Η μακρά διάρκεια του αυταρχισμού: Οι πολιτικοί κρατούμενοι στην Ελλάδα του 20ού αιώνα

Πολυμέρης Βόγλης

Συνήθως σκεφτόμαστε τις πολιτικές διώξεις και τους πολιτικούς κρατούμενους ως μια αναμενόμενη συνέπεια των λεγόμενων «ανώμαλων» περιόδων της ελληνικής ιστορίας. Για παράδειγμα, συζητάμε για τη δικτατορία των συνταγματαρχών και ανάμεσα στις άλλες πολιτικές του καθεστώτος (π.χ. λογοκρισία, απαγόρευση λειτουργίας πολιτικών κομμάτων, καταστολή) αναφέρουμε και τους πολιτικούς κρατούμενους, για να τεκμηριώσουμε τον αυταρχισμό του καθεστώτος. Θεωρώ ότι αυτή η προσέγγιση έχει λάθος αφετηρία. Για να σκεφτούμε διαφορετικά το ζήτημα των πολιτικών κρατουμένων, ας λάβουμε υπόψη μας δύο παραμέτρους. Η πρώτη παράμετρος είναι ότι οι τρεις περίοδοι που θεωρούνται «ανώμαλες» (δικτατορία Μεταξά, εμφύλιος πόλεμος, χούντα) αθροιστικά φτάνουν τα 15 χρόνια, άρα οι πολιτικές διώξεις δεν συνιστούν μια εξαίρεση αλλά κάτι διαφορετικό, το οποίο έχει και συνέχεια και διάρκεια. Η δεύτερη παράμετρος είναι ότι πολιτικοί κρατούμενοι υπάρχουν και στις «ομαλές» περιόδους, τόσο πριν όσο και κατά τη διάρκεια Μεσοπολέμου, αλλά και στα χρόνια της μετεμφυλιακής «καχεκτικής δημοκρατίας» (1949-1967). Άρα, έχουμε να κάνουμε με κάτι διαφορετικό. Οι πολιτικοί κρατούμενοι είναι ένα φαινόμενο το οποίο διατρέχει τη σύγχρονη ελληνική ιστορία από τα χρόνια του Εθνικού Διχασμού έως το 1974 και, συνεπώς, είναι αναπόσπαστο κομμάτι της ελληνικής ιστορίας. Με άλλα λόγια, είναι αδύνατον να κατανοήσουμε την ελληνική ιστορία του 20ού αιώνα εάν δεν λάβουμε υπόψη μας τις πολιτικές διώξεις.

Η θέση που θα υποστηρίξω σε αυτό το εισαγωγικό άρθρο είναι ότι οι πολιτικές διώξεις βρέθηκαν στον πυρήνα των κρατικών πολιτικών τουλάχιστον για μισό αιώνα. Οι πολιτικές διώξεις δεν αποτέλεσαν μια πλευρά της πολιτικής των κυβερνήσεων σε περιόδους εξαίρεσης, αλλά συνιστούσαν τη βασική κρατική πολιτική έναντι των πολιτικών αντιπάλων από τη δεκαετία του 1920 έως το 1974. Αυτή η θέση οδηγεί και σε μια άλλη διαπίστωση: Η μακρά διάρκεια και η μεγάλη έκταση του φαινομένου των πολιτικών διώξεων δείχνουν ότι η διάκριση μεταξύ αυταρχισμού και δημοκρατίας είναι αρκετά προβληματική και συζητήσιμη για μια πολύ μεγάλη περίοδο της σύγχρονης ελληνικής ιστορίας. Τείνουμε να σκεφτόμαστε τις πολιτικές μορφές διακυβέρνησης με διχοτομικούς όρους: σε μια χώρα θα υπάρχει είτε κοινοβουλευτική δημοκρατία είτε αυταρχικό καθεστώς. Για περίπου μισό αιώνα, αυτή η διαχωριστική γραμμή μεταξύ αυταρχισμού και δημοκρατίας στην Ελλάδα ήταν πολύ πιο θολή: δημοκρατικά εκλεγμένες κυβερνήσεις δεν είχαν κανένα πρόβλημα να καταφύγουν σε διώξεις, εκτοπίσεις, φυλακίσεις, βία κατά των πολιτικών αντιπάλων, στην προκειμένη περίπτωση της Αριστεράς. Επιπλέον, οι πολιτικές διώξεις διακρίνονται όχι μόνο από μεγάλη διάρκεια αλλά και από συνέχεια ή, για να το πω πιο απλά, το νομικό οπλοστάσιο που θα επιτρέψει τις διώξεις διαμορφώνεται από πολύ νωρίς και εφαρμόζεται για πάρα πολλά χρόνια, ενώ το ίδιο ισχύει για τις τιμωρητικές πρακτικές, δηλαδή τις ποινές.

Οι απαρχές των πολιτικών διώξεων

Στις αρχές του 20ού αιώνα οι διώξεις των πολιτικών αντιπάλων βασίστηκαν σε νόμο του 1871, που είχε θεσπιστεί για άλλο σκοπό, την καταπολέμηση της ληστείας. Ο νόμος του 1871 παρείχε τη δυνατότητα οι αρχές να εκτοπίζουν συγγενείς ληστών σε απομονωμένα μέρη. Με διαδοχικούς νόμους το 1913, το 1917 και το 1926 προβλεπόταν η ποινή της διοικητικής εκτόπισης όχι μόνο για τους συγγενείς των ληστών αλλά και για κάθε άτομο που κρινόταν «εν γένει» ύποπτο για την τέλεση πράξεων «αντικειμένων εις την δημοσίαν τάξιν, ησυχίαν και ασφάλειαν της χώρας». Η ποινή της διοικητικής εκτόπισης (εξορίας) επιβαλλόταν όχι από δικαστήρια αλλά από τις Επιτροπές Δημόσιας Ασφαλείας που λειτουργούσαν σε κάθε νομό και στελεχώνονταν από τον νομάρχη, τον αρμόδιο διοικητή της Χωροφυλακής και τον εισαγγελέα πρωτοδικών. Με βάση αυτούς τους νόμους θα εκτοπιστούν οι πρώτοι σοσιαλιστές και συνδικαλιστές, αλλά κατά κόρον θα εφαρμοστεί κυρίως στην κορύφωση του Εθνικού Διχασμού, για την εκτόπιση είτε μοναρχικών είτε βενιζελικών.[1]

Η πραγματική τομή ήλθε λίγα χρόνια μετά, με το Ιδιώνυμο, που θα αποτελέσει τη «μήτρα» όλων των νόμων για τις διώξεις σε βάρος της Αριστεράς στις επόμενες δεκαετίες. Το Ιδιώνυμο ψηφίστηκε από την κυβέρνηση των Φιλελευθέρων, το 1929, και προέβλεπε ότι «όστις επιδιώκει την εφαρμογήν ιδεών εχουσών ως έκδηλον σκοπόν την διά βιαίων μέσων ανατροπήν του κρατούντος κοινωνικού συστήματος ή την απόσπασιν μέρους εκ του όλου της Επικρατείας ή ενεργεί υπέρ της εφαρμογής αυτών προσηλυτισμόν» μπορούσε να φυλακιστεί για έξι μήνες και να εκτοπιστεί από ένα μήνα έως δύο χρόνια. Επίσης, εάν το αδίκημα διαπραττόταν μέσω του Τύπου προβλεπόταν η απαγόρευση άσκησης επαγγέλματος για έξι μήνες, οι δημόσιες συγκεντρώσεις και τα σωματεία που υποστήριζαν αυτές τις ιδέες απαγορεύονταν, και οι δημόσιοι υπάλληλοι θα ετίθεντο εκτός υπηρεσίας για περίοδο έως πέντε χρόνια (ενώ οι εκπαιδευτικοί, στρατιωτικοί και άνδρες των σωμάτων ασφαλείας θα απολύονταν).[2] Το Ιδιώνυμο στρεφόταν ευθέως κατά του ΚΚΕ, που είχε ιδρυθεί το 1924, το οποίο επαγγελλόταν την επανάσταση (στο φως των εξελίξεων που είχε δρομολογήσει η Οκτωβριανή Επανάσταση) και υπεράσπιζε τη θέση για «ανεξάρτητη Μακεδονία», που είχε υιοθετήσει την ίδια χρονιά, μετά από έντονες πιέσεις της Κομιντέρν και των Βούλγαρων συντρόφων.[3] Στα επόμενα χρόνια και μέχρι τη δικτατορία της 4ης Αυγούστου, το 95% όσων κρίθηκαν ένοχοι για αδικήματα «κατά της ασφαλείας της χώρας» καταδικάστηκαν με βάση το Ιδιώνυμο, πιο συγκεκριμένα 2.850 πολίτες. Η πιο συνηθισμένη ποινή εκείνα τα χρόνια ήταν η εξορία, και οι καταδικασμένοι εξέτιαν την ποινή τους σε διάφορα νησιά του Αιγαίου, όπως η Φολέγανδρος, η Ανάφη, η Κίμωλος, η Νάξος, η Γαύδος κ.ά.[4] Παράλληλα, στη δεκαετία του 1920 δημιουργήθηκαν και ειδικοί μηχανισμοί για την παρακολούθηση και δίωξη των κομμουνιστών. Στα 1925 ιδρύθηκε η Υπηρεσία Εθνικής Ασφαλείας, η οποία λίγο μετά, επί δικτατορίας Θεόδωρου Πάγκαλου, μετονομάστηκε σε Υπηρεσία Γενικής Ασφαλείας του Κράτους, με επικεφαλής τον γνωστό θεωρητικό του αντικομμουνισμού Γεώργιο Φεσσόπουλο.[5]

Οι πολιτικές διώξεις εντάθηκαν στα χρόνια της δικτατορίας του Μεταξά. Σε επίπεδο νομοθεσίας, ο Ιωάννης Μεταξάς ακολούθησε την πολιτική των προηγούμενων κυβερνήσεων και ο πρώτος σχετικός νόμος, ο Α.Ν. 117/1936, που θεσπίστηκε ενάμιση μήνα μετά την επιβολή της δικτατορίας, με τον εύγλωττο τίτλο «Περί μέτρων προς καταπολέμησιν του κομμουνισμού και των εκ τούτου συνεπειών», ακολουθούσε το «πνεύμα» του Ιδιώνυμου. Ωστόσο, ο Μεταξάς δεν ήταν απλά συνεχιστής, ήθελε να είναι και καινοτόμος στις πολιτικές δίωξης των κομμουνιστών. Και πράγματι, ο Α.Ν. 1075/1938 «Περί μέτρων ασφαλείας του κοινωνικού καθεστώτος και προστασίας των πολιτών» ήταν, κατά μια έννοια, «προδρομικός», γιατί τα μέτρα που προέβλεπε εφαρμόστηκαν σε πολύ μεγάλη κλίμακα στα χρόνια του Εμφυλίου. Τρία μέτρα του προαναφερθέντος νόμου είναι άξια προσοχής: οι δηλώσεις μετανοίας, η ίδρυση ειδικών φυλακών για τους κομμουνιστές πολιτικούς κρατούμενους (οι οποίες, σημειωτέον, ονομάζονταν «Στρατόπεδα συγκεντρώσεως») και, τέλος, τα πιστοποιητικά κοινωνικών φρονημάτων. Οι διώξεις στα χρόνια του Μεταξά πολλαπλασιάστηκαν: τα νησιά της Φολεγάνδρου, της Ανάφης, της Γαύδου, του Άη Στράτη, της Κιμώλου, της Σίφνου, της Πάρου, της Αμοργού χρησίμευσαν ως τόποι εξορίας, ενώ η πλειονότητα των πολιτικών κρατουμένων κλείστηκε στις φυλακές της Ακροναυπλίας, της Αίγινας, της Πύλου και της Κέρκυρας. Δύσκολα μπορεί να υπολογιστεί ο αριθμός των πολιτικών κρατουμένων, κάποιες μελέτες αναφέρουν ότι ίσως έως και 5.000 άτομα εκτοπίστηκαν στη διάρκεια της μεταξικής δικτατορίας, ενώ γνωρίζουμε ότι κατά την έναρξη του πολέμου του 1940 υπήρχαν περίπου 2.000 πολιτικοί κρατούμενοι και εξόριστοι.[6]

Η κορύφωση των διώξεων στα χρόνια του Εμφυλίου

Οι πολιτικές διώξεις κορυφώθηκαν στα χρόνια του Εμφυλίου Πολέμου. Ας μη θεωρήσουμε την κορύφωση των πολιτικών διώξεων απλά απότοκη των έκτακτων συνθηκών που επικρατούσαν την εποχή. Οφείλεται στην εκστρατεία των κυβερνήσεων και του κρατικού μηχανισμού μετά την Απελευθέρωση, με στόχο να εξουδετερώσει βίαια την Αριστερά, η οποία, λόγω της ΕΑΜικής αντίστασης, είχε αποκτήσει πρωτόγνωρη δύναμη και ήταν απειλητική για το καθεστώς. Άλλωστε, οι διώξεις ξεκίνησαν την επομένη της υπογραφής της Συμφωνίας της Βάρκιζας, τον Φεβρουάριο του 1945, δηλαδή αρκετό καιρό πριν την εμφάνιση των ανταρτών, την άνοιξη του 1946. Η πρώτη φάση των πολιτικών διώξεων σε βάρος της Αριστεράς εγγράφεται στο ευρύτερο κύμα βίας, το οποίο έχει περιγραφεί ως «λευκή τρομοκρατία». Μέσα στο 1945 εκδόθηκαν 80.000 εντάλματα σύλληψης, συνελήφθησαν 50.000 πολίτες, ενώ ο αριθμός των πολιτικών κρατουμένων υπολογίζεται σε τουλάχιστον 10.000.[7]

Στα χρόνια του εμφυλίου πολέμου, οι πολιτικές διώξεις έφτασαν σε επίπεδα που δεν είχαμε ξαναδεί ποτέ πιο πριν στην ελληνική ιστορία, αλλά ούτε είδαμε ξανά στα μετεμφυλιακά χρόνια. Γι’ αυτό τον λόγο αξίζει να σταθούμε λίγο περισσότερο σε αυτήν την περίοδο, για να εξετάσουμε συνοπτικά τρία θέματα: τη νομοθεσία, τις διαφορετικές κατηγορίες κρατουμένων και τον αριθμό των κρατουμένων.

Η νομοθεσία των χρόνων του Εμφυλίου σχετικά με τις πολιτικές διώξεις αριστερών, όλο το πλέγμα νόμων, διαταγμάτων και μέτρων που συλλήβδην ονομάστηκαν «έκτακτα μέτρα», είναι δαιδαλώδης. Ωστόσο, δύο νόμοι ήταν οι πιο κομβικοί εκείνα τα χρόνια. Ο πρώτος είναι το Γ' Ψήφισμα, τον Ιούνιο του 1946, λιγότερο από τρεις μήνες μετά τις εκλογές που έφεραν στην εξουσία τη μοναρχική Δεξιά. Το πρώτο άρθρο του Γ' Ψηφίσματος βασιζόταν στη λογική του Ιδιώνυμου, αλλά προέβλεπε πολύ αυστηρότερες ποινές. Σύμφωνα, λοιπόν, με το πρώτο άρθρο, «όστις θέλων να αποσπάση μέρος εκ του όλου της επικρατείας ή να ευκολύνη τα προς τούτο το τέλος τείνοντα σχέδια, συνώμοσεν ή διήγειρε στάσιν ή συνεννοήθη με ξένους ή κατήρτισε ενόπλους ομάδας ή έλαβε μετοχήν εις τοιαύτας προδοτικάς ενώσεις τιμωρείται με θάνατον». Σε θάνατο επίσης μπορούσαν να καταδικαστούν όσοι συμμετείχαν σε ένοπλες επιθέσεις κατά των αρχών και σε ισόβια ή θάνατο καταδικάζονταν όσοι οργάνωναν ομάδες «επί τω σκοπώ» να επιτεθούν στις αρχές, να διαπράξουν αδικήματα κατά της ζωής ή της σωματικής ακεραιότητας, ληστεία, εμπρησμό ή να απελευθερώσουν φυλακισμένους.[8]

Δύο ημέρες μετά τη θέσπιση του Γ' Ψηφίσματος, η κυβέρνηση προχώρησε στην ίδρυση εκτάκτων στρατοδικείων στη Μακεδονία, τη Θράκη, τη Θεσσαλία και τη Ήπειρο, τα οποία θα ήταν αρμόδια για την εκδίκαση των παραβάσεων του Γ' Ψηφίσματος – σταδιακά ιδρύθηκαν έκτακτα στρατοδικεία και στην υπόλοιπη χώρα. Ο δεύτερος κομβικός νόμος ήταν ο Α.Ν. 509/1947, ο οποίος ψηφίστηκε τρεις ημέρες μετά την ανακήρυξη της κυβέρνησης του Δημοκρατικού Στρατού Ελλάδας τον Δεκέμβριο του 1947. Ο Α.Ν. 509 έθετε εκτός νόμου το ΚΚΕ, το ΕΑΜ, την Εθνική Αλληλεγγύη και οποιαδήποτε άλλη οργάνωση ήταν αναμεμειγμένη στην «κατά της ακεραιότητος της Χώρας προδοτικήν ανταρσίαν». Ο νόμος τιμωρούσε με βαριές ποινές, που έφταναν την ισόβια κάθειρξη ή και καταδίκη σε θάνατο, όποιον «επιδιώκει την εφαρμογήν ιδεών εχουσών ως έκδηλον σκοπόν την διά βίαιων μέσων ανατροπήν του Πολιτεύματος, του κρατούντος κοινωνικού συστήματος ή την απόσπασιν μέρους εκ του όλου της επικρατείας ή ενεργεί υπέρ της εφαρμογής αυτών προσηλυτισμόν».[9]

Τα προαναφερθέντα αδικήματα, αλλά και γενικότερα παραβάσεις των λεγόμενων «εκτάκτων μέτρων», εκδικάζονταν από έκτακτα στρατοδικεία. Με βάση τα στοιχεία μιας πρόσφατης έρευνας, στη διάρκεια του εμφυλίου πολέμου τα έκτακτα στρατοδικεία εκδίκασαν 26.810 υποθέσεις, εκ των οποίων οι 20.404 κατέληξαν σε τελική ετυμηγορία. Το σύνολο των αποφάσεων που εκδόθηκαν αφορούσαν 55.291 κατηγορούμενους. Από όσους και όσες οδηγήθηκαν στη στρατιωτική δικαιοσύνη, οι μισοί περίπου είτε απαλλάχθηκαν από τις κατηγορίες (14.549 άτομα ή 26,31%) είτε αθωώθηκαν (15.332 άτομα ή 27,72%). Από όσους πολίτες καταδικάστηκαν σε κάποια ποινή, οι 6.198 (11,2%) καταδικάστηκαν σε θάνατο, οι 4.125 (7,46%) καταδικάστηκαν σε ισόβια κάθειρξη και οι υπόλοιποι σε άλλες (συνήθως πολυετείς) ποινές φυλάκισης.[10] Με άλλα λόγια, εάν αφαιρέσουμε τις αθωωτικές και απαλλακτικές αποφάσεις, από όσα άτομα καταδικάστηκαν από έκτακτα στρατοδικεία, σχεδόν ο ένας στους τέσσερις κατηγορούμενους καταδικάστηκε σε θάνατο.

Τα έκτακτα στρατοδικεία στα χρόνια του Εμφυλίου έγιναν διαβόητα για την αυστηρότητά τους και αξίζει να σημειωθεί ότι δεν υπήρχε δυνατότητα έφεσης στις αποφάσεις τους. Ο συνολικός αριθμός των εκτελεσθέντων είναι δύσκολο να υπολογιστεί, αλλά πάντως με βάση τα μέχρι τώρα στοιχεία από βρετανικές πηγές, τουλάχιστον 3.400 άτομα εκτελέστηκαν (3.033 με αποφάσεις εκτάκτων στρατοδικείων, 378 με αποφάσεις κακουργιοδικείων για αδικήματα στη διάρκεια της Κατοχής και των Δεκεμβριανών), στη μεγάλη πλειονότητα άνδρες.[11] Οι πρώτες εκτελέσεις πολιτικών κρατουμένων έγιναν στον χώρο έξω από το Επταπύργιο. Δύο νεαροί άνδρες με καταγωγή από το Κιλκίς, ο Θεοχάρης Σαπρανίδης και ο Γεώργιος Καλέμης, εκτελέστηκαν εκεί στις 16 Ιουλίου 1946, δηλαδή ένα μήνα μετά από το Γ' Ψήφισμα.

Τα έκτακτα στρατοδικεία στα χρόνια του Εμφυλίου αποτέλεσαν «παρωδία της δικαιοσύνης» και στην πραγματικότητα λειτούργησαν ως τιμωρητικός μηχανισμός του κράτους. Οι δίκες στα έκτακτα στρατοδικεία είχαν τρία χαρακτηριστικά: Το πρώτο χαρακτηριστικό είναι ότι πολύ συχνά πρόκειται για μαζικές δίκες, οι οποίες ολοκληρώνονταν με συνοπτικές διαδικασίες. Ένας μεγάλος αριθμός κατηγορουμένων δικάζονταν μέσα σε διάστημα λίγων ημερών, με ελάχιστους μάρτυρες υπεράσπισης, λόγω του φόβου που επικρατούσε. Όσοι καταδικάζονταν σε θάνατο, μετά από ομόφωνη απόφαση των στρατοδικών ή πλειοψηφία τέσσερα προς ένα, εκτελούνταν μετά από λίγες ημέρες. Όσοι καταδικάζονταν με πλειοψηφία τρία προς δύο σε θάνατο (κυρίως όσοι είχαν υπογράψει δηλώσεις μετανοίας, είχαν καταδώσει στις αρχές τους συντρόφους τους, είχαν αποκαλύψει κρησφύγετα κ.λπ.) δεν εκτελούνταν. Για παράδειγμα, δύο από τις πιο πολύκροτες δίκες της εποχής έγιναν στο Έκτακτο Στρατοδικείο Θεσσαλονίκης. Στη μια περίπτωση, η δίκη της λεγόμενης «Στενής Αυτοάμυνας», ολοκληρώθηκε μέσα σε δύο εβδομάδες (από τις 28 Αυγούστου έως τις 13 Σεπτεμβρίου 1947) και από τους 67 κατηγορούμενους καταδικάστηκαν σε θάνατο οι 52 και από αυτούς οδηγήθηκαν σε εκτέλεση οι 47. Στην άλλη περίπτωση, η δίκη της λεγόμενης «Μαζικής Λαϊκής Αυτοάμυνας» επίσης ολοκληρώθηκε μέσα σε δύο εβδομάδες (από τις 25 Νοεμβρίου έως τις 11 Δεκεμβρίου 1947) και από τους 72 κατηγορούμενους, καταδικάστηκαν σε θάνατο οι 30 και από αυτούς εκτελέστηκαν οι 19.[12]

Το δεύτερο χαρακτηριστικό ήταν η πολιτική λειτουργία της δικαιοσύνης. Η δικαστική εξουσία λειτουργούσε ως τιμωρητικός μηχανισμός του κράτους και γι’ αυτό τον λόγο μεγάλος αριθμός πολιτών καταδικάστηκε σε βαριές ποινές ή ακόμη και σε θάνατο επειδή απλά κατηγορήθηκε ότι ήταν μέλος του ΚΚΕ. Μια τέτοια περίπτωση ήταν η λεγόμενη «υπόθεση Πρίντζου», τον Ιούλιο του 1948. Η δασκάλα Ευτυχία Πρίντζου, ηγετικό στέλεχος του παράνομου ΚΚΕ στα Γιάννινα, βρέθηκε κατηγορούμενη για παράνομη διανομή φυλλαδίων και έρανο. Στο Έκτακτο Στρατοδικείο Ιωαννίνων έγιναν δύο σχετικές με την υπόθεση δίκες. Στην πρώτη, τον Ιούνιο του 1948, ήταν κατηγορούμενοι 10 πολίτες, από τους οποίους καταδικάστηκαν σε θάνατο και εκτελέστηκαν τέσσερις. Στη δεύτερη, μαζική, δίκη κάθισαν στο εδώλιο 114 άτομα, κατηγορούμενα για σύσταση παράνομης κομμουνιστικής οργάνωσης κατά παράβαση του Γ' Ψηφίσματος και του Α.Ν. 509. Η δίκη ξεκίνησε στις 8 Ιουλίου και ολοκληρώθηκε σε δεκαπέντε ημέρες, με την καταδίκη 48 κατηγορουμένων σε θάνατο. Μέσα στις επόμενες ημέρες, 16 από αυτούς εκτελέστηκαν ανά ομάδες – η Ευτυχία Πρίντζου ήταν ανάμεσα σε αυτούς που εκτελέστηκαν στην πρώτη ομάδα, στις 27 Ιουλίου 1948.[13] Χρειάζεται να προσθέσει κανείς μια ενδιαφέρουσα λεπτομέρεια: ανάμεσα στους στρατοδίκες ήταν ένας άσημος εκείνη την εποχή λοχαγός, ο Στυλιανός Παττακός.

Ένα τελευταίο χαρακτηριστικό ήταν ότι οι εκτελέσεις συνδέονταν στενά με την εκάστοτε συγκυρία και την εξέλιξη του εμφυλίου πολέμου. Στόχος δεν ήταν να τιμωρήσουν τους ενόχους αλλά να εκφοβίσουν την κοινωνία, και ειδικά τους αριστερούς, και να αποκαταστήσουν συμβολικά την ισχύ του κράτους. Σε κάποιες περιπτώσεις το κράτος χρησιμοποιούσε τους καταδικασμένους σε θάνατο ως ομήρους και οι εκτελέσεις των πολιτικών κρατουμένων δεν απείχαν πολύ από τη λογική των αντιποίνων. Μετά τη δολοφονία του υπουργού Δικαιοσύνης Χρήστου Λαδά, την Πρωτομαγιά του 1948, από μια ομάδα κομμουνιστών στο κέντρο της Αθήνας, εκτελέστηκαν μέσα στις επόμενες δέκα ημέρες 109 πολιτικοί κρατούμενοι, θανατοποινίτες. Οι περισσότεροι ήταν καταδικασμένοι για εγκλήματα στη διάρκεια της Κατοχής και ήδη βρίσκονταν στη φυλακή για αρκετό χρονικό διάστημα.

Σε συνθήκες οξύτατης πόλωσης λόγω του Εμφυλίου και με την ακραία αυστηροποίηση τόσο της νομοθεσίας όσο και των δικαστικών αποφάσεων, ο αριθμός των πολιτικών κρατουμένων και εξορίστων εκτοξεύθηκε. Οι κρατούμενοι στα χρόνια του Εμφυλίου μπορούν να χωριστούν σε τρεις κατηγορίες.

Μια πρώτη κατηγορία αποτελούσαν οι πολιτικοί κρατούμενοι, που καταδικάστηκαν από αποφάσεις εκτάκτων στρατοδικείων ή, σε μικρότερο αριθμό, αποφάσεις ποινικών δικαστηρίων και οι οποίοι εξέτισαν τις ποινές τους σε φυλακές διεσπαρμένες σε όλη την επικράτεια. Πολιτικοί κρατούμενοι στα χρόνια του Εμφυλίου βρίσκονταν, μεταξύ άλλων, στις φυλακές Επταπυργίου, Αβέρωφ, Αίγινας, Κεφαλλονιάς, Κέρκυρας, Ζακύνθου, Ιτζεδίν και Αλικαρνασσού (στην Κρήτη), Τρίπολης, Βόλου, Πάτρας, Γυθείου, Καλαμάτας, Σπάρτης, Αγρινίου, Λαμίας, Τρικάλων, Ιωαννίνων, Πύλου, Ακροναυπλίας, Άμφισσας, Θήβας κ.α. Ο αριθμός των πολιτικών κρατουμένων μετά το 1947 ήταν σταθερά πάνω από 20.000 άτομα. Το βασικό πρόβλημα των φυλακών ήταν ο υπερπληθυσμός, δηλαδή ο αριθμός των πολιτικών κρατουμένων υπερέβαινε κατά πολύ τη χωρητικότητα των φυλακών στην Ελλάδα – για να υπάρχει ένα μέτρο σύγκρισης, προπολεμικά ο αριθμός των φυλακισμένων δεν υπερέβαινε τα 10.000 άτομα. Η υπερπληθυσμός των φυλακών, αλλά και η επιλογή της σκληρής μεταχείρισής τους, οδήγησε την κυβέρνηση, το 1947, να μεταφέρει τους «πλεονάζοντες» πολιτικούς κρατούμενους στη Γυάρο. Οι πρώτοι πολιτικοί κρατούμενοι που μεταφέρθηκαν στη Γυάρο το καλοκαίρι του 1947 προέρχονταν από τις φυλακές Επταπυργίου και της Καλαμάτας, και σύντομα προστέθηκαν εκατοντάδες κρατούμενοι και από άλλες φυλακές. Μόλις λίγους μήνες μετά, τον Νοέμβριο του 1947, οι πολιτικοί κρατούμενοι ήταν 6.000, ενώ έφτασαν να αριθμούν 8.600 τον Αύγουστο του 1948. Οι πολιτικοί κρατούμενοι ήταν μοιρασμένοι σε πέντε όρμους του νησιού, ζούσαν σε σκηνές, υποβάλλονταν σε βασανιστήρια και εργάστηκαν καταναγκαστικά για την οικοδόμηση των φυλακών της Γυάρου, ένα θηριώδες κτίριο που καταλάμβανε μια έκταση μεγαλύτερη από δέκα στρέμματα.

Η δεύτερη κατηγορία ήταν οι πολιτικοί εξόριστοι. Επρόκειτο για όσους και όσες είχαν τιμωρηθεί με την ποινή της διοικητικής εκτόπισης από Επιτροπές Δημόσιας Ασφαλείας σε διάφορα απομακρυσμένα νησιά του Αιγαίου (Ανάφη, Φολέγανδρο, Κίμωλο, Σίκινο, Γαύδο, Κύθηρα, Θάσο, Σαμοθράκη, Λήμνο, Χίο, Σκύρο, Άγιο Ευστράτιο κ.ά.) μέχρις ότου συγκεντρωθούν οι μεν άνδρες στην Ικαρία, οι δε γυναίκες στο Τρίκερι. Στη συνέχεια άνδρες και γυναίκες εξόριστες μεταφέρθηκαν στη Μακρόνησο για «αναμόρφωση» και το 1950 μεταφέρθηκαν οι μεν άνδρες στον Άγιο Ευστράτιο, οι δε γυναίκες ξανά στο Τρίκερι. Δεν μπορεί να υπολογιστεί ο συνολικός αριθμός των εξορίστων, γνωρίζουμε ωστόσο ότι ο αριθμός τους εκτινάχθηκε μετά το τεράστιο κύμα προληπτικών συλλήψεων τον Ιούλιο του 1947 και παρέμεινε υψηλός (περισσότερα από 12.000 άτομα) μέχρι και το τέλος του εμφυλίου πολέμου. Τον Σεπτέμβριο του 1949 ήταν εκτοπισμένοι γύρω στους 15.000 άνδρες και γυναίκες, εκ των οποίων οι 12.000 ήταν στα στρατόπεδα της Μακρονήσου.[14]

Η τρίτη κατηγορία κρατουμένων ήταν οι χιλιάδες φαντάροι και (λίγοι) αξιωματικοί που είχαν κλειστεί στα στρατόπεδα της Μακρονήσου, τα οποία ξεκίνησαν τη λειτουργία τους την άνοιξη του 1947. Πρέπει να τονιστεί ότι δεν είχαν διαπράξει κανένα αδίκημα, απλά ήταν ύποπτοι ως αριστεροί λόγω της αντιστασιακής δράσης τους στα χρόνια της Κατοχής και κρατούνταν στα στρατόπεδα της Μακρονήσου μέχρι να «ανανήψουν» μέσα από ένα συνδυασμό βασανιστηρίων και προπαγάνδας. Σύμφωνα με τον διοικητή των στρατοπέδων της Μακρονήσου, συνταγματάρχη Γεώργιο Μπαϊρακτάρη, πάνω από 25.000 φαντάροι είχαν «αναμορφωθεί» στη Μακρόνησο μέχρι τον Οκτώβριο του 1949. Μάλιστα, το «πείραμα» της Μακρονήσου θεωρήθηκε από την κυβέρνηση τόσο πετυχημένο ώστε, όπως προαναφέρθηκε, μεταφέρθηκαν στα στρατόπεδα άνδρες και γυναίκες πολιτικοί εξόριστοι με στόχο να «αναμορφωθούν» και αυτοί, δηλαδή να αποκηρύξουν το ΚΚΕ και να υπογράψουν δηλώσεις μετανοίας μέσα σε συνθήκες βίας και προπαγάνδας.[15]

Οι διώξεις μετά τον Εμφύλιο

Μετά το τέλος του Εμφυλίου, ο αριθμός των πολιτικών κρατουμένων και εξορίστων μειώθηκε ριζικά. Σε αυτήν την κατεύθυνση καθοριστικό ρόλο έπαιξαν τα «μέτρα ειρηνεύσεως» της κυβέρνησης Νικολάου Πλαστήρα στα χρόνια 1950-1952, τα οποία προκάλεσαν σφοδρές αντιδράσεις από μερίδα του Κέντρου, τη Δεξιά και τον στρατό. Οι πολιτικοί εξόριστοι απομακρύνθηκαν από τη Μακρόνησο, ενώ ο αριθμός των στρατιωτών που βρίσκονταν εκεί μειώθηκε και, το βασικότερο, με τον νόμο 2058/1952 οι θανατικές καταδίκες μετατράπηκαν σε ισόβια και όσοι είχαν καταδικαστεί από έκτακτα στρατοδικεία αποκτούσαν τη δυνατότητα έφεσης. Οι πολιτικοί κρατούμενοι είδαν τις ποινές τους να μειώνονται δραματικά και οι περισσότεροι αποφυλακίστηκαν, με αποτέλεσμα στα τέλη του 1952 να βρίσκονται στις φυλακές περίπου 5.500 πολιτικοί κρατούμενοι και 1.000 πολιτικοί εξόριστοι.[16]

Αυτά δεν σημαίνουν ότι η καταστολή και οι διώξεις δεν συνεχίστηκαν από τις κυβερνήσεις Παπάγου και Καραμανλή. Από τη μια πλευρά, όλο το νομικό οπλοστάσιο των «εκτάκτων μέτρων» που είχαν ψηφιστεί στη διάρκεια του Εμφυλίου παρέμεινε σε ισχύ, δημιουργώντας ένα «παρασύνταγμα». Αυτό είχε ως συνέπεια οι αριστεροί να αντιμετωπίζουν τη δρακόντεια νομοθεσία του Εμφυλίου, ενώ ο ίδιος ο Εμφύλιος είχε τελειώσει. Επιπλέον, παλαιότεροι νόμοι ανασύρθηκαν και τέθηκαν σε εφαρμογή προκειμένου να εξυπηρετήσουν τις διώξεις κατά των αριστερών, ιδιαίτερα μελών του ΚΚΕ, όπως ο μεταξικός νόμος 375/1936 περί κατασκοπείας. Με βάση την κατηγορία της κατασκοπείας εκτελέστηκε ο Νίκος Μπελογιάννης, μαζί με τον Δημήτρη Μπάτση, τον Ηλία Αργυριάδη και τον Νίκο Καλούμενο, στις 30 Μαρτίου 1952, ενώ στον κατάλογο των εκτελεσθέντων μετεμφυλιακά θα πρέπει να προστεθούν ο Νίκος Νικηφορίδης (το 1951) και ο Νίκος Πλουμπίδης (το 1954). Από την άλλη πλευρά, ο αριθμός των πολιτικών κρατούμενων και εξορίστων μπορεί να μειώθηκε, αλλά συνέχισαν οι διώξεις και οι φυλακίσεις. Από το 1950 έως το 1962, οπότε απολύθηκαν και οι τελευταίοι πολιτικοί εξόριστοι από τον Άγιο Ευστράτιο, είχαν εκτοπιστεί στο νησί συνολικά περίπου 4.200 αριστεροί. Τέλος, στα χρόνια 1963-1967 έγιναν 340 νέες εκτοπίσεις.[17]

Το πραξικόπημα της 21ης Απριλίου 1967 συνοδεύθηκε από μια τεράστια εκστρατεία συλλήψεων, στη συντριπτική πλειονότητα αριστερών πολιτών. Μέσα στις πρώτες ώρες του πραξικοπήματος συνελήφθησαν από την αστυνομία και τη χωροφυλακή σε όλη την Ελλάδα 8.270 πολίτες, από τους οποίους 6.118 εκτοπίστηκαν στη Γυάρο γιατί, σύμφωνα με το καθεστώς, ανήκαν στην κατηγορία των «επικινδύνων κομμουνιστών». Όταν το απριλιανό καθεστώς εδραιώθηκε, άρχισε σταδιακά η απόλυση των πολιτικών κρατουμένων από τη Γυάρο. Αυτό δεν σήμαινε ότι οι διώξεις σταμάτησαν. Το 1969 υπήρχαν 1.874 εξόριστοι στο Λακκί και το Παρθένι της Λέρου, τον Ωρωπό και αλλού. Δυστυχώς, δεν έχει γίνει μέχρι σήμερα συστηματική έρευνα για τους πολιτικούς κρατούμενους στα χρόνια της χούντας και τα στοιχεία που διαθέτουμε είναι αποσπασματικά. Πάντως, σύμφωνα με τα στοιχεία που κατέθεσε η ελληνική πρεσβεία στην αμερικανική κυβέρνηση, μεταξύ 1967 και 1971 τα έκτακτα στρατοδικεία δίκασαν 3.363 άτομα και καταδίκασαν τα 1.985 σε βαριές ποινές.[18] Έχει ενδιαφέρον να επισημανθεί ότι η δικτατορία δεν χρειάστηκε να θεσπίσει νέους νόμους για τη δίωξη των πολιτικών αντιπάλων της, αλλά βασίστηκε στη νομοθεσία των προηγούμενων δεκαετιών, ιδιαίτερα στα «έκτακτα μέτρα» των χρόνων του εμφυλίου πολέμου. Γι’ αυτό είναι χαρακτηριστικό ότι η πλειονότητα των κρατουμένων καταδικάστηκε με βάση τον Α.Ν. 509/1947, ακόμα και σε περιπτώσεις που οι κατηγορούμενοι όχι μόνο δεν ήταν μέλη του ΚΚΕ αλλά ανήκαν σε αντιδικτατορικές οργανώσεις του Κέντρου. Για άλλη μια φορά οι φυλακές Αβέρωφ, Κορυδαλλού, Αίγινας, Επταπυργίου, Ιτζεδίν και Αλικαρνασσού στην Κρήτη, Τρικάλων, Κέρκυρας και άλλες γέμισαν με πολιτικούς κρατούμενους.

Οι πολιτικοί κρατούμενοι της χούντας απολύθηκαν τον Αύγουστο του 1973, με τη γενική αμνηστία που παραχώρησε ο Γεώργιος Παπαδόπουλος σε μια προσπάθεια «φιλελευθεροποίησης» του καθεστώτος. Όχι για πολύ, όπως αποδείχθηκε στη συνέχεια. Μετά την πολύνεκρη καταστολή της εξέγερσης του Πολυτεχνείου στις 17 Νοεμβρίου 1973 και την ανατροπή του Παπαδόπουλου από τον Δημήτριο Ιωαννίδη ακολούθησε ένα νέο, μεγάλο κύμα βίας και συλλήψεων. Στους λίγους μήνες που επιβίωσε η χούντα του Ιωαννίδη οι φυλακές, τα στρατόπεδα της ΕΣΑ και τα κρατητήρια της Ασφάλειας ξαναγέμισαν με αντιδικτατορικούς αγωνιστές. Όλα αυτά μέχρι τις 24 Ιουλίου 1974. Όταν το καθεστώς Ιωαννίδη κατέρρευσε, μια από τις πρώτες ενέργειες της κυβέρνησης εθνικής ενότητας του Κωνσταντίνου Καραμανλή ήταν η απελευθέρωση όλων των πολιτικών κρατουμένων. Ήταν μια κίνηση που, σε συμβολικό αλλά και πραγματικό επίπεδο, σηματοδοτούσε την απαρχή μιας νέας εποχής, της Μεταπολίτευσης.

Οι πολιτικοί κρατούμενοι στο επίκεντρο

Σε αυτήν την τελευταία ενότητα του άρθρου θα ήθελα να στρέψω την προσοχή μου σε ένα άλλο σημαντικό θέμα: τους ίδιους τους πολιτικούς κρατούμενους και να συζητήσω, αναγκαστικά εν συντομία, για την εμπειρία του εγκλεισμού. Η εμπειρία της φυλακής και της εξορίας χαρακτηρίζεται από τις στερήσεις και τη δοκιμασία του σώματος και της ψυχής του πολιτικού κρατούμενου. Βέβαια, ο εγκλεισμός στη φυλακή έχει κάποια δομικά χαρακτηριστικά, τα οποία θα συναντήσουμε μέχρι τις μέρες μας: η στέρηση της ελευθερίας, η απουσία των αγαπημένων προσώπων, οι άθλιες συνθήκες διαβίωσης, το ελάχιστο και κακής ποιότητας φαγητό, η καταθλιπτική μονοτονία της επαναλαμβανόμενης καθημερινότητας, η προσβλητική συμπεριφορά και η κακομεταχείριση από το προσωπικό των φυλακών. Ωστόσο, εκτός από αυτά τα δομικά χαρακτηριστικά που αφορούν τη ζωή στη φυλακή, υπάρχουν κάποια ιδιαίτερα χαρακτηριστικά που αφορούν την εμπειρία των πολιτικών κρατούμενων και τα οποία τη διαφοροποιούν από αυτή των υπόλοιπων φυλακισμένων. Θα σταθώ σε δύο από αυτά, που αντιπροσωπεύουν δύο αντίθετες διαδικασίες: αφενός, τα βασανιστήρια, που αποσκοπούν στη διάλυση της υποκειμενικότητας των κρατουμένων, και, αφετέρου, τη συλλογική οργάνωση της ζωής στη φυλακή, μέσω της οποίας δημιουργείται η συλλογική ταυτότητα των πολιτικών κρατουμένων και εξορίστων.

Είναι αδύνατον να κατανοήσουμε την εμπειρία των πολιτικών κρατουμένων στην Ελλάδα χωρίς να λάβουμε υπόψη τη σωματική και ψυχική βία που υφίσταντο σε κρατητήρια, ανακριτικά γραφεία, φυλακές, στρατόπεδα εγκλεισμού. Η πρόκληση σωματικού και ψυχικού πόνου ήταν μια ακραία, οριακή εμπειρία για τους ίδιους, καθώς ήταν κυριολεκτικά στο έλεος των βασανιστών τους. Στις δεκάδες μαρτυρίες που εξέδωσαν πολιτικοί κρατούμενοι από τα χρόνια του εμφυλίου πολέμου, αλλά και της δικτατορίας των συνταγματαρχών, περιγράφονται εκτενώς τα βασανιστήρια που υπέστησαν: ξυλοδαρμοί, φάλαγγα, μαρτύριο της δίψας, «αεροπλανάκι», ηλεκτροσόκ, ορθοστασία επί ώρες, αϋπνία, κάψιμο του σώματος με τσιγάρα, σφιχτό δέσιμο των άκρων με καλώδιο, εικονικές εκτελέσεις, βιασμοί γυναικών. Ο κατάλογος των βασανιστηρίων μπορεί να γίνει πολύ μακρύς και φρικτός, ενώ πιο πρόσφατες μελέτες έδειξαν ότι ο ήχος και η μουσική χρησιμοποιήθηκαν ως μέσα δοκιμασίας των κρατουμένων.[19] Συνήθως τα βασανιστήρια συνδέονταν με την απόσπαση πληροφοριών ή ομολογίας από τον κρατούμενο, αλλά στόχευαν σε κάτι βαθύτερο: να τον «σπάσουν», να κάμψουν το φρόνημά του και να αποδομήσουν την ταυτότητά του, ώστε να αποκηρύξει τον εαυτό του και τους συντρόφους του.

Ο Γιάννης Σεργόπουλος, φοιτητής της Νομικής στα χρόνια της δικτατορίας, ο οποίος συμμετείχε στην κατάληψη της σχολής, συνελήφθη τον Μάιο του 1973. Γράφει για τον βασανισμό του στο ΕΑΤ-ΕΣΑ:

«Τα χαστούκια ακολουθούσαν το ένα το άλλο και πολλές φορές, στην ενστικτώδη εκ μέρους μου κίνηση αποφυγής τους, κατέληγαν στον σβέρκο ή χειρότερα στη μύτη [...]. Μπαίνει όμως στο χορό και ο πρώτος, που με τον ζωστήρα του αρχίζει να με βαράει στον κώλο. Δεν ξέρω από ποιον να προφυλαχτώ ούτε τι να προφυλάξω. Πέφτω κάτω κουλουριασμένος με το κεφάλι ανάμεσα στα χέρια μου και νιώθω κλωτσιές στα πόδια, και τον ζωστήρα να χτυπάει την πλάτη και τα μπράτσα μου. Βουίζουν ακόμη στ’ αυτιά μου τα λόγια τους, ίσως γιατί ήταν η πρώτη φορά που μου μιλούσαν έτσι. “Σήκω ρε παλιοαλήτη από κάτω”. Με το που στεκόμουνα όρθιος, μια μπουνιά κατάστηθα και πάλι κάτω. “Σήκω ρε παλιοκομμούνι, θα σε γαμήσουμε τώρα!” [...]. Δεν ξέρω πραγματικά πόσην ώρα βάσταξε το πράγμα αυτό. Ξέρω πως όταν σταμάτησαν βαριανάσαιναν όπως οι μαραθωνοδρόμοι όταν τερματίζουν, είχαν χλωμιάσει και τα μάτια τους είχαν γυρίσει ανάποδα. Μόνο αφρούς δεν έβγαζαν. Όσο για μένα, ήμουν κάτω ανάσκελα και κάθε τετραγωνικός πόντος του κορμιού μου πονούσε. Δεν λύγιζα ούτε χέρια ούτε πόδια».[20]

Η μαρτυρία μεταφέρει την αίσθηση αδυναμίας και ευαλωτότητας του κρατούμενου απέναντι στους βασανιστές του, καθώς μέσα από τα βασανιστήρια ο ίδιος μετατρέπεται σε αντικείμενο που υφίσταται τη βαναυσότητα και τον εξευτελισμό, και το σώμα του δεν ανήκει πλέον σε αυτόν αλλά στους βασανιστές του.

Συχνά τα βασανιστήρια προκαλούσαν ψυχικά τραύματα, τα οποία ήταν δύσκολο να επουλωθούν, και σε κάποιες περιπτώσεις κλόνιζαν την υγεία των κρατουμένων ανεπανόρθωτα. Είναι ενδεικτικές οι παρατηρήσεις των ψυχιάτρων για τους κρατούμενους που μεταφέρονταν από τα στρατόπεδα της Μακρονήσου στο Δημόσιο Ψυχιατρείο Αθηνών μετά από την απάνθρωπη μεταχείριση που είχαν υποστεί. Γράφει ένας ψυχίατρος τις παρατηρήσεις του για έναν κρατούμενο:

«Επί του καθίσματος παραμένει ακίνητος, πλην της κεφαλής ην στρέφει γέρνει και τρέμει κατά τας πλαγίας κατευθύνσεις, συχνά φέρει τας χείρας κατά το οπίσθιον μέρος της κεφαλής και λέγει “το κεφάλι μου, το κεφάλι μου” [...]. “Εγώ ηργαζόμην εις το μαγαζί του θείου μου καλά, οπότε ήλθαν και με πήραν κάτι πολίτες και με πήγαν στην Μακρόνησο”. Τίποτε άλλο δεν δύναται να ενθυμηθεί. Επίσης δεν ενθυμείται ότι και άλλοτε είχεν έλθει εδώ. Φαίνεται ως να μην έζησε την από της συλλήψεως και εντεύθεν ζωήν».

Στην περίπτωση ενός κρατούμενου, ένας ψυχίατρος καταγράφει αυτά που του λέει ο ασθενής:

«Κατά το 1949 συνελήφθην και εστάλην εις την Μακρόνησον. Εκεί με εκακοποίησαν πολύ. Έμεινα επί πολλές ημέρες αναίσθητος. Μετά την περίοδο της αναισθησίας μού έμειναν ζάλες και πονοκέφαλοι, ιδίως στο πίσω μέρος της κεφαλής. Μετά την Μακρόνησο με μετέφεραν στον Άγιο Ευστράτιο. Τέλος, το 1952 και κατά τον μήνα Ιούνιο με απέλυσαν και επήγα στο σπίτι. Και εκεί εξακολούθησαν οι ζάλες και οι πονοκέφαλοι. Στις 3 Ιουλίου 1952 επήγα στρατιώτης. Μετά μερικές μέρες με ξανάστειλαν στη Μακρόνησο ως στρατιώτη. Εκεί δια δευτέραν φοράν με κακοποίησαν».[21]

Εάν η εξουσία μέσα από τα βασανιστήρια επεδίωκε τη διάλυση της υποκειμενικότητας των πολιτικών κρατουμένων, η συλλογική οργάνωση της ζωής των κρατουμένων στη φυλακή και την εξορία είχε ως στόχο να ενδυναμώσει την πολιτική ταυτότητά τους. Οι ομάδες συμβίωσης πρωτοεμφανίστηκαν στους τόπους εξορίας στα χρόνια του Μεσοπολέμου και με διαφορετικές μορφές συνέχισαν να υπάρχουν ως τρόπος συλλογικής οργάνωσης των κρατουμένων στις δεκαετίες που ακολούθησαν.[22] Οι ομάδες συμβίωσης είχαν την ευθύνη της οργάνωσης της καθημερινής ζωής, να «διαπαιδαγωγήσουν» πολιτικά τους κρατούμενους και τους εξόριστους, να δημιουργήσουν στενούς δεσμούς αλληλεγγύης και αλληλοβοήθειας μεταξύ των πολιτικών κρατουμένων. Κάτω από το άγρυπνο βλέμμα της κομματικής καθοδήγησης, οργάνωναν τα συνεργεία της φυλακής, γιορτές, χορωδίες, μαθήματα, θεατρικά σκετς, εξέδιδαν αυτοσχέδιες εφημερίδες, έστελναν υπομνήματα και καταγγελίες στο υπουργείο Δικαιοσύνης και διεθνείς φορείς και οργανισμούς, ήταν σε επικοινωνία με οργανώσεις συγγενών φυλακισμένων και κόμματα ή, στις πιο δύσκολες στιγμές, στα χρόνια του Εμφυλίου, οργάνωναν μέσα στις φυλακές απεργίες πείνας για να σταματήσουν οι εκτελέσεις πολιτικών κρατουμένων.[23] Μέσα από τη συλλογική οργάνωση των ομάδων συμβίωσης οι έγκλειστοι διαμόρφωναν και πρόβαλλαν τη διακριτή συλλογική ταυτότητά τους – δεν ήταν απλά φυλακισμένοι, αλλά πολιτικοί κρατούμενοι και εξόριστοι.

Εν κατακλείδι, το φαινόμενο των πολιτικών κρατουμένων στην Ελλάδα δεν ήταν κάτι συγκυριακό ή απλά συνέπεια μιας ανώμαλης περιόδου. Αντίθετα, διατρέχει την ελληνική ιστορία για μισό αιώνα, δείχνοντας, αφενός, ότι για πολλές δεκαετίες τα όρια μεταξύ δημοκρατίας και αυταρχισμού ήταν θολά και, αφετέρου, ότι η δίωξη και ο εγκλεισμός των πολιτικών αντιπάλων βρισκόταν στον πυρήνα των κρατικών πολιτικών. Η ιστορία των πολιτικών κρατουμένων δεν αφορά μόνο τις δεκάδες χιλιάδες οικογένειες που βίωσαν με τον ένα ή τον άλλο τρόπο τις διώξεις, ούτε αφορά μόνο τα πολιτικά κόμματα. Είναι αναπόσπαστο κομμάτι της σύγχρονης ελληνικής ιστορίας, αποτελεί ένα παρελθόν το οποίο οφείλουμε να το μελετήσουμε, να το συζητήσουμε, να το ερευνήσουμε. Επιπλέον, όπως αποδείχθηκε, είναι ένα παρελθόν που διαρκώς επανέρχεται. Πρόσφατα ανακαλύφθηκαν ομαδικοί τάφοι πολιτικών κρατουμένων που είχαν εκτελεστεί κοντά στις φυλακές Επταπυργίου στη Θεσσαλονίκη. Η ανακάλυψη είναι συγκλονιστική και μας φέρνει για άλλη μια φορά αντιμέτωπους με το επώδυνο παρελθόν του Εμφυλίου. Είναι επώδυνο γιατί αυτό που συνειδητοποιούμε είναι ότι οι εκτελεσθέντες, κυριολεκτικά, μπαζώθηκαν. Μετά την εκτέλεση, τους έβγαλαν ρούχα και παπούτσια και τους πέταξαν σε έναν πρόχειρο λάκκο, χωρίς κάποια ένδειξη ότι υπάρχει τάφος, χωρίς να μνημονεύονται τα ονόματά τους, χωρίς να μπορέσουν οι οικογένειές τους να τους θρηνήσουν και να τους θάψουν. Νομίζω ότι ως ιστορικοί έχουμε καθήκον να ερευνήσουμε αυτή τη σκοτεινή πτυχή του Εμφυλίου για να μάθουμε πού, ποιοι και πόσοι πολιτικοί κρατούμενοι εκτελέστηκαν, όχι μόνο στο Επταπύργιο αλλά και στους άλλους τόπους εκτελέσεων στα χρόνια του Εμφυλίου. Νομίζω ότι ως ιστορικοί αλλά και ως κοινωνία έχουμε καθήκον να μην εγκαταλείψουμε αυτούς τους νεκρούς στη λήθη και την αφάνεια. Είναι σημαντικό αυτοί οι νεκροί, που έπεσαν από τις σφαίρες των εκτελεστικών αποσπασμάτων, να αποκτήσουν όνομα, να πάψουν να είναι άγνωστοι.

  1. Νίκος Αλιβιζάτος, Οι πολιτικοί θεσμοί σε κρίση, 1922-1974. Όψεις της ελληνικής εμπειρίας, Εκδόσεις Θεμέλιο, Αθήνα 1995, σσ. 340-350.
  2. Στο ίδιο, σσ. 355-356.
  3. Νίκος Μαραντζίδης, Στη σκιά του Στάλιν. Μια παγκόσμια ιστορία του ελληνικού κομμουνισμού, Εκδόσεις Αλεξάνδρεια, Αθήνα 2023, σσ. 94-104.
  4. Ρούσσος Κούνδουρος, Η ασφάλεια του καθεστώτος. Πολιτικοί κρατούμενοι, εκτοπίσεις και τάξεις στην Ελλάδα, 1924-1974, Εκδόσεις Καστανιώτη, Αθήνα 1978, σσ. 93-103.
  5. Βαγγέλης Καραμανωλάκης, Ανεπιθύμητο παρελθόν. Οι φάκελοι κοινωνικών φρονημάτων στον 20ό αι. και η καταστροφή τους, Εκδόσεις Θεμέλιο, Αθήνα 2019, σ. 81· Αλέξανδρος Δάγκας, Ο χαφιές. Το κράτος κατά του κομμουνισμού. Συλλογή πληροφοριών από τις υπηρεσίες ασφαλείας Θεσσαλονίκης, 1927, Εκδόσεις Ελληνικά Γράμματα, Αθήνα 1995, σσ. 37-38.
  6. Κούνδουρος, ό.π., σσ. 119-120.
  7. Πολυμέρης Βόγλης, Η εμπειρία της φυλακής και της εξορίας. Οι πολιτικοί κρατούμενοι στον εμφύλιο πόλεμο, Εκδόσεις Αλεξάνδρεια, Αθήνα 2004, σσ. 86-89.
  8. Φύλλο Εφημερίδος της Κυβερνήσεως [στο εξής ΦΕΚ], Ψήφισμα Γ' «Περί εκτάκτων μέτρων αφορώντων την δημοσίαν τάξιν και ασφάλειαν», φ. 197, Αθήνα, 18 Ιουνίου 1946.
  9. ΦΕΚ, Α.Ν. 509 «Περί μέτρων ασφαλείας του κράτους, του πολιτεύματος, του κοινωνικού καθεστώτος και προστασίας των ελευθεριών των πολιτών», φ. 293, Αθήνα, 27 Δεκεμβρίου 1947.
  10. Δόμνα Κόφφα (επιμ.), Η πολιτική λειτουργία της στρατιωτικής δικαιοσύνης. Τα έκτακτα στρατοδικεία του Εμφυλίου, 1946-1951, ΕΚΚΕ, Αθήνα 2022, σσ. 141-145.
  11. Βόγλης, ό.π., σ. 230.
  12. Για τις δίκες αυτές βλ. Χρήστος Κανελλόπουλος, Η δίκη της Στενής Αυτοάμυνας, Εκδόσεις Επίκεντρο, Θεσσαλονίκη 2023· Τάσος Κατσαρός, Μια απόφαση... Μάχομαι μέχρι το τέλος. Θεσσαλονίκη 1946-47, Αθήνα 2003. Βλ. επίσης, Κόφφα (επιμ.), ό.π., σσ. 266-267.
  13. Σπύρος Εργολάβος, Η δίκη Πρίντζου και οι εκτελεσμένοι των Ιωαννίνων, Εκδόσεις Σοκόλη, Αθήνα 1988.
  14. Τα στοιχεία για τον αριθμό των πολιτικών κρατουμένων και εξορίστων στα χρόνια του Εμφυλίου προέρχονται από το Βόγλης, ό.π., σσ. 139-177.
  15. Πολυμέρης Βόγλης - Στρατής Μπουρνάζος, «Στρατόπεδο Μακρονήσου, 1947-1950. Βία και προπαγάνδα», Χρήστος Χατζηιωσήφ (επιμ.), Ιστορία της Ελλάδας του 20ού αιώνα, Εκδόσεις Βιβλιόραμα, τόμ. Δ2, Αθήνα 2009, σσ. 51-81.
  16. Ηλίας Νικολακόπουλος, Η καχεκτική δημοκρατία. Κόμματα και εκλογές, 1946-1967, Εκδόσεις Πατάκη, Αθήνα 2001, σ. 156.
  17. Κούνδουρος, ό.π., σσ. 160, 163.
  18. Γιώργος Μητροφάνης, «Πολιτικοί κρατούμενοι. Μετεμφυλιακό κράτος, δικτατορία», Βασίλης Παναγιωτόπουλος (επιμ.), Ιστορία του Νέου Ελληνισμού, 1770-2000, τόμ. 9, Εκδόσεις Ελληνικά Γράμματα, Αθήνα 2003, σσ. 127, 130-131.
  19. Άννα Παπαέτη, «Ηχοτοπία του τραύματος: ηχητική βία, ακουστική μαρτυρία και η ηθική της ακρόασης», Τα Ιστορικά, 74 (2022), 80-99.
  20. Γιάννης Σεργόπουλος, Στο ΕΑΤ-ΕΣΑ: Μια μαρτυρία για τα χρόνια της δικτατορίας, Εκδόσεις Πόλις, Αθήνα 2019, σσ. 93-94.
  21. Δημήτρης Γ. Υφαντής, Μακρόνησος. Όταν η «τρέλα» απόκτησε τοπικό προσδιορισμό, Εκδόσεις Άγρα, Αθήνα, 2023, σσ. 281, 298.
  22. Μάργκαρετ Κέννα, Η κοινωνική οργάνωση της εξορίας. Πολιτικοί κρατούμενοι στον Μεσοπόλεμο, Εκδόσεις Αλεξάνδρεια, Αθήνα 2004.
  23. Υπάρχει πλήθος μαρτυριών από πολιτικούς κρατούμενους και εξόριστους για τη συλλογική οργάνωση της ζωής. Ενδεικτικά βλ. Κώστας Γριτζώνας, Ομάδες συμβίωσης, Εκδόσεις Φιλίστωρ, Αθήνα 2001· Βικτωρία Θεοδώρου, Στρατόπεδα γυναικών, Αθήνα 1975· Μαριγούλα Μαστρολέων-Ζέρβα, Εξόριστες. Χίος, Τρίκερι, Μακρονήσι, Εκδόσεις Σύγχρονη Εποχή, Αθήνα 1986· Βασίλης Κουτσογιαννόπουλος, Μαρτυρία εξορίας, Εκδόσεις Βιβλιόραμα, Αθήνα 2014· Τάκης Μπενάς, Του Εμφυλίου. Μνήμες δύσκολων καιρών, Εκδόσεις Λιβάνη, Αθήνα 1996· Ολυμπία Παπαδούκα, Γυναικείες Φυλακές Αβέρωφ, Αθήνα 1981· Μαρία Σιδέρη, Δεκατέσσερα χρόνια, Εκδόσεις Ερμής, Αθήνα 1981· Αντώνης Φλούντζης, Ακροναυπλία και Ακροναυπλιώτες, 1937-1943, Εκδόσεις Θεμέλιο, Αθήνα 1979. Βλ. επίσης, Θεόφιλος Διαμάντης, «Η οργάνωση της ζωής στις πολιτικές φυλακές και στους τόπους εξορίας: κοινωνικές και οικονομικές διαστάσεις του πολιτικού εγκλεισμού κατά την περίοδο 1945-1967», αδημοσίευτη διδακτορική διατριβή, Παιδαγωγικό Τμήμα Δημοτικής Εκπαίδευσης, Πανεπιστήμιο Αιγαίου, Ρόδος 2019.