίο, αν και δεν εμπεριεχόταν ως πρακτική στον ισλαμικό νόμο, κατέληξε να θεωρείται ως ένα βασικό τιμωρητικό μέσο, είτε ως κύρια είτε ως συμπληρωματική ποινή.
- Φυλάκιση, που επιβαλλόταν κυρίως στους μουσουλμάνους, ιδίως σε περιπτώσεις φόνων και αιματηρών συγκρούσεων.
- Η καταδίκη σε καταναγκαστικά έργα και κυρίως στις γαλέρες του αυτοκρατορικού στόλου (kürek).[17]
Κατά τους 15ο και 16ο αιώνες, μια πληθώρα κολάσιμων πράξεων, όπως κλοπές, πορνεία, οινοποσία, πώληση υφάσματος χωρίς να έχει υφανθεί, ζημιά ξένης περιουσίας από αδέσποτα ζώα και το κυνήγι ή ο εκφοβισμός ζώων σε τοποθεσίες δεσμευμένες για συγκεκριμένους αξιωματούχους, συχνά τιμωρούνταν με πρόστιμα. Η βασική διαφορά ανάμεσα στα πρόστιμα και τις μη χρηματικές ποινές έγκειται στο ότι η δεύτερη κατηγορία ήταν πιο κοστοβόρα στην εφαρμογή, ενώ το πρόστιμο προσαρμοζόταν αναλογικά με την οικονομική επιφάνεια του παραβάτη. Η πρακτική αυτή άλλαξε κατά τον 18ο αιώνα, καθώς η επιβολή προστίμων, λόγω του επαυξημένου κόστους επιβολής εξαιτίας του πληθωρισμού, αποδείχτηκε ακριβός μηχανισμός επιβολής του νόμου και εξάλειψης της διαφθοράς. Ως αποτέλεσμα η χρήση και η αποδοτικότητα των προστίμων άρχισε να μειώνεται ραγδαία.[18]
Από την άλλη, παραδοσιακά οι σωματικές ποινές αποτέλεσαν τον ισχυρότερο τιμωρητικό μηχανισμό του οθωμανικού σωφρονιστικού συστήματος, με βασικό γνώμονα την ποσοτικοποίηση του πόνου. Δηλαδή, όσο πιο σοβαρό ήταν το έγκλημα τόσο μεγαλύτερος ήταν ο πόνος στον οποίο υπόκειντο οι εγκληματίες ως μέσο αποτροπής επανάληψης του εγκλήματος και παραδειγματισμού της κοινωνίας. Δεν υπήρχε ορθολογική βάση για την ποσοτικοποίηση του πόνου ανά έγκλημα, αλλά επαφιόταν στη διακριτική ευχέρεια του καδή.[19]
Η ποινή της φυλάκισης δεν συμπεριλαμβανόταν στον ισλαμικό νόμο και γι’ αυτό ήταν λιγότερο συνήθης ποινή, ειδικά κατά την πρώιμη περίοδο της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας. Κατ’ αναλογία με τη μεσαιωνική Ευρώπη κι ως επήρεια από το Βυζάντιο, η φυλάκιση χρησιμοποιούνταν κυρίως ως προσωρινή κράτηση του κατηγορούμενου μέχρι να αποπληρώσει το χρέος του ή μέχρι να εκδοθεί η τελική απόφαση. Ήταν, λοιπόν, μια ποινή διακριτικής ευχέρειας, όπως η εξορία, και η διάρκειά της δεν διευκρινιζόταν. Σταδιακά κατέληξε ως πιο διαδεδομένη μορφή ποινής και κατά τον 18ο αιώνα αντικατέστησε την καταναγκαστική εργασία στις γαλέρες. Η εισαγωγή της φυλάκισης ως βασικό μέσο τιμωρίας ήταν ένας τρόπος να καταστεί η ποινή μετρήσιμη ανάλογα με τον χρόνο και τον χώρο.
Η μη αναγκαστικότητα της φυλάκισης ως σωφρονιστικού μέσου συνεπαγόταν και τη μη ύπαρξη φυλακών στις περισσότερες πόλεις. Αντιθέτως, χρησιμοποιούνταν οικοδομήματα που αρχικά είχαν κατασκευαστεί για άλλες χρήσεις, όπως φρούρια, πύργοι και πυριτιδαποθήκες. Τα περισσότερα από αυτά τα οικοδομήματα ήταν εντελώς ακατάλληλα και κυρίως επρόκειτο για μπουντρούμια χωρίς τον αρμόζοντα σχεδιασμό και τις προϋποθέσεις που απαιτούσε ένα εκσυχρονισμένο σωφρονιστικό κατάστημα. Χαρακτηριστικά, στην Κωνσταντινούπολη ως φυλακές λειτούργησαν το Yedi Kule, στο οποίο κρατούνταν οι πολιτικοί κρατούμενοι και οι ξένοι υπήκοοι, ο Πύργος του Γαλατά, ως φυλακή χρεοφειλετών, και το Rumeli Hisarı, στο οποίο κατά τον 17ο αιώνα φυλακίζονταν οι αιχμάλωτοι πολέμου.
Η μη θεσμοθέτηση συγκεκριμένης χρονικής διάρκειας της φυλάκισης, αλλά η κατ’ αναλογία με τον τύπο του εγκλήματος διάρκεια, συνεπαγόταν ότι η απόφαση του χρόνου φυλάκισης επαφιόταν στη διακριτική ευχέρεια του καδή. Όμοια με την ποινή των καταναγκαστικών έργων, εξαρτιόταν από τη βαρύτητα του εγκλήματος και το παρελθόν του δράστη, δηλαδή αν επρόκειτο για παραβάτη κατ’ επανάληψη, για υπήκοο (reaya) ή για αξιωματούχο (askeri). Ο χρόνος φυλάκισης μπορούσε να μειωθεί, εφόσον μάρτυρες εγγυούνταν για την ηθικότητα του παραβάτη, αν ο ίδιος έδειχνε μεταμέλεια και προθυμία για την επανένταξή του στην κοινωνία μετά το πέρας του σωφρονισμού.[20]
Μέχρι τα μέσα του 19ου αιώνα, οι οθωμανικές φυλακές δεν ακολουθούσαν μια κοινή αρχιτεκτονική, αλλά περιορίζονταν από πρόχειρες κατασκευές σε στρατιωτικά κτίρια, φρούρια ή παραρτήματα κυβερνητικών κτιρίων, ενώ οι συνθήκες διαβίωσης και υγιεινής ήταν τραγικές, μέσα στη βρωμιά, την υγρασία και τις εν γένει επιβλαβείς συνθήκες για την υγεία. Λόγω της έλλειψης χώρου, της πλημμελούς συντήρησης και του υπερπληθυσμού των φυλακών, οι περισσότεροι κρατούμενοι είχαν ελάχιστη πρόσβαση σε καθαρό αέρα, εκγύμναση, επαρκές φαγητό ή ιατρική περίθαλψη. Αντ’ αυτού, οι κρατούμενοι βασίζονταν κυρίως στην οικογένειά τους, τους φίλους τους ή σε δωρεές από θρησκευτικά ιδρύματα για την εξασφάλιση των απαραίτητων εφοδίων και φαγητού για την καθημερινή τους διαβίωση. Τέλος, τόσο οι υπόδικοι όσο και οι κατάδικοι κρατούνταν όλοι μαζί, χωρίς να τηρούνται οι αρχές του διαχωρισμού ανά φύλο (άνδρες ή γυναίκες), ηλικία (ενήλικοι ή ανήλικοι) και αδίκημα (πλημμέλημα ή κακούργημα).[21]
Η δεκαετία του 1850 αποτέλεσε μια πολύ σημαντική μεταβατική περίοδο αναφορικά με την αναδιαμόρφωση του συστήματος των φυλακών της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, καθώς οι μεταρρυθμίσεις του Τανζιμάτ έφεραν συντριπτικές αλλαγές στο οθωμανικό ποινικό δίκαιο και τη στάση των Οθωμανών γραφειοκρατών απέναντι στο ποινικό σύστημα και τις φυλακές σε σχέση με τη συγκρότηση του έθνους και του πολιτισμού. Υιοθετούνται ιδέες που σαφώς επηρεάζονται από αυτές των Jeremy Bentham, Cesaria Beccaria και John Howard για την αρχιτεκτονική των φυλακών και την εξέλιξη των σωφρονιστικών συστημάτων.
Η αρχή έγινε το 1851, όταν ο Βρετανός πρέσβης στην Κωνσταντινούπολη Sir Standford Canning, κατόπιν επιθεωρήσεων που διεξήγαγε ο ίδιος στις φυλακές της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, συνέταξε το “Memorandum on the Improvement of Prisons in Turkey”. Σκοπός της έκθεσης ήταν η καταγραφή των συνθηκών και η καθοδήγηση της οθωμανικής διοίκησης προς τις αναγκαίες μεταρρυθμίσεις. Πιο συγκεκριμένα, αναφέρει:
«Στην Τουρκία, όπου φυλακές υπάρχουν σε κάθε πόλη και κωμόπολη ενός συγκεκριμένου μεγέθους, και όπου ελάχιστη προσοχή έχει δοθεί μέχρι στιγμής στην επιστήμη της κατασκευής και διαχείρισής τους, υπάρχει αρκετός χώρος για βελτίωση χωρίς σημαντικές δαπάνες. Πολύς περιττός σωματικός πόνος, πολύ από το κακό που προέρχεται από την ηθική κατάπτωση και από μια διεφθαρμένη και σκληρή άσκηση της εξουσίας που δεν συμμορφώνονται με τον νόμο, μπορεί να απομακρυνθεί απευθείας από λίγα νομοθετήματα και αντίστοιχες ρυθμίσεις».[22]
Η έκθεση του Sir Canning συσχέτιζε την αναμόρφωση των οθωμανικών φυλακών «με τον ευρωπαϊκό πολιτισμό και τον χριστιανικό πολιτισμό ως τη μόνη ελπίδα επίλυσης του Ανατολικού Ζητήματος», συμπυκνώνοντας έτσι τις απόψεις των Βρετανών οριενταλιστών και της θεωρίας του “white man’s burden” απέναντι στην Οθωμανική Αυτοκρατορία.[23] Οι προτάσεις του Sir Canning για την υιοθέτηση σύγχρονων ποινικών πρακτικών, με στόχο την ηθική αναμόρφωση των κρατουμένων, τη σωστή υγεία και υγιεινή, την αποτροπή των εγκλημάτων, αποτυπώθηκαν στο Islâhat Fermânı («Διάταγμα της εμπεδώσεως») του 1856: «Θα ληφθούν μέτρα [...] για τη μεταρρύθμιση του σωφρονιστικού συστήματος όπως εφαρμόζεται στα κέντρα κράτησης, τιμωρίας ή σωφρονισμού [...]. ώστε να συμφιλιωθούν τα ανθρώπινα δικαιώματα με τη δικαιοσύνη».[24]
Οι διακηρύξεις αυτές περιλήφθηκαν στον Αυτοκρατορικό Οθωμανικό Ποινικό Κώδικα (Ceza Kanunname-iHümayunu) του 1858, με τον οποίο πραγματοποιήθηκε η μετάβαση από τις σωματικές τιμωρίες σε ποινές προστίμων και φυλάκισης, η αναλογικότητα των εγκλημάτων με την αποδιδόμενη ποινή, η οριοθέτηση των ποινών διακριτικής ευχέρειας (ta’azir και siyasa) και η μετατόπιση προς τη σχεδόν αποκλειστική χρήση της φυλάκισης ως την πρωταρχική μορφή ποινικού κολασμού.
Πέρα, όμως, από την πολιτιστική/πολιτισμική σκοπιά αυτής της μετάβασης, υπάρχει μια βαθιά πολιτική χροιά στη μεταρρύθμιση αυτή, που σχετίζεται με την αλλαγή στον τρόπο διακυβέρνησης ολόκληρης της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας κατά το δεύτερο μισό του 19ου αιώνα. Η υιοθέτηση της οικουμενικής αρχής της αποστέρησης της ελευθερίας ως κύριας μεθόδου σωφρονισμού βασίστηκε στην ιδέα ότι ο χρονικός καθορισμός της φυλάκισης ανάλογα με το αδίκημα αποτελούσε μετρήσιμο μέγεθος, σε αντίθεση με την υποκειμενικότητα των σωματικών ποινών. Η εκλογίκευση, η μέτρηση και η τυποποίηση των ποινών ικανοποιούσαν τις διακηρύξεις ισότητας ανάμεσα στους υπηκόους και υλοποιούσαν τον απώτερο στόχο της δημιουργίας ενός ενιαίου σώματος πολιτών. Η γραφειοκρατία διογκώθηκε με την αύξηση των δημοσίων υπαλλήλων και επεκτάθηκε σε νέους τομείς, όπως η εκπαίδευση και η κοινωνική πρόνοια. Η τάση αυτή υποδεικνύει μια διάθεση για συγκεντρωτισμό της εξουσίας στο κέντρο, με σκοπό την αποτελεσματικότερη επιτήρηση της κοινωνίας, μετατρέποντας το ανθρώπινο σε πολιτικό σώμα. Επίσης, το σώμα μετατρέπεται σε οικονομικό σώμα, μέσω της χρησιμοποίησής του ως παραγωγικής δύναμης, καθυποταγμένο σε σχέσεις εξουσίας και κυριαρχίας με όρους της «κυβερνητικότητας» του Foucault.
Επιπλέον, το κύμα μετανάστευσης από την περιφέρεια προς τις πόλεις, ως αποτέλεσμα των απανωτών ηττών στους πολέμους και της οικονομικής ύφεσης, επέδρασε στη διαμόρφωση των δημόσιων πολιτικών, με κυρίαρχη στόχευση τη διατήρηση της κοινωνικής ειρήνης. Οι νεοφερμένοι στις πόλεις θεωρούνταν ως «ανεξέλεγκτα και μη ποιοτικά υποκείμενα, που δεν μπορούσαν να προσαρμοστούν στην κοινωνία»,[25] άρα και επιρρεπείς προς την εγκληματικότητα. Για τον λόγο αυτό, τα υποκείμενα έπρεπε να τεθούν υπό έλεγχο, μέσω των τεχνολογιών εξουσίας, ως προς την παραγωγική ικανότητα του σώματος σε μια καπιταλιστική τάξη πραγμάτων και βάσει των σχέσεων υποταγής και υπακοής. Ως εκ τούτου, η θεσμοποίηση των φυλακών βασίστηκε στην επωφέλεια της κοινωνίας και εκφράστηκε με συγκεκριμένες πολιτικές, τόσο για πρακτικούς όσο και για ιδεολογικούς λόγους. Δυστυχώς, όμως, η οθωμανική διοίκηση δεν χρηματοδότησε τις απαιτούμενες και προβλεπόμενες αλλαγές, εκτός από την ανέγερση του σωφρονιστηρίου Dersaadet Hapishane-yi Umumisi στην Κωνσταντινούπολη, το 1871, το οποίο ικανοποιούσε τις προτάσεις του Sir Canning. Το σχέδιο ήταν να οικοδομηθούν ανάλογα σωφρονιστήρια σε κάθε επαρχιακή πρωτεύουσα, αλλά δεν ευοδώθηκε τελικά.
Το πρώτο ολοκληρωμένο νομοθέτημα σχετικά με τις φυλακές εκδόθηκε τον Μάιο του 1880, ως «Νόμος περί της εσωτερικής διοικήσεως των εν ταις Αυτοκρατορικαίς χώραις φυλακών των καταδίκων και υποδίκων» (Hapishane ve Tevkifhane Nizamnamesi). Στα έξι συνολικά κεφάλαια και τα ενενήντα επτά άρθρα του γίνεται ο διαχωρισμός των φυλακών σε φυλακές των υποδίκων (tevkifhane) και σε αυτές των καταδίκων (hapishane), την κατηγοριοποίηση των αδικημάτων σε συγκεκριμένο τύπο φυλακών και την πρόβλεψη για ειδικά κατασκευασμένα σωφρονιστήρια σε συγκεκριμένες πόλεις της Αυτοκρατορίας. Επιπλέον, υπάρχουν διατάξεις για τη διαμονή, τη σίτιση, την ένδυση, την εργασία, την υγεία και την υγιεινή των κρατουμένων, τη συμπεριφορά και καθηκόντων των σωφρονιστικών υπαλλήλων.
Παρότι, λοιπόν, δεν επικυρώθηκε με σουλτανικό διάταγμα και γι’ αυτό ενείχε ανεπίσημη ισχύ, πρόκειται για ένα μοναδικό νομοθέτημα στη σωφρονιστική ιστορία της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας. Καθίσταται σαφές ότι η ίδρυση των οθωμανικών φυλακών βασίστηκε στη λογική της ηθικής αναμόρφωσης των κρατουμένων, όπως ακριβώς συνέβη και στη Δυτική Ευρώπη και την Αμερική κατά τον 18ο αιώνα. Οι αναμορφωτές των οθωμανικών φυλακών βασίστηκαν κυρίως στις γαλλικές και πρωσικές φυλακές και προσάρμοσαν τα πρότυπα στις ανάγκες και τις ιδιαιτερότητες της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας. Με αυτό τον τρόπο οι φυλακές λειτουργούσαν, εκτός από χώροι διαχωρισμού των επικίνδυνων στοιχείων από την κοινωνία, και ως χώροι αναμόρφωσης, με την επιτέλεση λειτουργιών όπως η εκπαίδευση, η ηθική και θρησκευτική διαπαιδαγώγηση και η επαγγελματική κατάρτιση. Ειδικά μετά το 1876, οι κρατούμενοι ήταν υποχρεωμένοι να μαθαίνουν γραφή και ανάγνωση και να εκπαιδεύονται σε κάποια τέχνη, την οποία θα μπορούσαν να εξασκήσουν μετά την απελευθέρωσή τους.[26]
Στις αρχές του 20ού αιώνα, η Επιτροπή Ένωσης και Προόδου προχώρησε σε μια ριζική μεταρρύθμιση του σωφρονιστικού συστήματος, με την ίδρυση Γραφείου Γενικής Διοίκησης Φυλακών (Hapishaneler Idaresi Umumiye Müdürlüğü), στην ευρύτερη προσπάθεια για τη μετατροπή της Αυτοκρατορίας σε ένα σύγχρονο, αποτελεσματικό και ισχυρό κράτος. Παρόλα αυτά, πρώτα έπρεπε να επιλυθούν τα χρόνια προβλήματα στέγασης, πληθυσμιακού κορεσμού, κακής διατροφής, άθλιων συνθηκών υγείας και υγιεινής των οθωμανικών φυλακών των περασμένων ετών. Σε αυτό το πλαίσιο, η Επιτροπή προχώρησε στη συστηματική υλοποίηση του Κανονισμού των Φυλακών του 1880, σε τρεις αλληλένδετους τομείς: α) την κατασκευή νέων φυλακών και την ανακαίνιση των υπαρχουσών, β) τη βελτίωση των συνθηκών υγείας και υγιεινής, και γ) την υλοποίηση προγραμμάτων επανένταξης των κρατουμένων, όπως η κοσμική και θρησκευτική εκπαίδευση, η εκμάθηση κάποιας τέχνης και η εργασία.
Επιπλέον, τον Ιούνιο του 1911 εκδόθηκε ο επικαιροποιημένος Κώδικας του 1858, ο οποίος υπέστη ριζικές αλλαγές. Στα τέσσερα κεφάλαια και στα συνολικά 265 άρθρα του οι κυριότερες τροποποιήσεις εστίαζαν: α) στον εξορθολογισμό των ποινών και των ποινικών διαδικασιών, β) στην επέκταση και τον συγκεντρωτισμό της κυβερνητικής εξουσίας στην απονομή δικαιοσύνης, γ) στην απόκτηση του μονοπωλίου πάνω στη χρήση της βίας, με την ανάληψη αποκλειστικής εξουσίας στον καθορισμό και την επιβολή ποινών, και δ) στην ελαχιστοποίηση των ενδιάμεσων ανάμεσα στην κεντρική εξουσία και τους εγκληματίες. Επιπλέον, εισήγαγε καινοτομίες, όπως η κατάργηση των βασανιστηρίων, η αφαίρεση του χρόνου της προφυλάκισης από τη συνολική ποινή, η ιδιαίτερη πρόνοια για τους ανήλικους, τους φρενοβλαβείς και την αυτοάμυνα, η εισαγωγή νέων αδικημάτων, όπως η δωροδοκία, και η κατηγοριοποίηση των εγκλημάτων. Η σαρωτική αναθεώρηση του ποινικού κώδικα κατέληξε στη δημιουργία ενός κεντρικού συστήματος φυλακών και οδήγησε σε ευρύτατες μεταρρυθμίσεις στις φυλακές της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας.[27]
Μέσα στο πλαίσιο των αυτών μεταρρυθμίσεων του Κώδικα του 1911, υιοθετήθηκε η ετήσια απογραφή στις φυλακές μέσω ερωτηματολογίου, στο οποίο καταγράφονταν πληροφορίες για όλες τις πτυχές της ζωής στις φυλακές.[28] Ο φουκωϊκός όρος “tableaux vivants” υποδηλώνει μια τεχνική εξουσίας που δρα ως εργαλείο οργάνωσης, επισκόπησης και πειθαρχίας και μετατρέπει διάσκορπα, άχρηστα ή επικίνδυνα πλήθη σε ταξινομημένες πολλαπλότητες. Η γνώση της βιογραφίας του κρατουμένου αποκαλύπτει τον εγκληματία πριν από τη διεξαγωγή του εγκλήματος και προσθέτει εμφατικά στη δικαστική αξιολόγησή του.
Δημιουργήθηκε ένα ενιαίο ερωτηματολόγιο, το οποίο διανεμήθηκε σε όλες τις φυλακές της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, παρέχοντας ταυτόχρονα πληροφορίες για το άτομο και το σύνολο, ατομική και συλλογική γνώση. Μέσω αυτής της διαδικασίας οι κρατούμενοι ταξινομήθηκαν σε κατανοητά τμήματα και ταυτόχρονα αθροίστηκαν σε καταληπτές οντότητες, παρέχοντας την ευκαιρία να εξαχθούν στατιστικά δεδομένα που δημιουργούσαν και απέδιδαν ταυτότητες. Με αυτό τον τρόπο, ο πληθυσμός της φυλακής διαιρέθηκε σε διαχειρίσιμα μέρη και παράλληλα συσσωματώθηκε σε ένα νοητό σύνολο, το οποίο οι οθωμανικές αρχές μπορούσαν να διαχειριστούν, να ελέγξουν και να πειθαρχικοποιήσουν.
Παρότι η δικαιοδοσία των ιεροδικείων περιορίστηκε πλέον στο οικογενειακό δίκαιο, δεν καταργήθηκε ο ισλαμικός νόμος ούτε μειώθηκε η ισχύς τους. Αντιθέτως, αυτές οι μεταρρυθμίσεις αποτελούν μια βαθιά τομή στη σχέση κράτους και θρησκείας, καθώς ούτε καταργούν ούτε αντικαθιστούν το ένα το άλλο. Αντανακλούν την ανάδυση μιας μοναδικής οθωμανικής νεωτερικότητας, που συγχώνευσε τις πρακτικές και τους θεσμούς της παραδοσιακής ισλαμικής ποινικής δικαιοσύνης με νέες μεθόδους διακυβέρνησης. Έτσι, αναδείχθηκε ένα σύγχρονο δικαστικό σύστημα, το οποίο, αφενός, βασιζόταν και αφετέρου νομιμοποιούνταν μέσα από τις ισλαμικές νομικές πρακτικές, αρχές και πρότυπα, αλλά παράλληλα ανανεωνόταν για να συναντήσει τις δομές και τις απαιτήσεις ενός εξελισσόμενου κόσμου.[29]
Η δημιουργία των κεντρικών φυλακών της οθωμανικής Θεσσαλονίκης στο Yedi Kule ακολουθεί τη μακρά παράδοση της στέγασης των φυλακών σε φρούρια, πύργους και κάστρα, αλλά παράλληλα σχετίζεται με τη μετατόπιση του διοικητικού κέντρου από την Ακρόπολη στο κέντρο της πόλης, με την ανέγερση του Κονακίου ως διοικητικού κέντρου του βαλή και της κατεδάφισης των θαλάσσιων τειχών, που έστρεψε την οπτική της πόλης προς τη θάλασσα. Δεν υπάρχει ακριβής χρονολογία της μετατροπής τους φρουρίου σε φυλακές, αλλά υπολογίζεται ότι η μετατροπή συντελέστηκε κατά το πρώτο μισό της δεκαετίας του 1890.
Σε χαρτογραφική αποτύπωση[30] που φυλάσσεται στο Κέντρο Ιστορίας Θεσσαλονίκης δεν αποτυπώνονται ακόμα οι φυλακές, αλλά στον χώρο του Γεντί Κουλέ υπάρχει η ένδειξη “chateau”.

Αντίθετα, στον χάρτη του Κέντρου Αρχιτεκτονικής του Δήμου Θεσσαλονίκης,[31] που χρονολογείται στα 1898-1899, η λέξη “chateau” αντικαθίσταται από την λέξη “prison”, υποδεικνύοντας ότι η μετατροπή είχε ήδη λάβει χώρα κάποια στιγμή τη δεκαετία του 1890.

Σε έγγραφο[32] που φυλάσσεται στα οθωμανικά αρχεία της Κωνσταντινούπολης της 8 Mayıs 1310 (έτος Εγίρας 15 Zilkade 1311, καθ’ ημάς 20 Μαΐου 1894) απονέμεται στον Osman Hamdi Efendi, διευθυντή της φυλακής της Θεσσαλονίκης, ο πέμπτος και υψηλότερος βαθμός του τάγματος Mecidiye Nişanı, για τις υπηρεσίες του κατά την κατασκευή των φυλακών του Γεντί Κουλέ. Άρα, ήδη από τις αρχές της δεκαετίας του 1890, η οθωμανική διοίκηση είχε προχωρήσει σε ένα πρόγραμμα επισκευών, προσθηκών και ανακατασκευών για τη μετατροπή του βυζαντινού φρουρίου σε συγκρότημα φυλακών, ανταποκρινόμενου στο νέο του ρόλο.
Σε αυτό το πλαίσιο των ανακατασκευών, κατασκευάζονται θάλαμοι κρατουμένων και κτίρια διοίκησης και παράλληλα φράσσονται οι δίοδοι, διαιρείται το εσωτερικό σε πέντε αυλές με ακτινωτές μάντρες, που συγκλίνουν σε κεντρικό φυλάκιο-παρατηρητήριο. Στις τρεις από αυτές τις αυλές αντιστοιχεί από ένας διώροφος θάλαμος κρατουμένων και ένα φυλάκιο. Στις υπολειπόμενες δύο αυλές βρίσκονται η εκκλησία των φυλακών και διάφορες βοηθητικές κατασκευές. Στη νότια πλευρά εγκαθίστανται τα κτίρια της διοίκησης, άλλοι βοηθητικοί χώροι, στα ανατολικά τοποθετούνται οι γυναικείες φυλακές, στα δυτικά η απομόνωση και κατά μήκος του περιδρόμου υπήρχαν επιπλέον φυλάκια επιτήρησης. Επιπλέον, στα κτίρια που βρίσκονται στη βορειοδυτική γωνία του φρουρίου στεγάζονταν οι στρατιωτικές φυλακές.[33]
Ένα άλλο δημοσίευμα της Journal de Salonique την 7η Ιανουαρίου 1897 αναφέρει ότι ο διευθυντής των κεντρικών φυλακών Γεντί Κουλέ, Ιμπραήμ Εφέντη, από το διορισμό του και μετά προσέφερε πάρα πολλά βάσει των διοικητικών του ικανοτήτων, οι οποίες εγγυούνταν την τάξη, την καθαριότητα και την πειθαρχία που επικρατούσαν τόσο στο νοσοκομείο όσο και σε όλους τους χώρους των φυλακών. Συνεπώς, ήδη από το 1896 το Γεντί Κουλέ λειτουργούσε ως φυλακή, χωρίς βέβαια να είναι ξεκάθαρο αν ήταν οι μοναδικές φυλακές ή παράλληλα λειτουργούσαν και οι εντός της πόλης φυλακές. Ο Νίδεγλης[34] και ο Δημητριάδης[35] επισημαίνουν ότι το 1899 το Γεντί Κουλέ στεγάζει τις γυναικείες και τις ανδρικές φυλακές σε κοινούς θαλάμους, χωρίς διαχωρισμό ανάλογα με το αδίκημα ή την ηλικία, καθώς λόγω της αρχιτεκτονικής δεν υπήρχαν ατομικά κελιά.
Την πρώτη δεκαετία λειτουργίας του Γεντί Κουλέ ως φυλακής, υπάρχει μια δυστοκία ταύτισης, μέσω δημοσιευμάτων, αν ήταν η κεντρική φυλακή της Θεσσαλονίκης ή η φυλακή στο Κονάκι παρέμενε ως κεντρική. Σε δημοσίευμα αναφέρεται η επίσκεψη του γενικού επιθεωρητή Hussein Hilmi Paşa το 1903 στην κεντρική φυλακή της Θεσσαλονίκης, χωρίς να αναφέρει ποια είναι αυτή, κατά την οποία διαπίστωσε ότι δεν υπήρχε διαχωρισμός υποδίκων και καταδίκων, δίνοντας εντολή για την ανέγερση ενός κτιρίου προφυλάκισης. Πάντως, στο φύλλο 931 της 24ης Απριλίου 1905 της Journal de Salonique, γίνεται μνεία στην επίσκεψη του υποπροξένου της Σερβίας στο Γεντί Κουλέ, που χαρακτηρίζεται ως κεντρική φυλακή της Θεσσαλονίκης. Φυσικά, δεν λείπουν τα δημοσιεύματα για ταραχές στις φυλακές, όπως, για παράδειγμα, επίθεση των κρατουμένων στους φρουρούς της φυλακής με αυτοσχέδια όπλα[36] ή διαπληκτισμοί ανάμεσα σε κρατούμενους.[37]
Γενικότερα, τόσο στα δημοσιεύματα όσο και στα έγγραφα από τα αρχεία δημιουργείται μια εικόνα ευταξίας και πειθαρχίας για τις φυλακές της πόλης, Κονάκι και Γεντί Κουλέ, ενώ ακόμα κι όταν αναφέρονται σε προβλήματα, περιορίζονται στις βασικές πληροφορίες, χωρίς πολλές λεπτομέρειες. Σε αυτό το στόχο συνηγορεί η απογραφή της κεντρικής φυλακής Θεσσαλονίκης του 1905,[38] βάσει της οποίας οι έγκλειστοι τη δεδομένη στιγμή ανέρχονταν σε 4.159,[39] ως ακολούθως:
Ποινή |
Σύνολο κρατουμένων |
Καταναγκαστική εργασία (ισόβια ή ορισμένου χρόνου) |
435 |
Κατηγορούμενοι για εγκλήματα |
120 |
Κατηγορούμενοι για παραβάσεις |
284 |
Κατηγορούμενοι που εκτέλεσαν την ποινή τους |
487 |
Κατάδικοι που στάλθηκαν σε άλλες φυλακές της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας |
197 |
Απελευθερώσεις |
889 |
Απονομή χάριτος |
208 |
Θάνατοι |
103 |
Αποδράσεις |
5 |
Ο συντάκτης σχολιάζει ότι σε συνολικό πληθυσμό του βιλαετίου Θεσσαλονίκης 1.070.000, οι κρατούμενοι ήταν 2.728, δηλαδή αντιστοιχούσαν, κατά μέσο όρο, 2 και 4/5 ανά 1.000 κατοίκους, αριθμός που είναι πολύ χαμηλότερος από τις υπόλοιπες περιοχές της Αυτοκρατορίας, αλλά και της Ευρώπης. Άρα, το βιλαέτι της Θεσσαλονίκης αναδεικνύεται σε μια από τις ειρηνικότερες περιοχές της Αυτοκρατορίας κι όχι μόνο. Συμπερασματικά, μάλλον η κατάσταση εξωραΐζεται στα μάτια του κοινού, γιατί ούτως ή άλλως η φυλακή ως ίδρυμα είναι μια «ενοχλητική» κατάσταση για τον μέσο πολίτη, μια αντικανονικότητα, και η άγνοια των γεγονότων είναι η λήθη την οποία προτιμάει να απολαμβάνει.
Το 1912 η Θεσσαλονίκη προσαρτάται στο ελληνικό κράτος κι έτσι το Γεντί Κουλέ περνάει στη δικαιοδοσία του Υπουργείου Δικαιοσύνης, αλλά παρόλα αυτά οι άθλιες συνθήκες διαβίωσης και η εξαθλίωση των εγκλείστων συνεχίζουν να υπάρχουν. Χαρακτηριστική είναι η επιστολή που απέστειλαν τριάντα κρατούμενοι στον μητροπολίτη Θεσσαλονίκης Γεννάδιο, τον Αύγουστο του 1915, αιτούμενοι τη διαμεσολάβησή του, ώστε να διαχωριστούν οι κρατούμενοι ανάλογα με το παράπτωμα, σε ισοβίτες και σε κρατούμενους για πιο ήπια εγκλήματα. Βασική απαίτηση ήταν η απομάκρυνση από τους κοινούς θαλάμους των χασισοποτών και όσων ακολουθούσαν έκλυτη ζωή λόγω αλκοόλ και σεξουαλικότητας.[40]
Χαρακτηριστική είναι και η μαρτυρία του Γιώργου Ιορδάνου, που κρατούνταν στο Γεντί Κουλέ από τον Μάρτιο του 1918 έως το 1920. Με την απελευθέρωσή του εξέδωσε το βιβλίο Από τον τάφο των ζωντανών, περιγράφοντας με τα μελανότερα χρώματα τις απάνθρωπες συνθήκες που επικρατούσαν εντός των φυλακών και την επαφή του με τη σκληρή μορφή της εξουσίας, η οποία εξευτέλιζε κάθε ικμάδα της ανθρώπινης αξιοπρέπειας. Μέσα από τις σελίδες αναδύονται οι μορφές του διευθυντή Μ., του υπαρχιφύλακα Λ., των υπολοίπων φυλάκων αλλά και των κρατουμένων, αναδεικνύοντας τους ρόλους που είχε ο καθένας και τις σχέσεις εξουσιαστών-εξουσιαζομένων. Ειδικά, οι κρατούμενοι –Έλληνες, Τούρκοι, Ισραηλίτες, βουλγαρόφωνοι– κρατούνταν χωρίς διαχωρισμό ανάμεσα σε κλέφτες, δολοφόνους, χρεωκοπημένους εμπόρους, χασικλήδες, κομμουνιστές, πολιτικούς κατάδικους, βουλγαρόφωνους λιποτάκτες από τον στρατό, οι οποίοι βρίσκονταν στους θαλάμους «ριγμένοι, στιβαγμένοι, στριμωγμένοι έκειντο εκτάδην εκεί οικτρά και απαίσια θύματα περί τους εκατόν χλωμοί, ξέχρωμοι, μισοπεθαμένοι κρατούμενοι».[41] Συνεχίζοντας την αφήγησή του, αναφέρεται στο χαρτοπαίγνιο που γινόταν στις φυλακές, στην εξαγορά της σιωπής, στη διαμεσολάβηση των δικηγόρων και των «μεσιτών», στους βιασμούς και στις σεξουαλικές επαφές μεταξύ των κρατούμενων.[42]
Δυστυχώς, αν όχι την ίδια, παρόμοια εικόνα αντίκρισε η αντεισαγγελέας Χρυσούλα Γιαταγάνα την πρώτη φορά που επισκέφθηκε υπηρεσιακά τις φυλακές, στα μέσα της δεκαετίας του 1980. Η περιγραφή της είναι χαρακτηριστική:[43]
«Πρώτα, έρχεται η επίθεση στους οσφρητικούς αδένες. Οι ακαθαρσίες από τη βουλωμένη τούρκικη τουαλέτα ρέουν στο πάτωμα του θαλάμου, όπου 40 με 55 κρατούμενοι στοιβάζονται σε 70 τετραγωνικά. Μέσα στη βρώμα από τα περιττώματα και τις ανάσες των εξαθλιωμένων, όλοι μαζί: ανήλικοι, ναρκομανείς, φυματικοί, ισοβίτες.
Μετά η πληγή στα μάτια. Τα κρεβάτια σπασμένα, τα στρώματα σκισμένα, ανήλικα παιδιά τρομαγμένα ανάμεσα σε ισοβίτες και σκληρούς βαρυποινίτες, άνθρωποι μαστουρωμένοι και άνθρωποι σε στέρηση, βαριά άρρωστοι, ακίνητοι στα κρεβάτια τους και κάτωχροι, θαρρείς σε θάλαμο νεκροτομείου. Αιμόπτυση μπροστά μου και οι άλλοι να φωνάζουν “έχει χτικιό, έχει χτικιό, θα μας κολλήσει όλους”».
Το Γεντί Κουλέ υπήρξε μια από τις σκληρότερες φυλακές στην μακραίωνη ιστορία της Θεσσαλονίκης, και πιθανώς «η δεύτερη (μετά το Ανάπλι) χειρότερη φυλακή του ελληνικού χώρου»[44], στην οποία ο σωφρονισμός εξισώθηκε με την ταπείνωση, τον πόνο, την καταρράκωση του σώματος, της ψυχής, του πνεύματος και της αξιοπρέπειας των κρατουμένων. Ο εξευτελισμός της ανθρώπινης αξιοπρέπειας πήρε πολλαπλές μορφές, όπως το ρουφιάνεμα, η αποκτήνωση από τοn συγχρωτισμό διαφορετικών τύπων κακοποιών, από δολοφόνους και παιδεραστές μέχρι μικροαπατεώνες και ανήλικους, η χυδαιοποίηση της επικοινωνίας, η ατίμωση, οι σωματικές τιμωρίες, οι βιασμοί από τους φύλακες σε καθημερινή βάση.
Το Γεντί Κουλέ Θεσσαλονίκης αποτελεί ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα φυλακής όπου τα σύγχρονα σωφρονιστικά συστήματα δεν εφαρμόστηκαν από την ίδρυση μέχρι την κατάργησή της. Οι μεταρρυθμίσεις της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας ουσιαστικά δεν εφαρμόστηκαν στην ολότητά τους στις φυλακές. Αντίθετα, οι φυλακές της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας χρησιμοποιήθηκαν ως «εργαστήρια νεωτερικότητας», ενεργώντας ως εργαλεία κοινωνικού ελέγχου και πειθάρχησης, στην ύστατη προσπάθεια να διατηρηθεί η εδαφική κυριαρχία, να συγκεντρωθεί η εξουσία στα χέρια της κεντρικής διοίκησης, να καταπνιγούν οι εσωτερικές αναταραχές, να δημιουργηθεί μια βιομηχανική καπιταλιστική οικονομία βασισμένη σε μια μουσουλμανική επιχειρηματική μεσαία τάξη και να αντιμετωπιστεί η ευρωπαϊκή πολιτική επεκτατισμού και οικονομικής καταπάτησης. Γι’ αυτό οι φυλακές διαθέτουν την ικανότητα να δρουν ως παρατηρητήρια της οθωμανικής νεωτερικότητας και να παρέχουν σαφείς πληροφορίες για την ευρύτερη κοινωνικο-οικονομική, πολιτική, πολιτιστική και ιδεολογική μεταστροφή της ύστερης οθωμανικής κοινωνίας.[45]
Μετά το 1912 το ελληνικό κράτος έδειξε μια ιδιαίτερη αμέλεια στην εφαρμογή της σχετικής ισχύουσας νομοθεσίας καθ’ όλη τη διάρκεια λειτουργίας του Γεντί Κουλέ, μέχρι το 1989. Ο Νίγδελης επισημαίνει ότι ο όρος «κατάλληλη μεταχείριση του εγκληματία», που περιέχεται στον Σωφρονιστικό Κώδικα, είναι «ωραιοποιημένη έκφραση, η οποία απέχει σε αρκετές περιπτώσεις πολύ από την πραγματικότητα [...], στο Γεντί Κουλέ σημαίνει ρουφιανιά, χυδαιοποιημένες εκφράσεις, διάλυση της προσωπικότητας, απίθανος συγχρωτισμός παιδεραστών, κλεπτών, νταβατζήδων, τοξικομανών, λαθρεμπόρων, όπου όλοι δίδασκαν σε όλους τα μυστικά της τέχνης τους [...]. Σήμαινε ότι βρίσκεσαι στο έλεος του φύλακα, της μεγάλης εξουσίας».[46]
Όπως υπογραμμίζει ο Κορδομενίδης, το Επταπύργιο ως βυζαντινό οχυρό, και το Γεντί Κουλέ ως φυλακές, «είναι ο τόπος όπου με ακραίο τρόπο συναντώνται η αισθητική του κάλλους και της μεγαλοπρέπειας με την αντιαισθητική του άσχημου και του ευτελούς· είναι ο τόπος όπου μπορούν να συνυπάρχουν η επίσημη αισθητική με την ανεπίσημη, η αυτοκρατορική και τυραννική λογική με τη λογική της εσωτερικής αντίστασης, η λογική της επιτήρησης και της απαγόρευσης με τη λογική της ελεύθερης έκφρασης».[47]
Τελικά, το Γεντί Κουλέ έκλεισε υπό το βάρος των αποκαλύψεων κι όχι από την ηθική υποχρέωση ενός πολιτισμένου κράτους να αντιμετωπίζει με ισότητα και ισονομία τους πολίτες του όλων των κατηγοριών. Πολύ περισσότερο δεν έκλεισε εξαιτίας μιας διάθεσης εξυγίανσης και εφαρμογής του δικαίου των ανθρωπίνων δικαιωμάτων. Σύμφωνα με τον Tilley,[48] ο χώρος «δεν υπάρχει αποκομμένος από τα συμβάντα και τις δραστηριότητες στις οποίες εμπλέκεται», αλλά, αντιθέτως, παράγεται εξαιτίας των κοινωνικών δραστηριοτήτων των ανθρώπων που τον ορίζουν. Στην περίπτωση των μνημείων, αυτά τελικά προσδιορίζονται από τις χρήσεις τους, δημιουργώντας σχεσιακές και συμβολικές εννοιολογήσεις ανάμεσα στο γνωσιακό, υλικό και συγκινησιακό. Έτσι, το Γεντί Κουλέ παρέμεινε στη συλλογική μνήμη ως κολαστήριο, κάτεργο, τόπος βασανισμού και μαρτυρίου, υγρός τάφος, αποθήκη ψυχών, και δημιούργησε μια ισχυρή μυθοπλασία, εκφραζόμενη μέσα από τραγούδια, μουσική και λογοτεχνία.
- Ιωάννης Μαματόπουλος, «Θεωρητικές προσεγγίσεις του εγκλήματος – Η μεταχείριση του εγκληματία: Η φυλακή ως θεσμός σωφρονισμού και καταστολής», ανέκδοτη μεταπτυχιακή εργασία, Πανεπιστήμιο Μακεδονίας, Θεσσαλονίκη 2012, σ. 81. ↑
- Η αραβική λέξη حاديث (hadith) σημαίνει παράδοση και αναφέρεται στο σύνολο των αφηγήσεων για τα λόγια, τις πράξεις ή τις σιωπηλές εγκρίσεις πρακτικών που αποδίδονται στον Προφήτη Μωάμεθ και χρησιμοποιούνται για θρησκευτική, νομική και ηθική καθοδήγηση. Βασικό τμήμα των Χαντίθ είναι η Σούννα سنة (sunnah), που σημαίνει μονοπάτι, μέθοδος, τρόπος, περιλαμβάνοντας παραδείγματα προς μίμηση για όλες τις πτυχές του βίου των μουσουλμάνων και ακολουθείται κατά γράμμα. ↑
- Peter Sugar, Η νοτιοανατολική Ευρώπη κάτω από οθωμανική κυριαρχία, 1354-1804, μτφρ. Παυλίνα Μπαλουξή, τόμ. Α', Εκδόσεις Σμίλη, Αθήνα 1994, σ. 26. ↑
- Gülnıhal Bozkurt, “Review of the ottoman legal system”, OTAM Ankara Üniversitesi, 3 (Απρίλιος1992), 115-128. ↑
- Η αραβική λέξη سياسة που σημαίνει πολιτική. ↑
- Bozkurt, ό.π., σ. 117· Paul J. Magnarella, “East meets west”, Analecta Isisiana, XXX (1998), 257-278. ↑
- Η αραβική λέξη قانون, στα τουρκικά ως “kanun”. ↑
- Η σύγχρονη νομική ματιά θεωρεί τον ισλαμικό νόμο της Σαρία αναχρονιστικό και δεσποτικό. Παρόλα αυτά, πρόκειται για ένα πολύ καλά οργανωμένο και υλοποιημένο δικαιϊκό σύστημα, στο οποίο οι υπήκοοι της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας είχαν την ίδια πρόσβαση στους κρατικούς φορείς και διαδικασίες, ανεξαρτήτως θρησκευτικής πίστης ή κοινοτικής προέλευσης. Η οθωμανική δικαιοσύνη διέθετε σχετικά σαφή όρια εξουσίας και δικαιοδοσίας, με τον Σουλτάνο αρχή και τέλος των ορίων. Ο Σουλτάνος λειτουργούσε ταυτόχρονα ως κοσμικός και θρησκευτικός ηγέτης, γεφυρώνοντας έτσι το κενό ανάμεσα στην κοσμική και τη θεϊκή εξουσία. ↑
- Στα αραβικά حد (hadd) σημαίνει «όριο» και πρόκειται για προκαθορισμένες ποινές στο Κοράνι και τις ερμηνείες για εγκλήματα απέναντι στα δικαιώματα του Θεού. Τα έξι εγκλήματα για τα οποία οι ποινές ήταν προκαθορισμένες είναι η κλοπή (ακρωτηριασμός του χεριού), παράνομες σεξουαλικές σχέσεις (θάνατος με λιθοβολισμό ή εκατό βουρδουλιές), αναπόδεικτη κατηγορία για παράνομες σεξουαλικές σχέσεις (ογδόντα βουρδουλιές), πόση αλκοόλ (ογδόντα βουρδουλιές), αποστασία (θανατική ποινή ή εξορία) και ληστεία (θάνατος). ↑
- Στα αραβικά قصاص (qisas) σημαίνει «ισότητα» και πρόκειται για την ποινή των αντιποίνων που προβλεπόταν στον ισλαμικό νόμο για εγκλήματα όπως φόνος, ανθρωποκτονία εκ προμελέτης, ακούσια δολοφονία, σκόπιμη και ακούσια σωματική βλάβη. Στις περιπτώσεις δολοφονίας εκ προμελέτης και σκόπιμης σωματικής βλάβης, η οικογένεια ή το θύμα ίσως παραιτούνταν από τα αντίποινα και εκβίαζε χρηματική αποζημίωση. Σε άλλες περιπτώσεις, μόνο χρηματική αποζημίωση μπορούσε να αποσπαστεί. Η οικογένεια του δράστη ήταν υπεύθυνη για την πληρωμή της αποζημίωσης, η οποία διαμοιραζόταν στην οικογένεια του θύματος. Γενικά, οι ποινές qisas απαιτούσαν ισορροπία ανάμεσα στο έγκλημα και την αποδιδόμενη ποινή. ↑
- Στα αραβικά تعزير (ta’azir), που σημαίνει «τιμωρία»: πρόκειται για ποινές που δεν εμπίπτουν στις προκαθορισμένες hadd ποινές του Κορανίου. Παρότι έχουν την ίδια φύση, ο καθορισμός έγκειται στη διακριτική ευχέρεια του δικαστή (καδή) και εφαρμόζονται κατά περίπτωση, κυμαινόμενες από τη θανατική ποινή έως το μαστίγωμα, χωρίς όμως να υπερβαίνουν τις ποινές της Σαρία. Σε γενικές γραμμές, οι ποινές αυτής της κατηγορίας καθορίζονται από τη συναίνεση της κοινωνίας, το εθιμικό δίκαιο ή την αναλογία με τις ποινές qisas. ↑
- Στα αραβικά سياسع (siyasa), που σημαίνει «πολιτική»: πρόκειται για ποινές που αφορούσαν εγκλήματα κατά του κράτους και της κυβέρνησης, όπως η κατάχρηση της εκτελεστικής εξουσίας. Πρόκειται για ποινές διακριτικής ευχέρειας και μπορούσαν να επιβληθούν απευθείας, χωρίς πρότερη δικαστική εποπτεία από τον καδή. ↑
- Kent F. Schull, Prisons in the late Ottoman Empire: Microcosms of modernity, Edinburgh University Press, Edinburgh 2014, σ. 21· Χαράλαμπος Νικ. Δημόπουλος, Η φυλακή: Ιστορική και αρχιτεκτονική προσέγγιση, Αντ. Ν. Σάκκουλας, Αθήνα 2003, σσ. 129-131. ↑
- Ο τρόπος θανάτωσης εμπεριείχε έντονο σωματικό πόνο, όπως για παράδειγμα το σούβλισμα, ο διοβελισμός, η πυρά, η σταύρωση, η εκδορά του σώματος, η συντριβή των αρθρώσεων μέχρι την επέλευση του θανάτου, ο καταποντισμός σε τσιγκέλια ή ράβδους, ο διαμελισμός, ο εντοιχισμός εν ζωή, κυρίως για τους κατασκόπους, ο απαγχονισμός, η θανάτωση με στεφάνη, ο λιθοβολισμός, και ο σκοπός ήταν να υποφέρει ο δράστης. ↑
- Η εφευρετικότητα, όπως η καύση τμημάτων του σώματος σε θράκα ή κοχλαστό νερό, η συντριβή των αρθρώσεων, ο ξυλοδαρμός, τα υπέρογκα βάρη στους ώμους, ο ραβδισμός στις φτέρνες, το μαστίγωμα, η φάλαγγα, οι ακρωτηριασμοί, π.χ. η ρινοτομιά, η γλωσσοτομία και η εκτύφλωση, ήταν το κυρίαρχο χαρακτηριστικό στην απονομή των σωματικών ποινών. ↑
- Στα αραβικά دية (diya) ή αμοιβή εγκλήματος: πρόκειται για τις χρηματικές αποζημιώσεις που πληρώνονται στο θύμα ή τους κληρονόμους του σε περιπτώσεις φόνου, σκόπιμης σωματικής βλάβης ή καταστροφής ιδιοκτησίας. Είναι εναλλακτική ποινή προς αποφυγή αυτής των αντιποίνων. ↑
- Οι κλοπές αποτελούσαν το συνηθέστερο αδίκημα κατά τον 18ο αιώνα. Η ποικιλία κυμαίνονταν από μικροκλοπές έως ένοπλες ή μη ληστείες, είτε στο δρόμο είτε σε σπίτια, μαγαζιά ή/και πανδοχεία. Η βασικότερη ποινή, στο μεγαλύτερο ποσοστό καταδικών για κλοπές, ήταν η καταναγκαστική εργασία στις γαλέρες. Η τακτική αυτή πιθανώς να αντικατοπτρίζει τόσο την ανάγκη του οθωμανικού ναυτικού για κωπηλάτες όσο και τον αυξανόμενο ρυθμό της εγκληματικότητας. Η καινοτομία της ποινής αυτής, σε σύγκριση με τις πρότερα χρησιμοποιούμενες ποινές, έγκειται στην άμεση εξεύρεση φθηνού εργατικού δυναμικού, καθώς η καταδίκη των παραβατών σε κοπιαστική χειρωνακτική εργασία, αφενός, χρησιμεύει στο κράτος και, αφετέρου, η σκληρή τιμωρία συμβάλλει στην απομάκρυνσή τους από την παραβατικότητα στο μέλλον. ↑
- Metin M. Cosgel, Bogac A. Ergene, Haggay Etkes, Thomas J. Miceli, “Controlling corruption in law enforcement: Incentives, safeguards, and institutional change in Ottoman Empire”, Working paper 2011-18, University of Connecticut, Department of Economics (Σεπτέμβριος 2011), στην ιστοσελίδα https://media.economics.uconn.edu/working/2011-18.pdf [ανακτήθηκε στις 3 Μαΐου 2026]. ↑
- Hasan Şen, “The transformation of politics of punishment and the birth of prison in the Ottoman Empire, 1845-1910”, ανέκδοτη διπλωματική εργασία, Atatürk Institute for Modern History, Boğaziçi University, Istanbul 2005, σσ. 8-9. ↑
- Fariba Zarinebaf, Crime and punishment in Istanbul 1700-1800, University of California Press, Berkeley 2010, σσ. 169-171. ↑
- Schull, ό.π., σ. 45· Arthur Griffiths, The history and romance of crime from the earliest times to the present day, The Grolier Society, London 1900, σ. 281. ↑
- Schull, ό.π., σ. 191. ↑
- Στο ίδιο, σ. 43. ↑
- Στο ίδιο. ↑
- Şen, ό.π., σ. 24 ↑
- Schull, ό.π., σσ. 47-48· Şen, ό.π., σ. 101. ↑
- Schull, ό.π., σ. 30. ↑
- Στα ερωτηματολόγια συλλέγονταν πληροφορίες για το φύλο, την οικογενειακή κατάσταση, την κοινωνική τάξη και το επάγγελμα, την εθνο-θρησκευτική/εθνική ταυτότητα, το επίπεδο εκπαίδευσης, την ημερομηνία φυλάκισης και τη διάρκεια της φυλάκισης, την καταδίκη και την ποινή, τις πιθανές υποτροπές. Επίσης, περιλάμβαναν πληροφορίες για τη διοίκηση των φυλακών, όπως προϋπολογισμοί και προσωπικό, αλλά και τις συνθήκες διαβίωσης, όπως η υγεία, η υγιεινή και η εργασία, εφόσον υπήρχαν εργαστήρια στη φυλακή. ↑
- Αικατερίνη Γιαννουκάκου, «Οθωμανικές φυλακές: το Γεντί Κουλέ», ανέκδοτη μεταπτυχιακή εργασία, Τμήμα Βαλκανικών, Σλαβικών και Ανατολικών Σπουδών, Πανεπιστήμιο Μακεδονίας, Θεσσαλονίκη 2019, σ. 80. ↑
- Κέντρο Ιστορίας Θεσσαλονίκης, Plan de la rade, de la ville & des environs de Salonique, Χάρτης αρ. 3708. ↑
- Αρχείο Χαρτογραφικής Κληρονομιάς, Χάρτης Θεσσαλονίκης: Φύλλο Α, αρ. Ε4869Α. ↑
- Devlet Arşivleri Başkanlığı, İstanbul, 7DH.MKT.202581H-08-05-1310. ↑
- Μαρία Β. Τριχιά, «Επταπύργιο - Γεντί Κουλέ: Ανατέμνοντας την ακρόπολη της Θεσσαλονίκης», ανέκδοτη μεταπτυχιακή εργασία, Τομέας Αρχαιολογίας και Ιστορίας της Αρχαίας και Βυζαντινής Τέχνης και Πολιτισμού, Τμήμα Ιστορίας και Αρχαιολογίας, Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης, Θεσσαλονίκη 2017, σσ. 87-88. ↑
- Κωνσταντίνος Νίγδελης, Επταπύργιο - Γεντί Κουλέ: Πορεία στο χρόνο..., Δήμος Συκεών, Θεσσαλονίκη 2002. ↑
- Βασίλης Δημητριάδης, Τοπογραφία της Θεσσαλονίκης κατά την εποχή της Τουρκοκρατίας, 1430-1912, Εταιρεία Μακεδονικών Σπουδών, Θεσσαλονίκη 1983, σ. 211. ↑
- Journal de Salonique, 17 Ιουλίου 1905. ↑
- Journal de Salonique, 15 Ιανουαρίου 1906. ↑
- Journal de Salonique, 20 Αυγούστου 1906. ↑
- Οι αριθμοί του δημοσιεύματος δεν επαληθεύονται, αλλά παρατίθενται αυτούσιοι. ↑
- «Γεντί Κουλέ. Το φρούριο των Παλαιολόγων που μετέτρεψαν σε κάτεργο οι Τούρκοι. Εκεί φυλακίστηκαν διαβόητοι κακοποιοί και εκτελέστηκαν δεκάδες πατριώτες από τους Γερμανούς», Μηχανή του Χρόνου (χ.χ.), στην ιστοσελίδα https://www.mixanitouxronou.gr/genti-koule-to-frourio-ton-paleologon-pou-metetrepsan-se-katergo-i-tourki-eki-filakistikan-diavoiti-kakopii-ke-ektelestikan-dekades-patriotes-apo-tous-germanous/ [ανακτήθηκε 6 Μαΐου 2026]. ↑
- Ντίνος Χριστιανόπουλος, «Ο συγγραφέας Γεώργιος Ιορδάνου και το βιβλίο του για το Γεντί Κουλέ», Εντευκτήριο, 1 (Οκτώβριος 1987), 3-24. ↑
- Στο ίδιο, σ. 8. ↑
- Χρυσούλα Γιαταγάνα, Γεντί Κουλέ: Η απολογία, Εκδόσεις Μολύβι, Θεσσαλονίκη 2018, σ. 12. ↑
- Βασίλης Κονιόρδος, Χρυσάνθη Χατζηαντωνίου, Φίλιππος Ωραιόπουλος, Ευπραξία Σαραφιανού, «Φρούριο Επταπυργίου», Αρχαιολογικόν Δελτίον, 47 (1992), 400-402. ↑
- Schull, ό.π., σσ. 43-44. ↑
- Νίγδελης, ό.π., σ. 24. ↑
- Γιώργος Κορδομενίδης, «Η βαρβαρότητα της επιλεκτικής μνήμης», Εντευκτήριο, 35 (καλοκαίρι 1996), 134. ↑
- Chris Tilley, «Χώρος, τόπος, τοπίο: Φαινομενολογικές προσεγγίσεις», Ελεάνα Γιαλούρη (επιμ.), Υλικός πολιτισμός: Η ανθρωπολογία στη χώρα των πραγμάτων, Εκδόσεις Αλεξάνδρεια, Αθήνα 2012, σ. 219. ↑
