Το Επταπύργιο (προσ)καλεί τον 21ο αιώνα και προκαλεί την αρχαιολογία[1]
Ιωάννα Αντωνιάδου
Ελένη Στεφάνου
Ομάδα Προφορικής Ιστορίας Επταπυργίου[2]
Καθώς εισέρχεται κανείς στο μνημείο του Επταπυργίου στην Ακρόπολη της Θεσσαλονίκης, το βλέμμα αγκιστρώνεται στην κεντρική του πύλη. Ισχυρό οπτικό ερέθισμα αποτελούν η μαρμάρινη επιγραφή του πρώτου Οθωμανού διοικητή της Θεσσαλονίκης, Τσαούς Μπέη, και παραδίπλα μαρμάρινο θωράκιο βυζαντινής εποχής με ανάγλυφη θηλάζουσα λέαινα. Η συνύπαρξη των ετερόκλητων αυτών στοιχείων ευθύς εγείρει εύλογα ερωτήματα, τα οποία φωτίζονται μερικώς και πολύ αργότερα, κατά την περιήγηση στον χώρο, όταν πληροφοριακό υλικό αναφέρει ότι το Επταπύργιο αποτελεί ένα πρώην φρουριακό συγκρότημα βυζαντινής εποχής, μετασκευασμένο από την οθωμανική διοίκηση στα τέλη του 19ου αι. σε φυλακή.[3] Σύμφωνα με χάρτη χρονολογούμενο το 1898-1899, από τη συλλογή του Κέντρου Αρχιτεκτονικής του Δήμου Θεσσαλονίκης, οι φυλακές αποτυπώνονται ξεκάθαρα και έκτοτε πιστοποιείται η ύπαρξή τους.[4] Πλέον, ο ρόλος του φρουρίου αναστρέφεται και το Επταπύργιο λειτουργεί ως φυλακή, μετέπειτα γνωστή και ως Γεντί Κουλέ. Για έναν αιώνα περίπου, έως και το 1989, τα τείχη του φυλάσσουν τους έξω από τους μέσα, καθώς το αμυντικό φρούριο μετατρέπεται σε «σωφρονιστικό» ίδρυμα μέσω επιβολής και καταστολής.[5]
Η συγκατοίκηση των πολλαπλών χρονικοτήτων και υλικοτήτων του Επταπυργίου κυριαρχεί σε όλους τους χώρους του μνημείου και –ειδικά με φόντο την περιορισμένη αρχαιολογική επισήμανση– τα ερωτήματα εντείνονται: τι συμβόλιζε το ένθετο θωράκιο για τους χριστιανούς της βυζαντινής εποχής; Πώς αποδομείται ο συμβολισμός αυτός από τους Οθωμανούς, όταν το ενσωματώνουν ως δομικό υλικό στην πύλη της φρουριακής εισόδου, ενισχύοντας την επιβλητική τοιχοποιία της; Έπειτα, πώς ερμηνεύεται στη σύγχρονη εποχή, δεδομένου ότι το spolio παραμένει, αλλά ο συμβολισμός του αλλάζει και επανερμηνεύεται ανάλογα με τις κοινωνικοπολιτικές συνθήκες και περιστάσεις; Αυτό το ερμηνευτικό κενό φωτίζουν οι προφορικές μαρτυρίες, που καταδεικνύουν τη σημασία της λέαινας για τους εγκλείστους στις φυλακές του Επταπυργίου. Προφορική μαρτυρία στην ΟΠΙ Επταπυργίου του Επαμεινώνδα Όχονου, πρώην πολιτικού κρατούμενου κατά την περίοδο της δικτατορίας (1967-1974), μας πληροφορεί ότι οι φύλακες του Επταπυργίου, υποδεικνύοντας τη λέαινα, προειδοποιούσαν τους καταδικασμένους και τους εν αναμονή δίκης αγωνιστές που περνούσαν την πύλη της φυλακής: «Μπαίνετε λιοντάρια, αλλά βγαίνετε αρνάκια». Ο αποτροπαϊκός χαρακτήρας του θωρακίου επανέρχεται, αλλά το νόημά του συγχρονίζεται και εναρμονίζεται με το κατεστημένο και τα δεδομένα της εποχής εκείνης, ξορκίζοντας το «κακό» της ανυπακοής και της αντίστασης.
Στο προαύλιο του δεύτερου σωζόμενου θαλάμου της φυλακής, η/ο επισκέπτρια/της αντικρίζει τρία κορινθιακά κιονόκρανα που φέρουν περίτεχνη διακόσμηση από ανάγλυφα ζώα. Ούτε η χρονολόγηση ούτε η προέλευσή τους είναι γνωστά, καθώς δεν πλαισιώνονται από σχετικό πληροφοριακό υλικό. Σύμφωνα με προφορική μαρτυρία πρώην υπαλλήλου της Αρχαιολογικής Υπηρεσίας, πληροφορούμαστε ότι έχουν ανασυρθεί από τοίχο του αποχωρητηρίου του θαλάμου κατόπιν κατεδάφισης. Συνεπώς, δεν ήταν μόνο οι Οθωμανοί που αποδομούσαν και επανανοηματοδοτούσαν σύμβολα του παρελθόντος με την τοποθέτηση αντικειμένων σε νέες χρήσεις, καθώς αυτή η πρακτική συνεχίστηκε και στη σύγχρονη εποχή. Άραγε, η πολυχρονικότητα του χώρου επηρέαζε τους εγκλείστους, και με ποιον τρόπο; Διαφωτιστική, ως προς αυτό, ήταν η εύγλωττη φράση του Αργύρη Μαλτσίδη, πρώην πολιτικού κρατούμενου από την περίοδο της δικτατορίας (1967-1974), όταν για πρώτη φορά περπάτησε στον περίδρομο των τειχών και αντίκρυσε τη φυλακή από ψηλά: «Για δες τι κουβαλούσαμε στις πλάτες μας!»
Στο Επταπύργιο, ο 20ός αιώνας καταφανώς εισβάλλει στο βυζαντινό φρούριο και καταλαμβάνει τον χώρο του. Αντίστοιχα, όμως, και ο Μεσαίωνας είναι ο κατεξοχήν παράγοντας που διαμόρφωσε το βίωμα του εγκλεισμού. Η εμπειρία της φυλακής εντός του Γεντί Κουλέ ενδεχομένως να διαμορφωνόταν διαφορετικά, εάν δεν επρόκειτο για τις συγκεκριμένες βυζαντινές - οθωμανικές αρχιτεκτονικές παρεμβάσεις στα τείχη, στους πύργους και στον περίδρομο, δηλαδή στις υλικές εκφάνσεις του φρουρίου στις οποίες εισχώρησε, ενσωματώθηκε και προσαρμόστηκε η φυλακή. Βυζαντινά, οθωμανικά, σύγχρονα, και αμυντικά, φρουριακά, σωφρονιστικά κατάλοιπα συνυφαίνονται μεταξύ τους, αλλά και με το ανθρώπινο βίωμα, τόσο σε υλικό όσο και σε νοηματικό επίπεδο, σε ένα πλαίσιο συνύπαρξης του παρόντος με το παρελθόν. Συνεπώς, το διακύβευμα εδώ είναι η ανάδειξη της μεταξύ τους σύνδεσης, όπως αρμόζει σε έναν μνημειακό τόπο, ανοιχτό στο κοινό και εγγεγραμμένο στον Κατάλογο Μνημείων Παγκόσμιας Πολιτιστικής Κληρονομιάς της ΟΥΝΕΣΚΟ (1988-), όπου η σύγχρονη ιστορία είναι άρρηκτα συνδεδεμένη με το υλικό παρελθόν.
Έχουμε συζητήσει πολλάκις πώς η θεσμική διαχείριση του μνημείου περιορίζει τη νοηματοδότηση και τη μουσειακή αφήγηση του χώρου, δεδομένου ότι οι υλικές και εννοιολογικές διαστρωματώσεις του μνημείου δεν αναδεικνύονται, ούτε και αξιολογούνται εξίσου, καθώς πτυχές του παρελθόντος του παραμένουν αθέατες ή αποσιωπημένες.[6] Αυτό έχει ως αποτέλεσμα οι επισκέπτες να εκτίθενται σε μια μονομερή ανάγνωση και αναγνώριση της βιογραφίας του μνημείου και στην επιλεκτική αναπαράσταση και διατύπωσή της. Ο αρχαιολογικός αυτός χώρος φέρει, επομένως, σοβαρές αφηγηματικές ελλείψεις, εις βάρος της ανάδειξης του πρόσφατου παρελθόντος, με τη διαχείριση της «δύσκολης» ιστορίας του να εγκαταλείπεται σε θεσμικό κενό. Και εδώ εγείρεται ένα σοβαρό ερώτημα: Όταν ένας αρχαιολογικός χώρος παύει να αφορά μόνο το απώτερο παρελθόν, επειδή αποτελεί ταυτόχρονα ισχυρό τοπόσημο τόσο του πρόσφατου παρελθόντος όσο και της σύγχρονης ιστορίας, οφείλει ή όχι η αρχαιολογία να συμπεριλάβει ερμηνευτικά τον 20ό αιώνα;
Αναδύεται λοιπόν ένα επίκαιρο επιστημολογικό και οντολογικό ζήτημα της αρχαιολογικής πράξης και της διαχείρισης του παρελθόντος, το οποίο όμως δεν αφορά αποκλειστικά το Επταπύργιο ως ένα «ιδιόμορφο» δείγμα πολιτιστικής κληρονομιάς, ούτε επαφίεται απλώς στο θέμα της δίκαιης προσέγγισης και ανάδειξης των ιστορικών φάσεων και των υλικών καταλοίπων ενός μνημείου. Απεναντίας, το ζήτημα αυτό υπερβαίνει τις αυστηρές περιοδολογήσεις της αρχαιολογίας και σχετίζεται με ζώντα και δρώντα υποκείμενα,[7] οι ζωές των οποίων είναι στενά συνδεδεμένες με το Επταπύργιο. Πιο συγκεκριμένα, ενεργές κοινότητες μνήμης διεκδικούν το παρόν του μνημείου, διεκδίκηση που βαρύνει λόγω της ανάγκης να ακουστούν οι φωνές τους και οι εμπειρίες του εγκλεισμού μέσα στο μνημείο. Αναδεικνύεται έτσι το επείγον αίτημα της κατανόησης και προβολής της σύγχρονης βιογραφίας του αρχαίου μνημείου, καθώς είναι συνυφασμένη τόσο με τα βιώματα συγκεκριμένων ατόμων όσο και με τις πολιτικοκοινωνικες συνθήκες του 20ού αιώνα στην Ελλάδα.
Εκεί, λοιπόν, όπου παρήχθησαν αυτές οι φωνές και οι εμπειρίες, δημιουργήσαμε το 2018 την Ομάδα Προφορικής Ιστορίας (ΟΠΙ) Επταπυργίου, ενώ είχε ήδη προηγηθεί τετραετής εθνογραφική έρευνα πεδίου από τις ερευνήτριες Ιωάννα Αντωνιάδου (δρ Αρχαιολογίας) και Ελένη Στεφάνου (δρ Αρχαιολογίας). Για τα μέλη της ΟΠΙ το Επταπύργιο δεν αποτελεί απλώς ένα βυζαντινό μνημείο, καθώς με το τέλος της φυλακής σηματοδοτήθηκε η γέννηση ενός αναπόφευκτα «δύσκολου» μνημείου. Σκοπός της ΟΠΙ είναι να φωτιστούν, με τη μέθοδο της προφορικής ιστορίας, πτυχές της σύγχρονης βιογραφίας του μνημείου, η οποία είναι άρρηκτα συνδεδεμένη με τα άτομα που σχετίστηκαν με το Επταπύργιο, που κρατήθηκαν στις φυλακές ή ζουν έξω απ’ τα τείχη του στη γειτονιά ή εργάζονται στους χώρους του σήμερα.
Η σύνδεση του μνημείου με το παρόν, τόσο από άποψη ιστορικής ευθύνης απέναντι στον χώρο και τους ανθρώπους όσο και από άποψη απόκτησης πολιτισμικής εμπειρίας, είναι επιτακτική και σημασία έχει εδώ να επιχειρήσουμε μια κριτική προσέγγιση, διερευνώντας το πώς έφτασαν τα «κενά» να αποτελούν κανονικότητα, εξετάζοντας παράλληλα ορισμένες από τις κοινωνικές και ψυχολογικές επιπτώσεις που αυτά έχουν πάνω στους αφηγητές μας και στις κοινότητες μνήμης εν γένει. Θα αναφερθούμε στη συμβολή της προφορικότητας και του αρχείου προφορικών μαρτυριών, ελλείψει είτε των επίσημων ιστορικών αρχείων είτε της πρόσβασης μας σε αυτά (π.χ. Αρχείο Φυλακών Επταπυργίου στις Φυλακές Διαβατών). Μέσα από την έρευνα και τη δράση της Ομάδας Προφορικής Ιστορίας Επταπυργίου αναδεικνύονται διέξοδοι στους θεσμικούς περιορισμούς και τις συνδέσεις με το πρόσφατο παρελθόν. Το ζητούμενο είναι η ανάδειξη μιας συμπεριληπτικής προσέγγισης, που συμβάλλει στη σφαιρική προβολή και κατανόηση του παρελθόντος του μνημείου και προσβλέπει σε ουσιαστικό προβληματισμό για το σήμερα.
Αρχεία και προφορικότητα
Στις 11 και 12 Ιανουαρίου 1951, ο Γ. Κολλαντόν, εκπρόσωπος του Διεθνούς Ερυθρού Σταυρού (ΔΕΣ), επισκέπτεται το «Επταπύργιον», «φυλακή Εγκληματική».[8] Βάσει των φωτογραφιών που υπέβαλε και της έκθεσης που συνέταξε προς τους προϊσταμένους του στη Γενεύη, πληροφορούμαστε ότι το βασικό πρόβλημα της φυλακής ήταν το «ανθρωποστοίβαγμα».[9] Η χωρητικότητά της ήταν για 300 άτομα, αλλά, μέσω «εξοικονόμησης» χώρου με τη χρήση τρίκλινων σιδερένιων κρεβατιών, ο Κολλαντόν κατέγραψε 625 παρόντες, εκ των οποίων οι 571 ήταν πολιτικοί κρατούμενοι.[10] Από αυτούς, οι 199 ήταν θανατοποινίτες, ενώ οι 290 ήταν ισοβίτες, ανάμεσα στους οποίους οι πολιτικοί κρατούμενοι αποτελούσαν τη συντριπτική πλειονότητα.[11]
Η σημασία του αρχείου του ΔΕΣ έγκειται στο ότι μας παραδίδεται μια καταγραφή, ένα χειροπιαστό σημείο αναφοράς, το οποίο, έστω και αποσπασματικά, μας πληροφορεί σχετικά με ορισμένα χαρακτηριστικά που αφορούν τη σύνθεση και το μέγεθος της κατοίκησης του Επταπυργίου σε μια συγκεκριμένη χρονική και κοινωνικο-πολιτική συγκυρία. Αντίστοιχης σημασίας είναι, μεταξύ άλλων, συναφή δημοσιεύματα στον Τύπο,[12] η γραπτή καταγγελία ομάδας πολιτικών κρατουμένων προς τον Ερυθρό Σταυρό την περίοδο της δικτατορίας[13] (Εικ. 1 και 2), οι επίσημες εκθέσεις της πρώην εισαγγελέως Χρυσούλας Γιαταγάνα προς το υπουργείο Εσωτερικών, όπως και οι ιατρικοί φάκελοι του επίσης πρώην εισαγγελέα Κωνσταντίνου Λογοθέτη (δεκαετία 1980).


Εικ. 1 και 2. Γραπτή καταγγελία πολιτικών κρατουμένων στις φυλακές του Επταπυργίου προς τον Διεθνή Ερυθρό Σταυρό (περίοδος δικτατορίας).
Εξίσου διαφωτιστική είναι η στροφή που συντελείται από το θεσμικό στο προσωπικό επίπεδο, από την αρχειακότητα στην προφορικότητα, όπως καταγράφεται μέσα από τις προσωπικές καταθέσεις του Γιώργου Ιορδάνου,[14] την έρευνα του Ηλία Πετρόπουλου[15] και τις δημοσιεύσεις των Γιαταγάνα[16] και Λογοθέτη.[17] Αποτελούν παράθυρα στην αποτύπωση του βιώματος και συνθέτουν ένα ετερόκλητο και πολυπρισματικό αρχειακό τοπίο για τη θέαση του έγκλειστου βίου στη φυλακή του Επταπυργίου, όπου, παρά τη διαδοχή διαφορετικών πολιτικών καθεστώτων και πρακτικών, αναδύονται διαχρονικές σταθερές, όπως, μεταξύ άλλων, η πρόφαση του σωφρονισμού για την κακοποιητική επιβολή της τάξης και της εξουσίας, η καταστολή των δημοκρατικών ελευθεριών και των ανθρώπινων δικαιωμάτων, η αφαίρεση της ανθρώπινης αξιοπρέπειας, η αδικία του δικαστικού και νομικού συστήματος, η διαπλοκή, η απανθρωπιά, η στέρηση της ζωής. Στον αντίποδα, βρίσκεται η εκτός θεσμικών πλαισίων ανεπίσημη προφορικότητα, που μετασχηματίζεται από προφορική μαρτυρία σε ιστορία του βιώματος στο Επταπύργιο, συνοδευόμενη συχνά από προσωπικά τεκμήρια (φωτογραφίες, αντικείμενα), για να εμπλουτίσει τις γραπτές αρχειακές πηγές και να αναδείξει την πολυπλοκότητα της ιστορίας.
Η ιστορικός και ερευνήτρια της Προφορικής Ιστορίας Τασούλα Βερβενιώτη αποκρυσταλλώνει τη σημασία της συλλογής των προφορικών μαρτυριών για το Επταπύργιο: «[η] ομίχλη θα φύγει από την Ακρόπολη και θα έχουμε μια πιο καθαρή εικόνα, εάν στα ιστορικά αρχεία προσθέσουμε τις προφορικές μαρτυρίες όσων έζησαν μέσα ή δίπλα ή κοντά σε αυτήν».[18] Διότι η προφορική ιστορία, όπως μας εξηγεί, πέρα από το ότι αποτελεί ένα προνομιακό εργαλείο για την ανάλυση των κοινωνικών αλλαγών και κρίσεων, καθώς και για τον εκδημοκρατισμό της ιστορίας, παρέχει νέους τρόπους κατανόησης και αφήγησης του παρελθόντος, μέσα από το πρίσμα του νοήματος που προσδίδουν οι αφηγητές στα ιστορικά γεγονότα, ακόμα και για τα πολύ γνωστά. Στο πλαίσιο της αναζήτησης μιας αλήθειας πιο «αληθινής» από την ιστοριογραφία, η Βερβενιώτη υπογραμμίζει ότι οι φωνές των «απλών» ανθρώπων και η αλήθεια της προσωπικής εμπειρίας είναι καθοριστικές, τόσο για τη διατήρηση της μνήμης και την κατανόηση του ιστορικού γίγνεσθαι όσο και για την επίτευξη κοινωνικής αλλαγής.
Αρχαιολογία με κενά
Το Επταπύργιο προσφέρει μια μοναδική ευκαιρία συνύπαρξης του αρχαιολογικού παρελθόντος με το σύγχρονο, ανοίγει δρόμους για διεπιστημονική έρευνα, και για ανθρωποκεντρικές προσεγγίσεις της αρχαιολογίας του παρόντος. Το ίδιο το Επταπύργιο, άλλωστε, σχεδόν αντανακλαστικά, καλεί και αναγκάζει, ειδικούς και μη, υποψιασμένους ή όχι, να νιώσουν, κατά την περιήγηση στο μνημείο, τη δυνατή παρουσία της φυλακής, τεκμήριο ενός πρόσφατου αλλά και συνάμα ανοίκειου και δύσκολου αιώνα, ριζωμένης στα βυζαντινά και οθωμανικά του κατάλοιπα. Ο 20ός αιώνας, επομένως, διεισδύει μέσω της φυλακής στην αρχαία στρωματογραφία του Επταπυργίου, εισβάλλει στη βιογραφία του αλλά και τη διαμορφώνει, επιστεγάζοντας τη μνημειακότητά του. Κατ’ επέκταση, διαστέλλεται η περιοδολόγηση του αρχαιολογικού χρόνου και επιμηκύνεται η έννοια του παρελθόντος, καθώς πρόκειται για ένα μνημείο με μακρόχρονη και πολυκύμαντη συμβίωση χρονικοτήτων και υλικοτήτων.
Η μετάβαση, όμως, από τη βυζαντινή/οθωμανική στη νεότερη και σύγχρονη ιστορία φανερώνει, παράλληλα, και μια θεσμική αμηχανία ή, ενδεχομένως, και απροθυμία διαχείρισης και νοηματοδότησης της μνήμης και των υλικών καταλοίπων του 20ού αιώνα του Επταπυργίου. Η φυλακή σαφώς δεν περιορίζεται στις τσιμεντένιες κτιριακές κατασκευές, ούτε απομονώνεται στο Επταπύργιο, αλλά συγχρονίζεται με παράλληλους χώρους (π.χ. Τμήμα Μεταγωγών), με κρυμμένες ή αθέατες πλευρές της πόλης (π.χ. κοιμητήριο στο Σέιχ Σου), με χώρους που υπήρξαν αλλά σήμερα μας είναι άγνωστοι, όπως ο «συνήθης τόπος εκτελέσεων», αναφορές στον οποίο υπάρχουν άφθονες σε ιστορικά, λογοτεχνικά και δημοσιογραφικά κείμενα, καθώς και στις προφορικές μαρτυρίες που συγκεντρώσαμε. Έτσι, συγκροτείται μια ευρύτερη τοπογραφία, η εμβέλεια της οποίας σαφώς ξεπερνά χωρικά τις ακτίνες του εγκλεισμού εντός του μνημείου και διέπει ένα ευρύτερο πεδίο μαρτυρίου και βίας.
Στην τοπογραφία αυτή έρχεται να προστεθεί ο τόπος των τεσσάρων ομαδικών τάφων, με οστά τουλάχιστον 33 ατόμων, που ανακαλύφθηκαν από τον Φεβρουάριο έως τον Μάιο του 2025, στο πλαίσιο αναπλάσεων γύρω από το μνημείο στο Πάρκο Εθνικής Συμφιλίωσης του Δήμου Συκεών Θεσσαλονίκης, που συνορεύει με το Επταπύργιο. Έτσι, ο «συνήθης τόπος εκτελέσεων» αποκτά χωρικό προσδιορισμό και μετατρέπεται σε τοπόσημο και τόπο μνήμης. Οι εκτελεσμένοι νεκροί είναι πολιτικοί κρατούμενοι, αγωνιστές και κομμουνιστές, που καταδικάστηκαν από έκτακτα στρατοδικεία, φυλακίστηκαν στο Επταπύργιο και εκτελέστηκαν κατά την περίοδο του εμφυλίου πολέμου και των μετεμφυλιακών χρόνων από το 1946 έως το 1954.[19] Το Υπουργείο Πολιτισμού και η Εφορεία Αρχαιοτήτων Πόλης Θεσσαλονίκης (ΕΦΑΠΟΘ) υποστήριξε ότι η μελέτη και η φροντίδα αυτών των σκελετών δεν αποτελεί αντικείμενο αρχαιολογικής έρευνας, αλλά σχετίζεται με τη σύγχρονη ιατροδικαστική ταυτοποίηση του σκελετικού υλικού. Αντιθέτως, ο Δήμος Νεάπολης-Συκεών τόνισε εξαρχής την τεράστια ιστορική σημασία του ευρήματος και ζήτησε τη συστηματική ανασκαφή και μετέπειτα ανάδειξη του χώρου.
Παρατηρούμε, λοιπόν, ότι οι κατεξοχήν θεσμικοί διαχειριστές του Επταπυργίου αδυνατούν να αναγνωρίσουν την αναπόσπαστη ιστορική και πολιτισμική σύνδεση του ευρήματος των ομαδικών τάφων με το μνημείο που διαχειρίζονται. Η άρνηση αυτή καταλύει την έννοια και την πρόσληψη του ενιαίου ιστορικού και πολιτισμικού τοπίου, παρότι ο «συνήθης τόπος εκτελέσεων» και το Επταπύργιο ως χώρος κράτησης είναι άμεσα συνδεδεμένοι τόποι μαρτυρίου, όπου η τοπική και εθνική ιστορία και μνήμη αποκτούν παγκόσμιες προεκτάσεις, τόσο λόγω των ιστορικοπολιτικών γεγονότων της δεκαετίας του 1940 όσο και λόγω της εγγραφής του Επταπυργίου στον κατάλογο Μνημείων Παγκόσμιας Πολιτιστικής Κληρονομιάς της ΟΥΝΕΣΚΟ ήδη από το 1989.
Στον αντίποδα της συγκρουσιακής κληρονομιάς του Επταπυργίου, που οφείλεται στην παραπάνω άρνηση της θεσμικής αρχαιολογικής διαχείρισης να ενσωματώσει στην έρευνά της κατάλοιπα του πρόσφατου παρελθόντος, εξαιρετικό ενδιαφέρον έχει το παράδειγμα της Ισπανίας, όπου εδώ και περίπου είκοσι πέντε χρόνια η χρήση αρχαιολογικών μεθόδων ανασκαφής και μελέτης των μαζικών τάφων από τον Ισπανικό Εμφύλιο Πόλεμο (1936-1939) και την εποχή της δικτατορίας του Φράνκο γίνεται μια απαραίτητη διαδικασία και όλο και πιο γνωστή στην κοινωνία.[20] Στην Ισπανία η αρχαιολογία βρίσκεται στην υπηρεσία της εγκληματολογικής επιστήμης με τις μεθόδους και τις τεχνικές της. Με την έννοια αυτή, η αρχαιολογία παρεμβαίνει ενεργά για να παρέχει γνώση και εμπειρία σε καταστάσεις παραβιάσεων των ανθρωπίνων δικαιωμάτων ή και σε περιπτώσεις που η θεσμική βία οδήγησε σε θάνατο στο πρόσφατο παρελθόν. Η ανασκαφή μαζικών τάφων είναι ζωτικής σημασίας για να ανακτηθεί η ιστορική μνήμη, να ταυτοποιηθούν πάνω από 100.000 θύματα αγνοουμένων, να παρασχεθεί ένα «κλείσιμο» στις οικογένειες και να μετατραπούν οι πρώην χώροι τρόμου και βίας σε χώρους μνήμης, αξιοπρέπειας και επιστημονικής έρευνας.
Στην περίπτωση των σκελετών του Επταπυργίου, αρμόδιος φορέας είναι το Υπουργείο Δικαιοσύνης, το οποίο είναι επίσης υπεύθυνο και για τα αρχεία των Φυλακών του Επταπυργίου, που βρίσκονται στις Φυλακές Διαβατών. Ωστόσο, αυτή η χωρική και νοηματική αποσπασματικότητα εμποδίζει την ολιστική προσέγγιση και κατανόηση της βιογραφίας και της μνημειακότητας του Επταπυργίου, ενώ παράλληλα αντίκειται στη σημασία και τις πρακτικές της προστασίας και της διαχείρισης της πολιτιστικής κληρονομιάς, ενισχύοντας την αποσπασματικότητα που ήδη υπάρχει.
Προφορικότητα και Ομάδα Προφορικής Ιστορίας Επταπυργίου
Επιχειρώντας να γεφυρώσει αυτό το χάσμα, η Ομάδα Προφορικής Ιστορίας Επταπυργίου συγκροτεί ήδη από το 2018 το αρχείο προφορικών μαρτυριών του Επταπυργίου, ανταποκρινόμενη στο αίτημα των κοινοτήτων μνήμης να μιλήσουμε για τον 20ό αιώνα του μνημείου. Αρχικά ξεκινήσαμε τη δημοσιοποίηση του υλικού μας μέσα από επιστημονικές δημοσιεύσεις, ελληνόγλωσσες και ξενόγλωσσες, και συμμετοχές σε ελληνικά και διεθνή συνέδρια και ημερίδες, όμως η ανάγκη να διαχυθεί το υλικό αυτό στην κοινότητα και να φύγει από τα στενά ακαδημαϊκά πλαίσια της έρευνας ήταν επιτακτική και διαρκής.
Η ανάγκη αυτή οδήγησε στην ιδέα του σχεδιασμού μιας έκθεσης με προφορικές μαρτυρίες. Στην πραγματοποίηση του εγχειρήματος αυτού συνέβαλαν με τη συνεργασία τους ο τότε προϊστάμενος της ΕΦΑΠΟΘ, Γιώργος Σκιαδαρέσης, και ο Γιάννης Καρλιάμπας (αρχαιολόγος-μουσειολόγος, ΕΦΑΠΟΘ). Αφού η πρόταση που καταθέσαμε για περιοδική έκθεση έγινε αποδεκτή, η ΕΦΑΠΟΘ συμφώνησε να μας παραχωρήσει τον χώρο του Επταπυργίου και να αναλάβει το κόστος εκτύπωσης του εποπτικού υλικού. Στην πρότασή μας είχαμε συμπεριλάβει και τη διοργάνωση ημερίδας που θα προσέγγιζε διεπιστημονικά το ζήτημα του εγκλεισμού, όμως λόγω των μέτρων κατά του κορονοϊού που επικρατούσαν τότε δεν κατέστη εφικτή η διοργάνωσή της.
Έτσι ξεκίνησε ο σχεδιασμός της περιοδικής μας έκθεσης Επταπύργιο: βιώματα, μνήμες, κατοικήσεις, η οποία έλαβε χώρα στο Επταπύργιο από τις 19 Σεπτεμβρίου έως τις 15 Οκτωβρίου 2020.[21] Αρχικά πραγματοποιήσαμε πολλές συναντήσεις ιδεοκαταιγισμού, ώστε να καταλήξουμε στις θεματικές ενότητες και τον νοηματικό σχεδιασμό της έκθεσης. Οι περιορισμοί πολλοί και άλλες τόσες οι δεσμεύσεις. Είχαμε ως γνώμονα: (α) οι μαρτυρίες να συνδέονται με τους επιμέρους χώρους του Επταπυργίου, (β) να εκπροσωπούν όσο το δυνατό όλους τους αφηγητές και τις αφηγήτριές μας και, (γ) να αναδεικνύουν άυλες πτυχές των μαρτυριών, οι οποίες πλαισιώνουν την υλικότητα του μνημείου, αλλά δεν γίνονται γνωστές ή ορατές κατά την επίσκεψη σε αυτό, καθώς η επίσημη θεσμική προσέγγιση εστιάζει στην υλική διάσταση και τα δομικά στοιχεία.
Αυτές οι πτυχές έχουν να κάνουν με τα συναισθήματα και τα σώματα των αφηγητών μας, και με μια πολυαισθητηριακή προσέγγιση του χώρου, στοιχεία που προκύπτουν από τις ερωτήσεις που έχουμε συμπεριλάβει στον οδηγό συνέντευξης κατά την έρευνά μας στην προφορική ιστορία. Αφή, ακοή, όσφρηση και όραση παίζουν πρωτεύοντα ρόλο στο πώς οι αφηγητές μας ‒πρώην πολιτικοί κρατούμενοι‒ αντιλαμβάνονταν τον χώρο, πώς τον βίωναν μέσα από την έλλειψη φυσικού φωτός και την ανάγκη τους για ηλιαχτίδες, πώς τα τείχη οριοθετούσαν την ύπαρξη, επηρέαζαν το σώμα, που κύρτωνε από την υγρασία, εμπόδιζαν τη μακρινή όραση (π.χ. ο αφηγητής μας Άκης Μαλτσίδης για 6 μήνες μετά την απελευθέρωσή του δεν μπορούσε να δει μακριά και συνεπώς ούτε και να οδηγήσει), και επιδρούσαν στην ακοή, καθώς ο κόσμος, σύμφωνα με πολλούς αφηγητές μας, έμοιαζε να υπάρχει μόνο μέσα στον πάτο ενός βαθιού πηγαδιού με χοντρά και ψηλά τοιχώματα, στον οποίο δεν έφταναν οι ήχοι του έξω κόσμου: «Από τον έξω κόσμο, εκεί μέσα δεν ακούγαμε τίποτα! Τίποτα!»
Ξεκινήσαμε, λοιπόν, να μελετάμε το υλικό μας και να ξεχωρίζουμε αποσπάσματα συνεντεύξεων που υπηρετούν τις παραπάνω παραμέτρους. Αφού επιλέξαμε τα αποσπάσματα, επιδιώξαμε να τα εντάξουμε στον χώρο συνδέοντάς τα με επιμέρους πτέρυγες του Επταπυργίου, όπως ο χώρος για το επισκεπτήριο, η απομόνωση, οι κοιτώνες, τα αποχωρητήρια κ.λπ., και έπειτα να τα συνδέσουμε με τεκμήρια που είχαμε στην κατοχή μας σε υλική μορφή, αντικείμενα και φωτογραφίες από τις προσωπικές συλλογές των αφηγητών μας, που μας τα παραχώρησαν για τις ανάγκες της έκθεσης. Σε μια έκθεση προφορικών μαρτυριών δεν γίνεται να λείπει η ηχογραφημένη μαρτυρία. Παράλληλα, δεν υπήρχαν οικονομικοί πόροι για τεχνική υποστήριξη, καθώς η ομάδα μας είναι μια αυτοχρηματοδοτούμενη συλλογικότητα. Έτσι, με ίδια μέσα και με τη βοήθεια φίλων και υποστηρικτών της ομάδας μας από τον χώρο των οπτικοακουστικών τεχνών, καταφέραμε να δημιουργήσουμε από τις μαρτυρίες μας μια σύνθεση ηχητικού υλικού που έπαιζε κατ’ επανάληψη, με δανεικά mp3, laptop και ηχεία, ώστε να ξαναμπούν οι φωνές των αφηγητών μας στον χώρο όπου γεννήθηκαν, αφήνοντας ξανά το αποτύπωμα της εμπειρίας της φυλακής, αυτή τη φορά για το κοινό των επισκεπτών.
Η έκθεση είχε αρχικά προγραμματιστεί να διαρκέσει δύο εβδομάδες, όμως, μετά τη μαζική προσέλευση των επισκεπτών και μετά από πολλά αιτήματα να συνεχιστεί, τελικά μας δόθηκε από την ΕΦΑΠΟΘ παράταση δύο εβδομάδων και συνολικά διήρκεσε ένα μήνα. Για εμάς, ως ΟΠΙ Επταπυργίου, το πιο συγκινητικό και το πιο μεγάλο ‒ας μας επιτραπεί η έκφραση‒ κέρδος είναι ότι ικανοποιήσαμε το αίτημα των αφηγητών και αφηγητριών μας να βγουν από τη λήθη οι φωνές τους και οι εμπειρίες τους και να επιστρέψουν ξανά στο μνημείο, να το πλαισιώσουν αυτή τη φορά ως κάλεσμα τόσο προς τους κατοίκους της πόλης εν γένει όσο και προς τις νεότερες γενιές. Παράλληλα, αποκρινόμενοι στο κοινό της Θεσσαλονίκης και βλέποντας την ανταπόκριση, νιώσαμε ότι φωτίζουμε μια αθέατη πτυχή του μνημείου και συμβάλλουμε έτσι στο να συμπληρωθεί το υπάρχον ερμηνευτικό κενό.
Αντί επιλόγου: Το Επταπύργιο και η αρχαιολογία του πρόσφατου παρελθόντος
Το Επταπύργιο προ(σ)καλεί τον 20ό αιώνα και η εν λόγω πρό(σ)κληση εξαναγκάζει σε μια χρονική και υλική διεύρυνση του παρελθόντος, έξω από την επιστημολογική ζώνη ασφαλείας και μέσα σε μια ολιστική και συμπεριληπτική θέαση του αρχαίου μνημείου. Οι πολλαπλές χρονικότητες του Επταπυργίου διευρύνουν τα όρια και τις προσλήψεις της σύγχρονης αρχαιολογίας, η οποία συμπεριλαμβάνει και τη μελέτη πτυχών του πρόσφατου παρελθόντος, παρότι αυτές σε θεσμικό επίπεδο φαίνεται να γίνονται αντιληπτές ως «μη αρχαιολογίες», γι’ αυτό και δεν εντάσσονται στο επίσημο αφηγηματικό και ερμηνευτικό πλαίσιό του.
Η τοποθεσία του Επταπυργίου σε έναν δυναμικό και μεταλλασσόμενο αστικό χώρο προφανώς εγείρει ζητήματα επιλογής, διατήρησης, προβολής και διαχείρισης της πολιτιστικής κληρονομιάς, σε συνάρτηση με τις μνημονικές κοινότητες που το περιβάλλουν, με διαφορετικά είδη κοινού και συχνά αντικρουόμενες απόψεις, προσεγγίσεις, επιδιώξεις και επιθυμίες. Η ιδιαίτερα φορτισμένη φύση του όμως, η ταύτισή του με τραυματικά παρελθόντα, η πολύπλοκη σύνδεσή του με ποικίλες όψεις προσωπικών ή/και συλλογικών ταυτοτήτων και οι συχνά παγιωμένες ερμηνείες που το πλαισιώνουν, συμβάλλουν στην απουσία της δυναμικής σχέσης που μπορεί να έχει το Επταπύργιο με διάφορες κοινωνικές ομάδες σήμερα. Όπως σημειώνει ο Κώστας Λογοθέτης, σε ανέκδοτη εισήγησή του στην ημερίδα «Χρήσεις του Επταπυργίου» το 1994, το Επταπύργιο ήταν «το πιο ακραίο σημείο αναφοράς της σύγκρουσης εξουσίας - κοινωνίας». Η απουσία ανάδειξης τέτοιων ζητημάτων, στις απόπειρες ερμηνείας και νοηματοδότησης του Επταπυργίου, αναδεικνύει ένα άλλο καίριο ζήτημα που αντιμετωπίζουν συχνά οι αρχαιολόγοι, αυτό της επιβολής του αρχαιολογικού λόγου στα «από τα κάτω» αφηγήματα και στις ανεπίσημες, μη θεσμικές, ερμηνείες του πρόσφατου παρελθόντος. Η αναγνώριση των πολλαπλών χρονικοτήτων και υλικοτήτων, παράλληλα με την ενσωμάτωση του λόγου της εθνογραφίας και της προφορικής ιστορίας στον αρχαιολογικό λόγο, ενθαρρύνουν την απαραίτητη σύνδεση με το παρόν, όχι μόνο του κοινού των επισκεπτών αλλά και όσων φέρουν βιωμένες μνήμες από τον ίδιο τον χώρο.
Η εμπειρία αυτή μας ωθεί να συνειδητοποιήσουμε ότι πέραν της όποιας «αυταξίας» των αρχαιοτήτων, υπάρχει και η αξία που συνίσταται στο νόημα που αποκτούν οι ερμηνείες και οι σημασίες που τους προσδίδουμε, όταν αυτές αγγίζουν τις βαθύτερες ανάγκες και επιθυμίες του παρόντος και των κοινοτήτων. Η διεύρυνση της νοηματοδότησης του Επταπυργίου και η ανάδειξη των πολλαπλών χρονικοτήτων και υλικοτήτων του μπορούν να καταστήσουν το Επταπύργιο ένα επί της ουσίας συμπεριληπτικό μνημείο, προάγοντας έτσι και μια κοινωνικοπολιτικά συνειδητοποιημένη και συμπεριληπτική αρχαιολογία. Όπως χαρακτηριστικά μας είπε ο πληροφορητής μας και πρώην πολιτικός κρατούμενος την περίοδο της δικτατορίας, Νέστορας Χατζούδης: «Νομίζω ότι θα ήταν το καλύτερο και θα απάλυνε, αν θέλετε, και τη μνήμη των χώρων. Και των ανθρώπων, βέβαια. Δεν έχουν γίνει πάρα πολλά πράγματα για να απαλυνθεί η μνήμη των ανθρώπων».
Τα ευρήματα που προκύπτουν, λοιπόν, από την ανάλυση του Επταπυργίου ως μνημείου και χώρου ιστορικής μνήμης επιβεβαιώνουν την ανάγκη διεπιστημονικής προσέγγισης στη μελέτη και διαχείριση της πολιτιστικής κληρονομιάς. Η πολυεπίπεδη ιστορική διαδρομή του, που εκτείνεται από τη βυζαντινή εποχή έως τον πρόσφατο 20ό αιώνα, υπογραμμίζει την πολυτροπικότητα και την πολυχρονολογικότητα του μνημείου, το οποίο λειτουργεί ως διαχρονικός φορέας διαφορετικών κοινωνικών και πολιτισμικών νοημάτων. Η μετατροπή του από φρούριο σε φυλακή, και η παράλληλη επαναπροσδιοριστική χρήση των υλικών και των συμβόλων του, καταδεικνύει την ετεροδομική φύση του μνημείου και την επίδραση των κοινωνικοπολιτικών μεταβολών στην ερμηνεία και τη μνημονική πρόσληψή του.
Επιπλέον, η σημασία της προφορικής ιστορίας και των μαρτυριών αναδεικνύεται ως κρίσιμος παράγοντας για την κατανόηση του βιωμένου χρόνου και του ανθρώπινου παράγοντα που διαμορφώνει την ιστορική αφήγηση. Οι μαρτυρίες πρώην κρατουμένων αποδεικνύουν ότι η εμπειρία του εγκλεισμού και η συμβολική σημασία των υλικών καταλοίπων διαφοροποιούνται ανάλογα με το κοινωνικό και πολιτικό πλαίσιο, ενώ ταυτόχρονα επιβεβαιώνουν τη δυνατότητα της προφορικής ιστορίας να αναπληρώσει ελλείψεις και να εμπλουτίσει την ερμηνεία του χώρου. Η συλλογή και παρουσίαση αυτών των αφηγήσεων συμβάλλουν στην αποκατάσταση της ανθρώπινης μνήμης και στην ενεργό συμμετοχή των τοπικών κοινοτήτων στη διαμόρφωση μιας πιο ολοκληρωμένης και αντιπροσωπευτικής ιστορικής αφήγησης.
Ωστόσο, η ανάλυση αναδεικνύει τις θεσμικές και μεθοδολογικές δυσκολίες που σχετίζονται με τη διαχείριση του μνημείου, οι οποίες συχνά οδηγούν σε μια αποσπασματική και επιλεκτική παρουσίαση του πρόσφατου παρελθόντος. Η απουσία ενιαίας και ολιστικής προσέγγισης, που να ενσωματώνει τόσο τα υλικά κατάλοιπα όσο και τις αφηγήσεις των ανθρώπων που έζησαν στον χώρο, περιορίζει τη δυνατότητα για μια βαθύτερη κατανόηση της ιστορικής και μνημειακής ταυτότητας του Επταπυργίου. Τα παραδείγματα από άλλες χώρες, όπως η Ισπανία, υπογραμμίζουν την αναγκαιότητα ενεργού και ηθικά υπεύθυνης εμπλοκής της αρχαιολογίας στη διαχείριση των μαζικών τάφων και των επεμβάσεων που αφορούν το σύγχρονο παρελθόν.
Τέλος, η διεύρυνση της χρονικότητας και η ενσωμάτωση των διαφορετικών υλικών και νοηματικών διαστρωματώσεων καθιστούν το Επταπύργιο ένα μνημείο που υπερβαίνει τις στενές καθοριστικές γραμμές της παραδοσιακής αρχαιολογίας. Η ανάγκη για μια συμπεριληπτική και κοινωνικά ευαίσθητη προσέγγιση στη διαχείριση και ερμηνεία του χώρου είναι επιτακτική, καθώς η ενεργός συμμετοχή των κοινοτήτων και η αξιοποίηση των μαρτυριών αυτοπτών αποτελούν κρίσιμους παράγοντες για την ανάδειξη και διατήρηση της πολύπλοκης ταυτότητας του μνημείου. Μόνο μέσα από μια τέτοια ολιστική και διαπολιτισμική προσέγγιση μπορεί να επιτευχθεί η ουσιαστική σύνδεση του παρελθόντος με το παρόν, συμβάλλοντας στην ενεργό διατήρηση της μνήμης και στη διαμόρφωση μιας κοινωνίας με επίγνωση της ιστορικής της πορείας.
- Το παρόν άρθρο αποτελεί εμπλουτισμένη εκδοχή της συμπαρουσίασης της Τασούλας Βερβενιώτη και της Ομάδας Προφορικής Ιστορίας (ΟΠΙ) Επταπυργίου στο πλαίσιο της επιστημονικής ημερίδας «Επταπύργιο 1912-1989: η ιστορία της φυλακής και η εμπειρία του εγκλεισμού», που πραγματοποιήθηκε τον Μάρτιο του 2025 στο Κέντρο Ιστορίας Θεσσαλονίκης (ΚΙΘ), σε συνδιοργάνωση του Τμήματος Ιστορίας και Αρχαιολογίας ΑΠΘ, του Δήμου Θεσσαλονίκης/ΚΙΘ και της Εφορείας Αρχαιοτήτων Πόλης Θεσσαλονίκης (ΕΦΑΠΟΘ). ↑
- Η Ομάδα Προφορικής Ιστορίας Επταπυργίου (ΟΠΙ Επταπυργίου) συγκροτήθηκε την άνοιξη του 2018 και σήμερα αριθμεί έντεκα ενεργά μέλη τα οποία συμμετέχουν εθελοντικά και αφιλοκερδώς, κατόπιν επιμόρφωσης στις μεθόδους προφορικής ιστορίας. Η ΟΠΙ Επταπυργίου διεξάγει έρευνα με στόχο (α) να συγκροτήσει αρχείο προφορικών μαρτυριών και υλικών τεκμηρίων ανθρώπων που σχετίστηκαν με το χώρο σε οποιαδήποτε χρονική στιγμή και συγκυρία της ζωής τους, είτε ως πρώην κρατούμενοι, είτε ως κάτοικοι/εργαζόμενοι της γειτονιάς, είτε ως εργαζόμενοι της Αρχαιολογικής Υπηρεσίας, (β) να συνδέσει τη βιωμένη εμπειρία με την πολιτιστική αναπαράσταση, ανασυνθέτοντας ιστορίες «από τα κάτω» και δημιουργώντας μια δυναμική σύνδεση με το κοινό της πόλης. Μέλη της ΟΠΙ Επταπυργίου είναι οι: Ιωάννα Αντωνιάδου, Σταυρούλα Αραμπατζόγλου, Δανάη Θεοδωράκη, Δέσποινα Κακατσάκη, Αναστασία, Κεφαλά, Αγγελική Κήτα, Βασίλης Κονιόρδος, Κατερίνα Παπαγεωργίου, Ζέτα Παπανδρέου, Λένα Στεφάνου, Κυριακή Φωτιάδου. ↑
- Βλ. Ενάτη (9η) Εφορεία Βυζαντινών Αρχαιοτήτων, Επταπύργιο, η Ακρόπολη της Θεσσαλονίκης, Εκδόσεις Καπόν, Αθήνα 2001. ↑
- Αικατερίνη Γιαννουκάκου, «Οθωμανικές φυλακές: Το Γεντί Κουλέ», ανέκδοτη διπλωματική εργασία, Τμήμα Βαλκανικών, Σλαβικών και Ανατολικών Σπουδών, Σχολή Οικονομικών και Περιφερειακών Σπουδών, Πανεπιστήμιο Μακεδονίας, Θεσσαλονίκη 2019, σ. 104. ↑
- Σήμερα το Επταπύργιο αποτελεί έδρα της Εφορείας Αρχαιοτήτων Πόλης Θεσσαλονίκης (ΕΦΑΠΟΘ). ↑
- Eleni Stefanou - Ioanna Antoniadou, “Eptapyrgio: a Modern Prison inside a World Heritage Monument. Raw Memories in the Margins of Archaeology”, Esther Solomon (επιμ.), Contested Antiquity: Archaeological Heritage and Social Conflict in Modern Greece and Cyprus, Indiana University Press, Bloomington 2021, σσ. 272-296· Ιωάννα Αντωνιάδου, Ζέτα Παπανδρέου, Ελένη Στεφάνου, «Επταπύργιο: Βυζαντινό φρούριο και τόπος εγκλεισμού. Οι σημασιοδοτήσεις του μνημείου στη δημόσια ιστορία», Γιώργος Κόκκινος - Έλλη Λεμονίδου (επιμ.), Εγκλεισμοί και ιστορία, Αθήνα 2022, σσ. 347-366· Ελένη Στεφάνου - Ιωάννα Αντωνιάδου, «Το Επταπύργιο στην προφορική ιστορία: αναδεικνύοντας τις αποσιωπημένες φωνές του μνημείου», Ρίκη Βαν Μπούσχοτεν, Βασίλης Δαλκαβούκης, Ελένη Καλλιμοπούλου (επιμ.), Προφορική ιστορία και αντι-αρχεία: Φωνές, εικόνες και τόποι, Ένωση Προφορικής Ιστορίας, Αθήνα 2021, σσ. 256-276. ↑
- Tasoula Vervenioti, “Empowered Yet Constrained: Women’s Role and Agency in the Greek Resistance Movement (1941-1944)”, Revista Universitaria de Historia Militar, 13.27 (2024), 95-123. ↑
- Τασούλα Βερβενιώτη, Αναπαραστάσεις της ιστορίας. Η δεκαετία του 1940 μέσα από τα Αρχεία του Διεθνούς Ερυθρού Σταυρού, Εκδοτικός Οίκος Μέλισσα, Αθήνα 2009, σσ. 177-178. ↑
- Στο ίδιο. ↑
- Στο ίδιο. ↑
- Στο ίδιο. ↑
- Βλ. Σπύρος Κουζινόπουλος, Γεντί Κουλέ. Η Βαστίλη της Θεσσαλονίκης, Εκδόσεις Ιανός, Θεσσαλονίκη 2025. ↑
- Ευχαριστούμε τον Άκη Μαλτσίδη για την ευγενική παραχώρηση της φωτογραφίας του τεκμηρίου. ↑
- Ντίνος Χριστιανόπουλος, «Ο συγγραφέας Γεώργιος Ιορδάνου και το βιβλίο του για το Γεντί Κουλέ», Εντευκτήριο, 1 (Οκτώβριος 1987), 3-6. ↑
- Ηλίας Πετρόπουλος, Πτώματα, πτώματα, πτώματα..., Εκδόσεις Νεφέλη, Αθήνα 2019. ↑
- Χρυσούλα Γιαταγάνα, Γεντί Κουλέ. Η απολογία, Εκδόσεις Μολύβι, Θεσσαλονίκη 2018. ↑
- Κωνσταντίνος Αρ. Λογοθέτης, Γεντί Κουλέ: Έτσι έκλεισε το κάτεργο..., Εκδόσεις Μπαρμπουνάκης, Θεσσαλονίκη 2025. ↑
- Τασούλα Βερβενιώτη, «Ομίχλη στην Ακρόπολη: συζητώντας για τη φυλακή στο Επταπύργιο», ομιλία στο συνέδριο Αρχαιολογικοί Διάλογοι, Θεσσαλονίκη 2024. ↑
- Βλ. Νίκος Βαλασιάδης - Παρθενόπη Βέργου, «Οι νεκροί του πάρκου στις Συκιές. Μια απόπειρα ταύτισης των εκτελεσμένων στους πολύνεκρους ομαδικούς τάφους», Parallaxi, 30 Μαΐου 2025, στην ιστοσελίδα https://parallaximag.gr/parallax-view/oi-nekroi-toy-parkoy-stis-sykies-mia-apopeira-taytisis-ton-ektelesmenon-stoys-polynekroys-omadikoys-tafoys [ανακτήθηκε 22.3.2026]· Σπύρος Κουζινόπουλος, «Συκιές Θεσσαλονίκης: κρανίου τόπος η περιοχή όπου βρέθηκαν 33 σκελετοί εκτελεσμένων κομμουνιστών», Parallaxi, 22 Μαρτίου 2025, στην ιστοσελίδα https://parallaximag.gr/thessaloniki-news/sykies-thessalonikis-kranioy-topos-i-periochi-opoy-vrethikan-33-skeletoi-ektelesmenon-kommoyniston [ανακτήθηκ, 20.2.2026]· Δήμος Συκεών, «Έξι ομαδικοί τάφοι εκτελεσμένων του Εμφυλίου βρέθηκαν στις Συκιές απέναντι από το Επταπύργιο - Εντοπίστηκαν συνολικά 22 σκελετοί, σε γυναίκα παραπέμπει ο ένας», Dimosneapolis-Sykeon, 14 Μαρτίου 2025, στην ιστοσελίδα https://tr.ee/GrCEEL [ανακτήθηκε 20.2.2026]. ↑
- Josep Gelonch-Solé, “Mass Graves from the Civil War and the Franco Era in Spain: Once Forgotten, Now at the Heart of the Public Debate”, European Review, 21.4 (Νοέμβριος 2013), 507-522· Layla Renshaw, Exhuming Loss. Memory, Materiality and Mass Graves of the Spanish Civil War, Left Coast Press, Walnut Creek 2011· Alfredo González Ruibal, The Archaeology of the Spanish Civil War, Routledge, London 2020. ↑
- ΟΠΙ Επταπυργίου, Επταπύργιο: Βιώματα – Μνήμες – Κατοικήσεις, μια έκθεση της ΟΠΙ Επταπυργίου (19/09/2020-15/10/2020), βίντεο της ΟΠΙ Επταπυργίου για την έκθεση προφορικών μαρτυριών στην ΕΦΑΠΟΘ, στην ιστοσελίδα https://www.youtube.com/watch?v=b4BI8F0xofo [ανακτήθηκε 20.2.2026]. ↑
